Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2466 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)


Αριθμός 2466/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Ματθαίου, για αναίρεση της με αριθμό 33366/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1449/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την παρ. Ι του αρθρ. 1 του ν.86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών ασχέτως ποσού, οι οποίες τον βαρύνουν προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας, πάσης φύσεως ασφαλιστικούς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν τις έχει καταβάλει εντός μηνός από τότε που κατέστησαν απαιτητές τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Κατά δε την παρ. 2 του άνω άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν προκειμένου να τις αποδώσει στους πιο πάνω οργανισμούς και δεν τις αποδίδει εντός μηνός από τότε που έγιναν απαιτητές τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Εξάλλου κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ, χρόνος καταβολής των άνω εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/ 1951, που κυρώθηκε με τον ν. 2113/1952 οι εισφορές πρέπει να καταβληθούν μέχρι το τέλος του επόμενου μηνός από το χρόνο ο οποίος έχει ορισθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τα εγκλήματα της μη καταβολής των εισφορών αυτών (εργοδοτικών - εργατικών) συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σε αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή το πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 33366/2009 απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως ότι "Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ στην ... κατά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του έτους 2002, ενώ ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και δή πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας "ΜΕΜΦΙΣ Α.Ε.", στην οποία απασχολήθηκε με σχέση εξηρτημένης εργασίας προσωπικό που ήταν ασφαλισμένο στο Ταμείο Ασφαλίσεως Τεχνικών τύπου Αθήνας (ΤΑΤΑΑ), δηλαδή σε οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης και ως εκ τούτου οφείλει ως άνω εταιρεία να καταβάλη προς το Ταμείο αυτό για το άνω χρονικό διάστημα και εντός τριάντα (30) ημερών από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία: α) τις βαρύνουσες τον ίδιο (εργοδοτικές) ασφαλιστικές εισφορές συνολικού ποσού 9.392 ευρώ και β) τις βαρύνουσες τους εργαζόμενους ασφαλιστικές εισφορές, τις οποίες παρακράτησε από αυτούς η εν λόγω εταιρεία με το σκοπό αποδόσεώς τους στο Ταμείο, συνολικού ποσού 24.061 ευρώ. Όμως ο κατηγορούμενος, με την προεκτεθείσα ιδιότητά του δεν κατέβαλε τις εισφορές αυτές κατά το χρόνο που αυτές έγιναν απαιτητές και κατέστη έτσι υπερήμερος περί την καταβολή τους για τις πρώτες και παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε παράνομα τις δεύτερες, τούτο δε έπραξε εκ προθέσεως. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος κατά το επίδικο ως άνω χρονικό διάστημα όφειλε να καταβάλλει στο ως άνω ταμείο το συνολικό ποσό (εργοδοτικές και εργατικές εισφορές) των 75.316,71 ευρώ, όπως αυτές διαλαμβάνονται στον παρακάτω πίνακα κατά μήνα. Έναντι αυτών κατέβαλε το συνολικό ποσό των 19.084,70 ευρώ, όπως επίσης κάθε επί μέρους καταβολή εμφαίνεται στον ίδιο κατωτέρω πίνακα χρεών, τον οποίο προσκόμισε στο Δικαστήριο ο μάρτυρας - υπάλληλος του Ταμείου αυτού. Επομένως, παρέμεινε ανεξόφλητο υπόλοιπο ποσό οφειλής 56.232,01 ευρώ. Στο ποσό δε αυτό προσδιόρισε τη συνολική οφειλή και ο ως άνω μάρτυρας, αφού προσκόμισε τον πίνακα αυτού και αναφέρθηκε σαυτόν, διορθώνοντας έτσι τα ποσά της οφειλής, τα οποία ο ίδιος προσδιόρισε προηγουμένως (προφανώς εκ παραδρομής) σε 16.978,28 ευρώ εργοδοτικές εισφορές και 49.576,61 εργατικές, ήτοι σύνολο 66.554,28 (βλ. την κατάθεσή του). Εν όψει, όμως, του γεγονότος ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι η οφειλή της ως άνω εταιρείας ανέρχεται στα μικρότερα ποσά των 9.392 και 24.061 ευρώ για τις εργοδοτικές και εργατικές εισφορές αντίστοιχα, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η οφειλή της ως άνω εταιρείας ανήλθε για το παραπάνω χρονικό διάστημα στα μικρότερα αυτά ποσά (άρθρο 470 ΚΠΔ). Ο πίνακας από τον οποίο προκύπτουν οι επιμέρους οφειλές και καταβολές προς το άνω Ταμείο έχει ως εξής:
ΕΤΟΣ - ΜΗΝΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ ΗΜΕΡ/ΝΙΑ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΠΟΣΟΥ
[ΠΑΡΑΤΙΘΕΤΑΙ ΠΙΝΑΚΑΣ]
ΣΥΝΟΛΟ ..................75.316,71 ..................19.084,70 ..............................................
και 75.316,71 ευρώ - 19.084,70 ευρώ = 56.232,01.
Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι εξώφλησε πλήρως το ως άνω ποσό, αφού κατέβαλε προς το εν λόγω ταμείο εν συνόλω 102.160,73 ευρώ, δεν είναι βάσιμος παρά μόνον καθ' όσον αφορά τις οφειλές για το χρονικό διάστημα 1.1.02 έως 31.3.02, που κατέβαλε αυτές εκπροθέσμως και εν μέρει τις οφειλές του για τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο και Απρίλιο του έτους 2003, αφού, οι πέραν των αναφερομένων στον άνω πίνακα καταβολές, καταλογίσθηκαν σε εξόφληση άλλων προγενέστερων ή μεταγενέστερων οφειλών του προς το ίδιο Ταμείο. Επίσης, αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός του ότι δεν γνωρίζει και, συνεπώς, δεν μπορεί να υπολογίσει πώς προκύπτει η κατά μήνα οφειλή του, αφού το ταμείο αρνείται να προσδιορίσει τους εργαζόμενους για τους οποίους όφειλε τις εισφορές, καθώς και τον κατά μήνα μισθό του καθενός από αυτούς. Τούτο δε διότι ο προσδιορισμός των οφειλών κατά μήνα δεν έγινε από το Ταμείο αυθαίρετα, αλλά με βάση τις ΑΠΔ που υπέβαλε η ίδια η οφειλέτρια εταιρεία και δή ο κατηγορούμενος ως εκπρόσωπός της, στην οποία διαλάμβανε τους εργαζόμενους και τις αποδοχές της επί των οποίων υπολογίσθηκαν εν τέλει και οι οφειλόμενες εισφορές. Ο ισχυρισμός, εξ άλλου, του κατηγορουμένου ότι η υπ' αριθ. ... πράξη του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΑΤΤΑ εκδόθηκε κατά παράβαση της αρχής της προηγούμενης ακρόασης, αφού δεν της κοινοποιήθηκε, ούτως ώστε να τους δοθεί η δυνατότητα να ασκήσουν κατ' αυτής τα προβλεπόμενα από το νόμο ένδικα βοηθήματα και μέσα, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην παρούσα υπόθεση, εφόσον η πράξη αυτή δεν έχει ανακληθεί διοικητικά ή ακυρωθεί δικαστικά. Η υπ' αριθ. 11190/2006 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της ανακοπής που άσκησε η οφειλέτρια εταιρεία κατά της από 19.1.05 ατομικής ειδοποιήσεως χρεών της ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών, της υπ' αριθ. ... ταμειακής βεβαίωσης του προϊσταμένου της ίδιας ΔΟΥ και της υπ' αριθ. ... πράξης του Δ.Σ. του ΤΑΤΤΑ δεν ακύρωσε την τελευταία αυτή πράξη, αλλά μόνο την υπ' αριθ. 9540/05 ταμειακή βεβαίωση, για το λόγο ότι οι αναφερόμενες στη βεβαίωση αυτή απαιτήσεις του Ταμείου δεν κατέστησαν οριστικές. Επομένως, η απόφαση αυτή, είτε μόνη, είτε σε συνδυασμό με την ένσταση εξωφλήσεως που ανωτέρω προεκτέθηκε, δεν αναιρεί το δόλο του κατηγορουμένου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ίδιος, λόγω της μη οριστικοποίησης της οφειλής, ούτε τον απαλλάσει από την υποχρέωση καταβολής. Ομοίως, εφόσον η παραπάνω παραμένει σε ισχύ και δεν ακυρώθηκε δεν ασκεί έννομη επιρροή και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η πράξη αυτή στερείται αιτιολογίας, διότι δεν προκύπτουν από αυτή οι απασχοληθέντες εργαζόμενοι, οι αποδοχές τους, το χρονικό διάστημα που αφορούν οι επί μέρους οφειλές κτλ. Σε κάθε δε περίπτωση τα ανωτέρω περιστατικά δεν αποτελούν στοιχεία θεμελιωτικά της αντικειμενικής υποστάσεως των διωκομένων εγκλημάτων και ως προς τη θεμελίωσή της υποκειμενικά δεν είναι πειστικός ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι είχε αμφιβολίες ως προς το ύψος της οφειλής του, καθώς μάλιστα δεν προβαίνει και σε προσδιορισμό αυτής με βάση τους εργαζόμενους και τις αμοιβές τους που ο ίδιος γνωρίζει ότι απασχολούσε. Κατά συνέπειαν πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις ως άνω πράξεις και να αναγνωρισθεί υπέρ αυτού ως ελαφρυντική περίσταση η συνδρομή του άρθρου 84 παρ. 2β' Π.Κ., δεδομένου ότι απεδείχθη ότι η μη καταβολή των ως άνω οφειλών δεν οφείλεται σε δυστροπία του κατηγορουμένου, αλλά στη σοβαρή οικονομική δυσπραγία της εταιρείας που εκπροσωπούσε. Τούτο προκύπτει ιδίως από το γεγονός ότι κατέβαλε προς τον άνω Ασφαλιστικό Οργανισμό διάφορα χρηματικά ποσά, τόσο για το πριν, όσο και για το μεταγενέστερο της ένδικης οφειλής χρονικό διάστημα". Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των αξιοποίνων πράξεων της μη καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών με το ακόλουθο διατακτικό: "Στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 μέχρι και Μάϊο 2004, όντας πρέοδρος του διοικητικού της συμβουλίου και εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕ ΜΕΜΦΙΣ", που βρίσκεται στην οδό ..., αν και απασχόλησε ως εργοδότης κατά το χρονικό διάστημα από την 1.1.2002 μέχρι και Μάιο 2004. με σχέση εξαρτημένης εργασίας, με αμοιβή, προσωπικό ασφαλισμένο στο Ταμείο Ασφαλίσεως Τεχνικών Τύπου Αθήνας (Τ.Α.Τ.Τ.Α.), δηλαδή σε Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης που υπάγεται στο Υπουργείο Εργασίας και ώφειλε για την ασφάλιση του προσωπικού του να καταβάλει στον Οργανισμό αυτό τις παρακάτω εισφορές μέσα σε (30) μέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, μέσα στο οποίο παρεσχέθηκε η εργασία, εν τούτοις:Α] Δεν κατέβαλε στον Οργανισμό αυτό τις ασφαλιστικές εισφορές (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΕΣ) που τον βαρύνουν και που ανέρχονται στο ποσό των "9.392,00" ευρώ από τότε που έγιναν απαιτητές, Β] Δεν κατέβαλε στον Οργανισμό αυτό τις ασφαλιστικές εισφορές (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ), τις οποίες παρεκράτησε, με σκοπό να τις αποδόσει στον Οργανισμό αυτό από τότε που έγιναν απαιτητές από τους σ' αυτούς εργαζομένους, οι οποίες βαρύνουν αυτόν και που ανέρχονται δε αυτές στο ποσό των "24.061,00" ευρώ, τις οποίες ιδιοποιήθηκε παράνομα". Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας σε σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό διέλαβε ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία ως προς το χρόνο κατά τον οποίο γεννήθηκαν οι οφειλόμενες από τον αναιρεσείοντα εργοδοτικές και εργατικές εισφορές. Ειδικότερα, ενώ κατά το σκεπτικό ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων εξόφλησε τις εργοδοτικές και εργατικές εισφορές προς το Ταμείο Ασφαλίσεως Τεχνικών Τύπου Αθηνών από 01-01-2002 έως 31-03-2002, ήτοι τις εισφορές των μηνών Ιανουαρίου Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2002 και συνεπώς τις εισφορές των τριών τούτων μηνών δεν τις όφειλε εν τούτοις σύμφωνα με το διατακτικό καταδικάστηκε διότι δεν κατέβαλε τις εισφορές αυτές από 01-01 -2002 μέχρι το Μάιο του 2004, ήτοι καταδικάστηκε και για τις εισφορές που γεννήθηκαν κατά τους τρεις αυτούς μήνες, τις οποίες όμως κατά τις παραδοχές του σκεπτικού τις είχε εξοφλήσει. Έτσι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται ελλιπής και αντιφατική και το Δικαστήριο της ουσίας στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης.
Συνεπώς οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι της αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου (άρθρο 1 ΑΝ 86/1967) είναι βάσιμοι, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων. Όθεν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 33366/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή