Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1007 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Υπέρβαση εξουσίας, Τραπεζική επιταγή, Δόλος.




Περίληψη:
Καταδίκη του αναιρεσείοντος για έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση. Το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία. Όχι ανάγκη ειδικής αιτιολογίας για το δόλο του αναιρεσείοντος. Όχι προβολή από τον αναιρεσείοντα του ισχυρισμού περί παύσεως των πληρωμών του εκπροσ/νου απ' αυτόν συνεταιρισμού, προ της εκδόσεως των επίμαχων επιταγών, ανεξαρτήτως του ότι το γεγονός τούτο δεν επηρεάζει το αξιόποινο της συμπεριφοράς του και δη δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα, ούτε εξαλείφει το αξιόποινο του άνω αδικήματος. Τέλος, ναι μεν το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, επέβαλε την ποινή που είχε επιβληθεί και πρωτόδικα, πλην όμως δεν αθωώθηκε αυτός για κάποια από τις μερικότερες πράξεις, ούτε έπαυσε οριστικά η κατ' αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη για κάποια απ' αυτές. Απορρίπτονται οι από 3 άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄, Ε΄ και Η΄ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτει.




Αριθμός 1007/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βησσαρίωνα Κωνσταντούλα, περί αναιρέσεως της 12071/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2020/2006.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, μετά και από την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. α' του ν. 2408/1996, εκείνος, ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ'αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται αντικειμενικά μεν 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρίας, που εκπροσωπείται απ'αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, οπωσδήποτε κατά το χρόνο εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της εκδόσεως επιταγής που είναι ακάλυπτη, χωρίς να εξετάζεται το έγκυρο ή άκυρο η υποστατό της υποκειμένης σχέσεως. Ειδικότερα, αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, μετά την αντικατάσταση της διατάξεως της παρ. 1 του άνω άρθρου 79 με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, εξέλιπε από αυτό η παλαιότερη πρόβλεψη, η οποία, ενόψει του ότι έκανε λόγο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής "εν γνώσει" του δράστη, άφηνε έξω από την περιγραφή της αναγκαίας για την κατάφαση του εγκλήματος υπαιτιότητας του εκδότη τον ενδεχόμενο δόλο. Έτσι, για την πλήρωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού δεν απαιτείται ο εκδότης να τελεί "εν γνώσει" της ανυπαρξίας διαθέσιμων κεφαλαίων, αλλά αρκεί προς τούτο ότι αυτός θεωρεί την έλλειψη πιθανή και την αποδέχεται. Το αξιόποινο δε του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από την έλλειψη κάθε αιτίας ή οφειλής του εκδότη, γιατί το έγκλημα αυτό, ενόψει της φύσεως της επιταγής ως χρηματικού μέσου πληρωμής και της ανάγκης προστασίας των συναλλαγών, πραγματώνεται με μόνη την έκδοση η μη πληρωμή της ακάλυπτης επιταγής χωρίς να ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση μεταξύ εκδότη και λήπτη της επιταγής, δεδομένου ότι στο πεδίο του ποινικού δικαίου δεν ερευνάται η αιτία εκδόσεως. Ούτε αίρεται το άδικο της πράξεως αν η ενσωματωμένη στην επιταγή απαίτηση είναι μη αγώγιμη ή δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του εκδότη, λόγω του ανύπαρκτου ή παράνομου της αιτίας. Αρκεί η επιταγή ως αξιόγραφο να έχει τα τυπικά στοιχεία της εγκυρότητας. Εξάλλου, το άρθρο 79 παρ. 1 Ν. 5960/1933 δεν παραπέμπει στο άρθρο 534 Εμπ. Ν., ούτε και κατ'άλλο τρόπο το τελευταίο αποτελεί προϋπόθεση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 79 παρ. 1 Ν. 5960/1933, οπότε, σε περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής του άρθρου 534 Εμπ. Ν., να τίθεται ζήτημα εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής του άρθρου 79 παρ. 1 Ν. 5960/1933.
Συνεπώς, ούτε από τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 Ν. 5960/1933, ούτε από κάποια άλλη, προκύπτει ότι, αν ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής είχε, κατά το χρόνο εκδόσεώς της, πτωχεύσει ή παύσει τις πληρωμές του, ως έμπορος, το γεγονός τούτο επιδρά στο κύρος της επιταγής ή στο αξιόποινο της συμπεριφοράς του και ειδικότερα ότι αίρει τον άδικο χαρακτήρα ή εξαλείφει το αξιόποινο αυτής. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτή περιέχονται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το Δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Ειδικότερα, η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ'αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τέτοια πρόσθετα στοιχεία δεν αξιώνονται πλέον από το νόμο στην περίπτωση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, ενώ, η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠοινΔ και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 12.071/2006 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και τους αναφερόμενους σ'αυτό χρόνους τέλεσε την αποδιδόμενη σ'αυτόν αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 79 Ν. 5960/33 κατ' εξακολούθηση, όπως αυτή, κατά τα συνιστώντα την αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση πραγματικά περιστατικά, στο διατακτικό της παρούσης περιγράφεται. Ειδικότερα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ. του Συνεταιρισμού με τον διακριτικό τίτλο "..." εξέδωσε στη ... τις εξής επιταγές, όλες σε διαταγή της εγκαλούσης εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΝΑΛΚΟ ΕΠΕ": 1) στις ... τη με αριθμό ..., ποσού 34.638,54 ευρώ με πληρώτρια τράπεζα τη "NOVA BANK", 2) την ... τη με αριθμό ... ποσού 24.822,15 ευρώ με πληρώτρια τράπεζα την "ASPIS BANK" και 3) στις ... τη με αριθμό ... ποσού 44.185,85 ευρώ με πληρώτρια τράπεζα την "ΛΑΪΚΗ". Όλες οι εν λόγω επιταγές εμφανίστηκαν από την εγκαλούσα τελευταία κομίστρια προς πληρωμή στις ..., ... και ..., αντίστοιχα, ήτοι εντός της νομίμου οκταημέρου προθεσμίας από την έκδοσή τους στην πληρώτρια τράπεζα η ως άνω τρίτη επιταγή και στην τράπεζα Πειραιώς οι λοιπές, η οποία ενήργησε μετά από ρητή προς αυτήν εξουσιοδότηση των ως άνω πληρωτριών, ως αντιπρόσωπος αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 211 ΑΚ (βλ. ΑΠ 726/2006 Ποιν. Δ/νη 2006.1104), πλην όμως δεν πληρώθηκαν, ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων στους λογαριασμούς που αναφέρονται στο διατακτικό ότι ετηρούντο σ'αυτές. Ο κατηγορούμενος γνώριζε την μη ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων τόσο κατά το χρόνο εμφανίσεως και μη πληρωμής τους, όσο και κατά το χρόνο εκδόσεώς τους. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατ' εξακολούθηση του αδικήματος της εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 β' ΠΚ, το οποίο του αναγνωρίσθηκε πρωτόδικα". Ακολούθως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, ... του ότι "με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, στη Θεσσαλονίκη στις ..., ..., ... εξέδωσε επιταγές μη πληρωθείσες από τις πληρώτριες τράπεζες, στις οποίες δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της πληρωμής αυτών, και συγκεκριμένα εξέδωσε τις υπ'αριθμ. ... επιταγή, ποσού 24.822,15 ευρώ, την υπ'αριθμ. ... επιταγή, ποσού 44.185,85 ευρώ, και την υπ'αριθμ. ... επιταγή, ποσού 34.638,54 ευρώ, σε διαταγή της "VINALKO Ε.Π.Ε." προς τις ASPIS BANK, ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ και NOVA BANK, αντίστοιχα, οι οποίες εμφανίσθηκαν προς πληρωμή στις ..., ... και 1..., αντίστοιχα, και δεν πληρώθηκαν, γιατί στους λογαριασμούς με αριθμούς ..., ... και ..., αντίστοιχα, του κατηγορουμένου δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια". Στη συνέχεια δε το άνω Δικαστήριο, αφού αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. β' ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 18 μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία έτη.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 του Π.Κ. και άρθρ. 79 του ν. 5960/1933, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και χωρίς έτσι να στερήσει την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρας, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Ειδικότερα δε, σε σχέση με το υποκειμενικό στοιχείο της πιο πάνω πράξεως, δηλαδή το δόλο, δεν υπήρχε ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική της υπόσταση και εξυπακούεται η ύπαρξή του από την πραγμάτωση αυτών. Τέλος, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι δεν είχε υποβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τη συνήγορό του οιοσδήποτε αυτοτελής ισχυρισμός, ούτε εκείνος για κήρυξη του εκπροσωπούμενου από αυτόν (αναιρεσείοντα) πιο πάνω συνεταιρισμού σε κατάσταση πτωχεύσεως με την υπ' αριθ. 7459/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ορίσθηκε χρόνος παύσεως των πληρωμών η 1-1-2001, ήτοι προγενέστερος του χρόνου εκδόσεως των επιδίκων επιταγών (..., ...και ...), οπότε λογίζεται η μη πληρωμή τους ως ανυπαίτια και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933. Επομένως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, και μάλιστα αιτιολογημένα, σε ισχυρισμό που δεν είχε προβληθεί. Πέραν τούτων, το γεγονός ότι, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, ο ειρημένος συνεταιρισμός, που κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως, είχε παύσει τις πληρωμές του κατά το χρόνο εκδόσεως των άνω επιταγών, δεν επηρεάζει το αξιόποινο της συμπεριφοράς αυτού (κατηγορουμένου) και ειδικότερα δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα, ούτε εξαλείφει το αξιόποινο του άνω αδικήματος. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 470 εδ. α' του ΚΠοινΔ, επί ενδίκου μέσου που ασκήθηκε εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν επιτρέπεται να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως, και δη είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων εις βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχειρίσεως αυτού, που επέρχεται κυρίως, όταν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (νομική χειροτέρευση), διαπιστούμενη από τη σύγκριση του περιεχομένου των διατακτικών, αφενός της πρωτόδικης αποφάσεως που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου αυτής που εκδίδεται από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επί του ενδίκου μέσου. Η παράβαση της ανωτέρω απαγορεύσεως αποτελεί υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τον αναιρετικό έλεγχο επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, διατηρήθηκε πράγματι από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η ίδια ποινή φυλακίσεως με εκείνη που είχε επιβληθεί στον αναιρεσείοντα πρωτοδίκως, αλλά δεν αθωώθηκε αυτός από το ίδιο Δικαστήριο για κάποια από τις αναφερόμενες στο διατακτικό της πρωτόδικης αποφάσεως τρεις (3) ακάλυπτες επιταγές, ούτε έπαυσε οριστικά η εναντίον του ποινική δίωξη για κάποια από αυτές, ώστε να επιβαρυνθεί έτσι η νομική του μεταχείριση ή να χειροτερεύσει η πραγματική του κατάσταση, αφού δεν έλαβε χώρα εν προκειμένω πλήρης ικανοποίησης της κομίστριας της πληρωτέας από την Τράπεζα "NOVA BANK υπ' αριθ. ... επίμαχης επιταγής, ώστε να τύχει εφαρμογής για την επιταγή αυτή η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 § 1β του Ν. 2408/1996, σύμφωνα με την οποία "Το αξιόποινο της πράξης της παρ. 1 εξαλείφεται αν ο υπαίτιος αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής". Άλλωστε, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αποτελεί παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ούτε η μερική εξόφληση της ειρημένης επιταγής, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, καθόσον ουδέν αναφέρεται περί αυτής (μερικής εξοφλήσεως) στο σκεπτικό ή το διατακτικό της αποφάσεως, αλλ'απλώς περιλαμβάνεται μεταξύ των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου μία "απόδειξη πληρωμής ποσού "2.934,70" ευρώ για την τρίτη επιταγή". Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Δεκεμβρίου 2006 αίτηση του ... για αναίρεση της 12071/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ