Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1707 / 2009    (Α, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική.




Περίληψη:
Ψευδής καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση. Απορρίπτει λόγο αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας.




Αριθμός 1707/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιουλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νικολακόπουλο, για αναίρεση της 173/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1)Ψ2 συζ. Ψ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Μουζάκη και 2)Ψ1, που δεν παραστάθηκε.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 902/2009.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 229 § 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής και ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθεια της και να έγινε απ' αυτόν με σκοπό να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται αντικειμενικώς μεν ή διάδοση από τον δράστη για άλλον ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν την γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στο οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η εν λόγω αιτιολογία, όταν για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, όπως συμβαίνει επί συκοφαντικής δυσφημήσεως, πρέπει να εκτείνεται και σ' αυτό. Η ίδια αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία γιο την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και ο προβλεπόμενος από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ, κατά τον οποίο δεν αποτελούν άδικη πράξη οι εκδηλώσεις που γίνονται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, αλλά, όπως συνάγεται από την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προταθεί μόνο όταν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση της απλής δυσφήμησης (άρθρο 362 ΠΚ) ή της εξύβρισης (άρθρο 361 παρ. 1 ΠΚ), όχι όμως και όταν οι εκδηλώσεις αυτές περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 ΠΚ, δηλαδή όταν υπάρχει διάδοση ή ισχυρισμός ενώπιον τρίτων ψευδούς ισχυρισμού, εν γνώσει του ψεύδους. Στην τελευταία περίπτωση, εφόσον ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος, η απόρριψή του δεν χρήζει ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 173/2009 απόφασή του, δέχθηκε, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος είναι δικηγόρος Αθηνών και έχει χειρισθεί διάφορες υποθέσεις του Χρηματιστηρίου Αθηνών, μεταξύ των οποίων και την αντιδικία μεταξύ των Σ1 κατά του Ψ1. Στις 29/9/2001 όταν μετέβη στο Αστυνομικό Τμήμα ..., για να πληροφορηθεί το λόγο κλήσης ου πελάτη του Π1 από το τμήμα και ανέγνωσε την από 18/9/2001 ένορκη κατάθεση της δεύτερης των εγκαλούντων Ψ2, καταμήνυσε την ανωτέρω και το σύζυγο της Ψ1. Το σχετικό απόσπασμα της από 19/9/2001 ένορκης κατάθεσης της Ψ2(η κατάθεση αυτή είναι συμπληρωματική της από 13/9/2001 όμοιας) που ενδιαφέρει στην προκείμενη περίπτωση, έχει ως ακολούθως, "... είναι αξιοπερίεργο και ουδόλως κατ' εμένα τυχαίο ότι σε μία εξώδικη προειδοποίηση που έστειλε προς το σύζυγο μου Ψ1 υπογράφεται από κάποιο δικηγόρο ονόματι (αναφέρεται μόνο το επώνυμο που είναι ίδιο με του Χ1), ο οποίος είναι ταυτοχρόνως και συνήγορος του κ. Σ1 με τον οποίο είμαστε αντίδικοι. Για το λόγο αυτό ακριβώς πιστεύω ότι ο Π1 έχει προκαλέσει εν αγνοία μας με διάφορες ενέργειες του γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ της εταιρίας "..." και διαφόρων αντιδίκων μας". Ο κατηγορούμενος με την από 20/9/2001 έκθεση ένορκης εξέτασης, ενώπιον του Υπαστυνόμου Α' του Α.Τ. ... Υ1, κατεμήνυσε εν γνώσει του ψευδώς την ανωτέρω και το σύζυγο της Ψ1 για συκοφαντική δυσφήμηση και ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή αντίστοιχα και συγκεκριμένα ανέφερε ότι η πρώτη εγκαλούσα τον "παρουσιάζει ως άνθρωπο-δικηγόρο που παρακινεί τους πελάτες του σε τέλεση αδικημάτων" και ότι "ωθήθηκε στην πράξη της από το σύζυγο της Ψ1". Ο κατηγορούμενος έπραξε τα ανωτέρω για να προκαλέσει την ποινική δίωξη των εγκαλούντων για τις πράξεις αυτές(της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή) και πράγματι κατ' αυτών ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις πράξεις αυτές, μετά δε τη διενέργεια προανάκρισης εκδόθηκε το 754/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, το οποίο έχει καταστεί αμετάκλητο, με το οποίο κρίθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των τώρα εγκαλούντων για τις ως άνω πράξεις. Ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι όσα ανέφερε στην ως άνω μήνυση του ήταν ψευδή, και μ' αυτή απέβλεπε στο να κινηθεί εναντίον των τώρα εγκαλούντων η ως άνω ποινική δίωξη. Τούτο δε γιατί από το ως άνω απόσπασμα της κατάθεσης της Ψ2 δεν μπορεί να εξαχθεί ότι η τελευταία τον "παρουσίαζε ως άνθρωπο-δικηγόρο που παρακινεί τους πελάτες του σε τέλεση αδικημάτων". Το μόνο που αναφέρεται στην ως άνω κατάθεση της πρώτης εγκαλούσας σχετικά με το πρόσωπο του πρώτου κατηγορουμένου, χωρίς οποιοδήποτε χαρακτηρισμό ή αξιολογική ή άλλη κρίση είναι ότι ο Π1 και ο Σ1 έχουν αυτόν (κατηγορούμενο) ως συνήγορο και από το γεγονός αυτό οδηγείται στην εκτίμηση ότι ο Π1 έχει δημιουργήσει "γέφυρα επικοινωνίας" μεταξύ της ως άνω εταιρείας και διαφόρων αντιδίκων τους(ενν. τον Σ1) Άλλα πραγματικά περιστατικά πλην των όσων αναφέρονται στην από 18/9/2001 ένορκη κατάθεση της Ψ2 (όσα αναφέρονται στο ως άνω απόσπασμα) δεν ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος ότι περιήλθαν εν γνώσει του εξ αιτίας των οποίων να οδηγήθηκε στην υποβολή της ως άνω μήνυσής του με το προεκτεθέν περιεχόμενο.
Συνεπώς ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι όσα ανέφερε στην ως άνω μήνυση του για τους εγκαλούντες είναι ψευδή και στην ενέργεια του αυτή προέβη με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη τους και συνεπώς στοιχειοθετείται πλήρως η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της ψευδούς καταμήνυσης που τελέστηκε στο... στις 20/9/2001. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε και διέδωσε για τους εγκαλούντες ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη τους εν γνώσει του ότι είναι ψευδή και συγκεκριμένα :1)Στο ... στις 20/9/2001 με την από ιδία ημερομηνία ένορκη κατάθεση του ενώπιον του υπαστυνόμου του Α.Τ. ... Υ1, γνώση της οποίας έλαβαν και άλλοι ανακριτικοί υπάλληλοι, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών, οι γραμματείς και οι Δικαστές του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, ισχυρίστηκε και διέδωσε για τους εγκαλούντες Α. και Ψ1 τα προαναφερθέντα υπό στοιχεία Α' ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη τους γνωρίζοντας ότι είναι ψευδή, 2)Στην ... στις 28/2/2002, με την υπό την υπό ιδία ημερομηνία ένορκη κατάθεση του ενώπιον της πταισματοδίκη Αθηνών, γνώση της οποίας έλαβαν οι γραμματείς, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών και οι Δικαστές του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, ισχυρίσθηκε και διέδωσε για τους ίδιους ως άνω εγκαλούντες ότι στις 27/2/2002 σε κεντρικό ξενοδοχείο των Αθηνών κάποιος τρίτος του είπε, "να μην ανακατεύεσαι με τον Ψ1, έχει υψηλές γνωριμίες, όχι μόνο με πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες αλλά και με τη "νύχτα" και ότι αυτά τον οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η δεύτερη των εγκαλούντων πιέστηκε πολύ από το σύζυγο της για όσα διέπραξε, προς τον οποίο δηλώνει ότι οι "απειλές του και οι μαφιόζικες ενέργειες του" δεν θα πτοήσουν τους δεκάδες επενδυτές και αντιδίκους του εγκαλούντος ούτε ασφαλώς και τον ίδιο. Τα ανωτέρω τα οποία ισχυρίστηκε και διέδωσε ο κατηγορούμενος ενώπιον τρίτων, με τις δύο ως άνω ένορκες καταθέσεις του ήταν ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων και τα ισχυρίστηκε γνωρίζοντας ότι είναι ψευδή. Στοιχείο που ενισχύει την κρίση αυτού του δικαστηρίου ότι γνώριζε ότι τα αναφερόμενα στην από 27/2/2002 ένορκη κατάθεση του είναι ψευδή αποτελεί το ότι επιχείρησε να αποδώσει όσα ο ίδιος ισχυρίστηκε και διέδωσε ως άνω σε κάποιον τρίτο τον οποίο δεν κατονόμασε. Το ότι στο ακροατήριο αυτού του δικαστηρίου, δηλαδή μετά πάροδο επτά (7) περίπου ετών, ανέφερε το πρώτον ότι ο "κάποιος τρίτος" είναι ο ήδη αποβιώσας Θ1 δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετη κρίση και αποτελεί προσπάθεια μετάθεσης των ευθυνών για όσα ο ίδιος ισχυρίστηκε και διέδωσε σε αποβιώσαντα κατά το χρόνο του ισχυρισμού του αυτού. Τούτο ενόψει και του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος δεν επικαλείται άλλη πηγή πληροφοριών πλην του τότε "τρίτου" και τώρα "Θ1".
Συνεπώς πλήρως αποδείχθηκαν τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 363 Π.Κ.) πραγματικά περιστατικά, στο οποίο, κατά το άρθρο 367 παρ.2 περ. α' του Π.Κ. δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 του Π.Κ. στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης. Επομένως ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι όσα ισχυρίστηκε ως άνω τα έπραξε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και για τη διαφύλαξη νομίμου δικαιώματος του είναι μη νόμιμος και πρέπει να απορριφθεί (άρθρα 367 παρ.2 εδ α'). Μετά από αυτά ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, κατά συρροή". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο Χ1, για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε στο σκεπτικό της την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος -αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αλληλοσυμπληρώνεται από το διατακτικό, χωρίς αυτό να αποτελεί απλή τυπική επανάληψη του τελευταίου, παρατίθενται τα αναγκαία κατά το νόμο πραγματικά περιστατικά για την στοιχειοθέτηση των προαναφερομένων εγκλημάτων, αιτιολογείται δε με σαφήνεια και πληρότητα ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος, τόσο ως προς τη διάπραξη της αξιόποινης πράξης της ψευδούς καταμήνυσης όσο και της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο μοναδικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσον αφορά, ειδικότερα, την ύπαρξη αμέσου δόλου του κατηγορουμένου. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει, για έρευνα, άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας (άρθρο 178,183 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-3-2009 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 173/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει αυτόν στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουλίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή