Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2271 / 2009    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Ακροάσεως έλλειψη, Τραπεζική επιταγή, Ποινής μετατροπή.




Περίληψη:
Επιταγή. Λόγοι αναιρέσεως: Α) Απόλυτη ακυρότητα διότι ελήφθησαν υπόψη και τα έγγραφα των οποίων έγινε ανάγνωση στο ακροατήριο, χωρίς να προκύπτει ποια ήταν τα συγκεκριμένα έγγραφα. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται διότι γίνεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ειδική μνεία ότι πρόκειται για τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν τότε. Β) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν περιλαμβάνονται όλα τα περιστατικά που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος και ειδικότερα η γνώση του κατηγορουμένου ως προς την ύπαρξη διαθέσιμων κεφαλαίων στο λογαριασμό του. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται διότι στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής διαλαμβάνεται ότι ο δράστης ενήργησε εκ προθέσεως, σημαίνει ότι αυτός γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 79 § 1 Ν. 5960/1933, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα. Γ) Έλλειψη ακροάσεως, διότι το Δικαστήριο δεν απάντησε στο αίτημα για μετατροπή της ποινής φυλακίσεως των τριών ετών. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται, διότι το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, αφού το αίτημα ήταν αόριστο. Απορρίπτεται η αίτηση στο σύνολό της.




Αριθμός 2271/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια- Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Κουφάκη, περί αναιρέσεως της 20250/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 369/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333, 364 και 369 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προς σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε, επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας διότι έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Εξ άλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας στο ακροατήριο διαβάζονται τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί, κατά δε την διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει την κατά το άρθρο 171 εδ. δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας απόλυτη ακυρότητα που καθιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, επικαλούμενος ότι το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφαση του έλαβε υπόψη του και στήριξε την περί της ενοχής κρίση του στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, χωρίς να προσδιορίζει τα έγγραφα αυτά, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητά τους. Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά, παραδεκτά επισκοπούμενα για τον έλεγχο της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου και από την ανάγνωση των εγγράφων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η πρωτόδικη απόφαση και τα πρακτικά της από τα οποία αποδεικνύεται ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας, όπως αυτά προσδιορίζονται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, εξατομικευμένα, κατά τρόπο που καθιστά δυνατή τη διάγνωση ότι αυτά έχουν πράγματι αναγνωσθεί. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 79 παρ.1 του Ν.5960/1933 "περί επιταγής" όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αφενός μεν έκδοση έγκυρης επιταγής ήτοι συμπλήρωση των κατά νόμο στοιχείων επί του εντύπου και υπογραφή του εκδότη, αφετέρου δε έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή. Για να είναι, δηλαδή, αξιόποινη η πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων. Όταν, συνεπώς, στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής διαλαμβάνεται ότι ο δράστης ενήργησε εκ προθέσεως (εκ δόλου), σημαίνει ότι αυτός γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν.5960/1933, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα. Άρα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για το παραπάνω έγκλημα δεν είναι απαραίτητο να γίνεται σ' αυτή και ειδική αναφορά σε "γνώση" του εκδότη της επιταγής για την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν απαιτείται δηλαδή στην περίπτωση κατά την οποία αναφέρεται στην απόφαση ότι ο δράστης ενήργησε από πρόθεση, ειδικότερη αιτιολόγηση των στοιχείων της γνώσεως, όπως απαιτούσε η προαναφερόμενη διάταξη πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972. Εξ άλλου, η έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην καταδικαστική απόφαση, η οποία ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιο Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, το δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατ' είδος προσδιορίζει, "...ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, διότι την 15.4.2002, στην Αθήνα, εξέδωσε την στο διατακτικό αναφερόμενη επιταγή, ποσού 70.000.000 δρχ. εις διαταγήν τού εγκαλούντος, η οποία όταν παρουσιάστηκε την 22.4.2002 στην πληρώτρια τράπεζα για πληρωμή, δεν πληρώθηκε, διότι δεν υπήρχε αντίκρισμα". Ακολούθως το παραπάνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής και ειδικότερα του ότι στην ... την 15.4.02 εξέδωσε με πρόθεση επιταγή, που δεν πληρώθηκε στον πληρωτή της γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και πιο συγκεκριμένα την επιταγή με αριθμ. ... για να πληρωθεί από την ...ΤΡΑΠΕΖΑ για δραχμές 70.000.000 σε διαταγή Ψ και αφού παρουσιάστηκε την 22.4.2002 στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκε γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα" και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων ευρώ (3.000 €). Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινές διατάξεις που εφάρμοσε. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος, που προβάλλεται με τον δεύτερο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως, ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ελλιπής, διότι, δεν εκτίθεται σ' αυτή ότι γνώριζε την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα, κατά τον χρόνο εκδόσεως ή πληρωμής της επίμαχης επιταγής, είναι αβάσιμη, αφού όπως εκτίθεται στη νομική σκέψη της παρούσας, η αναφορά αυτή στη "γνώση", δεν είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αιτιολογίας και ειδικότερα για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος, για την οποία αρκεί η μνεία ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με πρόθεση. Περαιτέρω, η αιτίαση που προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα με τον αυτόν ως άνω λόγο αναιρέσεως ότι η απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι δεν αναφέρεται το όνομα εκείνου που εμφάνισε την επιταγή, αλλά ούτε και το κατάστημα της πληρώτριας Τράπεζας, στο οποίο εμφανίσθηκε η επιταγή για την πληρωμή της, είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, αφού με την ως άνω παραδοχή, ότι δηλαδή η επιταγή είχε εκδοθεί εις διαταγή του εγκαλούντος και ότι αφού παρουσιάστηκε στην πληρώτρια Τράπεζα δεν πληρώθηκε, είναι προφανές ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι η επιταγή εμφανίσθηκε προς πληρωμή από τον εγκαλούντα στην πληρώτρια Τράπεζα, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται και σε ποιο κατάστημα της ως άνω πληρώτριας Τράπεζας εμφανίσθηκε, αφού το νομικό πρόσωπο της πληρώτριας Τράπεζας είναι ένα και το αυτό. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 82 παρ.2 εδ. τελευταίο του Ποινικού Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 13 παρ.1 του Ν.2721/1999, η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα τρία, μπορεί, με απόφαση του δικαστηρίου ειδικά αιτιολογημένη, να μετατραπεί σε χρηματική, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η μετατροπή αρκεί για να αποτρέψει τον δράστη από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Εξ άλλου, αν υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον κατηγορούμενο και το δικαστήριο της ουσίας απορρίψει αυτό, πρέπει να αιτιολογήσει την απόρριψη ειδικώς και εμπεριστατωμένως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, διαφορετικά, αν αναιτιολόγητα απορρίψει το ως άνω αίτημα, ιδρύεται ο κατά τα ανωτέρω από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος. Πρέπει, όμως, το ως άνω αίτημα να προβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του, ήτοι εκείνα από τα οποία προκύπτει ότι αρκεί η μετατροπή για να αποτρέψει το δράστη από την τέλεση άλλων πράξεων και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως, που προβλέπει τη μετατροπή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος του κατηγορουμένου, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, μετά την περί ενοχής απόφαση του Δικαστηρίου "ζήτησε το ελάχιστο όριο της ποινής, μετατροπής και χρηματικής ικανοποίησης". Το αίτημα αυτό της μετατροπής της ποινής, έτσι που προβλήθηκε, χωρίς επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει ότι η μετατροπή της ποινής αρκεί για να αποτρέψει τον κατηγορούμενο από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων, είναι αόριστο.
Συνεπώς το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στο αίτημα αυτό και νομίμως το απέρριψε σιωπηρώς, χωρίς να αποφανθεί για τη μετατροπή της ποινής σε χρηματική, Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Β' του ΚΠΔ τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επομένως, και ενόψει του ότι δεν προβάλλονται άλλοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, ως αβάσιμη, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 § 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15 Ιανουαρίου 2008 αίτηση του Χ, κατοίκου Αθηνών για αναίρεση της 20.250/2007 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ