Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 741 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 741/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..... και ήδη προσωρινά κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ....., περί αναιρέσεως του με αριθμό 441/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Μαρτίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 367/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 87/11.3.2009 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Eισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ., την με αριθμό 39/9-3-2009 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ....., οδός ..... αρ. ... και ηδη προσωρινά κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ..... (η οποία ασκήθηκε στο όνομά του και για λογαριασμό του, από τον δικηγόρο Αθηνών Ιωάννη Ραχιώτη, δυνάμει της από 4/3/2009 προσαρτημένης στην αίτηση και νόμιμα θεωρημένης εξουσιοδότησης) και στρέφεται κατά του με αριθμό 441/09 βουλεύματός του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το με αριθμό 439/2009 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, που θα ορισθεί αρμοδίως, τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, προκειμένου αυτός να δικασθεί ως υπαίτιος των αξιοποίνων πράξεων της ληστείας κατά συναυτουργία, της κατοχής εκρηκτικών υλών ή εκρηκτικών βομβών με σκοπό τη χρησιμοποίηση αυτών για να προξενηθεί κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή κίνδυνος για άνθρωπο, της παράνομης οπλοφορίας, της παράνομης οπλοκατοχής και της οπλοχρησίας (άρθρα 272 § 1- ως αντικ. με άρθρο 3 Ν.2928/2001- 380 § 1 ΠΚ και 1 § αδ', 7 § 1, 8 εδ. α', 10 § 1, 13α και 14 Ν.2168/1993). Κατά του βουλεύματος αυτού ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε το με αριθμό 441/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο έκανε τυπικά δεκτή και εν μέρει κατ'ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας κατά τα λοιπά το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα, νομότυπα και παραδεκτά. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 27/2/2009 και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 9/3/2009, δηλαδή εντός της νομίμου προθεσμίας, ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών συνετάγη δε από εκείνον, η με αριθμό 39/2009 έκθεση, στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας η εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η απόλυτη ακυρότητα και η υπέρβαση εξουσίας. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι για τους οποίους ζητείται η αναίρεση αυτού του βουλεύματος.
ΙΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει να προκύπτει όμως ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα εξετίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και η σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. 'Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη επεξήγησης γιατί δεν εξαίρονται τα υπόλοιπα. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου (βλ. ΑΠ 67/2006 ΠΧ ΝΣΤ-697, ΑΠ 2253/2002 ΠΧ ΝΓ'-795). Εξάλλου κατά το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ., λόγω αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σ'αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Επίσης απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το συμβούλιο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον 'Αρειο Πάγο, ιδρύουσα τον από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. α' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν, την εμφάνιση, εκπροσώπηση, την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων του που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Ωσαύτως υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος, ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται κατά νόμο για την άσκηση της στη συγκεκριμένη περίπτωση (θετική υπέρβαση) ή όταν παραλείπει να ασκήσει (αρνητική υπέρβαση) τη δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος, καίτοι συντρέχουν οι απαιτούμενες για την άσκηση της προϋποθέσεις (βλ. ΟλΑΠ 9/2001 ΠΧ ΝΑ-788). Περαιτέρω κατά το άρθρο 272 §1 ΠΚ όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 § 1 Ν.2928/2001 "όποιος κατασκευάζει, προμηθεύεται ή κατέχει εκρηκτικές ύλες ή εκρηκτικές βόμβες με σκοπό να τις χρησιμοποιήσει για να προξενήσει κοινό κίνδυνο σε ξένα πράγματα ή κίνδυνο για άνθρωπο ή να τις παραχωρήσει σε άλλον για τέτοια χρήση τιμωρείται με κάθειρξη. Ως εκρηκτικές ύλες, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 § 1ε Ν.2168/1993 θεωρούνται τα στερέα ή υγρά σωμάτια τα οποία από οποιαδήποτε αιτία υφίστανται χημική μεταβολή και μετατρέπονται σε αέριες μάζες με συνθήκες υψηλών θερμοκρασιών ή πιέσεων με αποτελέσματα βλητικά ή εκρηκτικά, ως εκρηκτικός μηχανισμός δε, θεωρείται κάθε συσκευή που μπορεί να προκαλέσει έκρηξη οποιασδήποτε εκρηκτικής ύλης. Υποκείμενο του σωρευτικώς μικτού εγκλήματος του άρθρου 272 § 1 ΠΚ δύναται να είναι οποιοσδήποτε που κατασκευάζει, προμηθεύεται ή κατέχει εκρηκτικές ύλες ή εκρηκτικούς μηχανισμούς με σκοπό να τις χρησιμοποιήσει ο ίδιος για να προξενήσει κοινό κίνδυνο σε ξένα πράγματα ή κίνδυνο ανθρώπου. Απαραίτητο στοιχείο του εγκλήματος αυτού είναι η δολία προαίρεση του υπαιτίου, η οποία έγκειται στη γνώση και θέληση της κατοχής εκρηκτικών υλών (βλ. ΑΠ 851/08). Τέλος κατά το άρθρο 380 § 1 ΠΚ "όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή μερικά) κινητό πράγμα, ή τον εξαναγκάζει να του παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως τιμωρείται με κάθειρξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ληστείας, το οποίο είναι σύνθετο έγκλημα και προσβάλλει τα έννομα αγαθά της προσωπικής ελευθερίας και της ιδιοκτησίας, απαιτούνται, αντικειμενικώς η αφαίρεση ή ο εξαναγκασμός σε παράδοση από άλλον, με τη χρήση σωματικής βίας ή απειλής ενωμένων με επικείμενο για την ζωή ή το σώμα, κίνδυνο, ξένου εν όλω ή εν μέρει κινητού πράγματος, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση της ιδιότητας του πράγματος ως ξένου ολικά ή μερικά και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να το αφαιρέσει ή να εξαναγκάσει άλλον να του το παραδώσει με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παρανόμως (ΑΠ 2189/07, ΑΠ 1706/07).
ΙΙΙ. Στην κρινόμενη υπόθεση όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ'είδος και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία και μνημονεύονται στην εισαγγελκή πρόταση, τις από 21/10/08, 11/7/2008 και 9/4/2008 εκθέσεις εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛ.ΑΣ, την από 4/10/2007 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ιδίας υπηρεσίας και την απολογία του κατηγορουμένου με το σχετικό απολογητικό του υπόμνημα, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: O εκκαλών - κατηγορούμενος Χ, κατά την 3 Οκτωβρίου 2007 και περί ώρα 11.45 μαζί με άγνωστο άτομο, του οποίου τα στοιχεία ταυτότητας δεν έχουν ακόμη διακριβωθεί, έχοντας καλυμμένα τα πρόσωπα τους με κουκούλες, εισήλθαν στο επί της οδού ......, αριθ. ..., υποκατάστημα της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (Ε.Τ.Ε) και αφού ακινητοποίησαν με την απειλή πιστολιών και χειροβομβίδας τους πελάτες και υπαλλήλους αφαίρεσαν από τα ταμεία το χρηματικό ποσό των 23.373 ευρώ, με σκοπό να ιδιοποιηθούν παράνομα το εν λόγω χρηματικό ποσό το οποίο και τοποθέτησαν μέσα σε υφασμάτινο σακίδιο με κορδόνι μπλε χρώματος μαζί με τον οπλισμό. Κατά την παραμονή τους στην τράπεζα, ο ένας εκ των κατηγορουμένων, που επιτηρούσε το χώρο, χρονομετρούσε τη διάρκεια της ληστείας, με χρονόμετρο (μεγάλο ρολόι) που φορούσε στο αριστερό του χέρι. Στη συνέχεια οι ανωτέρω κατηγορούμενοι εξήλθαν της τράπεζας διέφυγαν αρχικά πεζοί διά της οδού ....., ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια, βγάζοντας τα μπουφάν και τις κουκούλες που φορούσαν και τοποθετώντας τα σε τσάντες. Οι ως άνω κατηγορούμενοι έγιναν αντιληπτοί από τον διερχόμενο πολίτη Α, ο οποίος τους ακολούθησε διακριτικά. Ο άγνωστος κατηγορούμενος επιβιβάσθηκε σε ποδήλατο διαφεύγοντας προς την οδό ......, ενώ ο κατηγορούμενος Χ κατευθύνθηκε πεζός προς την οδό ...... . Τον κατηγορούμενο Χ εξακολούθησε να ακολουθεί ο ανωτέρω πολίτης Α. Φθάνοντας στη συμβολή των οδών ...... και ...... ο κατηγορούμενος Χ επιβιβάστηκε και αυτός σε ποδήλατο, που προφανώς το είχε σταθμεύσει εκεί σε χρόνο προγενέστερο της ληστείας και προσπάθησε να διαφύγει, εμποδίστηκε όμως από τον πολίτη Α, ο οποίος τον είχε ακολουθήσει και στην προσπάθεια του να διαφύγει προσέκρουσε επί του υπ1 αριθ. ...... Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, το οποίο οδηγούσε ο Β, με αποτέλεσμα να προκαλέσει υλικές ζημιές στο αυτοκίνητο, ενώ ο ίδιος έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο οδόστρωμα. Στη συνέχεια ο ως άνω εκκαλών κατηγορούμενος προσπάθησε να επιβιβασθεί εκ νέου στο ποδήλατο και να διαφύγει, όμως εκεί ακινητοποιήθηκε προσωρινά από τον προαναφερόμενο πολίτη και στη συνέχεια συνελήφθη από Αστυνομικούς της Άμεσης Δράσης που είχαν κινητοποιηθεί από το R/T κέντρο και είχαν καταφθάσει άμεσα στο σημείο. Στην κατοχή του συλληφθέντος κατηγορουμένου Χ, στο σημείο της σύλληψης, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, εκτός άλλων: 1) μια πλαστική τσάντα (λινάτσα) με καρό σχέδιο, χρώματος μπλε -άσπρο - κόκκινο που περιείχε: α) ένα αντιανεμικό μπουφάν σκούρου μπλε χρώματος, β) ένα τσαντάκι μέσης μάρκας EASTPACK, εντός του οποίου υπήρχαν: μια χειροβομβίδα με την ένδειξη ARGES ......, το υπ' αριθμ. ...... πιστόλι, μάρκας CZ99 με γεμιστήρα πλήρη 15 φυσιγγίων των 9mm, μία μαύρη κουκούλα μάρκας POLO, δύο υφασμάτινα γάντια μαύρου χρώματος με την ένδειξη "SHARK", ένα κινητό τηλέφωνο .... με αριθμό κλήσεως ...... και ακουστικό με καλώδιο (HAND'S FREE), γ) ένα μαύρο τσαντάκι μάρκας DIESEL, που περιείχε το υπ' αριθμ. ...... πιστόλι μάρκας CZIOO, με γεμιστήρα πλήρη 13 φυσιγγίων των 9mm, μία μαύρη κουκούλα μάρκας POLO, ένα υφασμάτινο γάντι μαύρου χρώματος με την ένδειξη "SHARK" και το χρηματικό ποσό των 17.010 ευρώ, ήτοι: 285 χαρτονομίσματα των 50 ευρώ, 124 χαρτονομίσματα των 20 ευρώ και 28 χαρτονομίσματα των 10 ευρώ, δ) ένα υφασμάτινο σακίδιο με κορδόνι μπλε χρώματος που περιείχε το χρηματικό ποσό των 6.350 ευρώ, ήτοι: 58 χαρτονομίσματα των 50 ευρώ, 90 χαρτονομίσματα των 20 ευρώ, 138 χαρτονομίσματα των 10 ευρώ και 54 χαρτονομίσματα των 5 ευρώ. 2).......(βλ. την από 3-10-2007 έκθεση παράδοσης και κατάσχεσης). Ήτοι, στην κατοχή του εκκαλούντος -κατηγορουμένου βρέθηκε μέρος του χρηματικού ποσού, το οποίο προηγουμένως αυτός μετά του αγνώστου συγκατηγορουμένου του, είχαν αφαιρέσει, κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, από την ανωτέρω τράπεζα. Περαιτέρω, σε κατ' οίκον έρευνα, που διενεργήθηκε στην οικία του κατηγορουμένου Χ, με την παρουσία εκπροσώπου της Δικαστικής Αρχής, εκτός άλλων, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν κουκούλες, σκούφοι, γάντια, καπέλα τύπου τζόκεϊ, ένα πτυσσόμενο μεταλλικό γκλόμπ ένας μεταλλικός λοστός, ένα τσεκούρι με ξύλινη χειρολαβή, ένα αυτοσχέδιο ξύλινο γκλόμπ αποτελούμενο από δύο μέρη ενωμένα με αλυσίδα (βλ. την από 3.10.2007 έκθεση κατ'οίκον έρευνας και κατάσχεσης). Κατά το άρθρο 308 παρ.2 του ΚΠΔ, "οι. διάδικοι έχουν το δικαίωμα να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον εισαγγελέα, και πριν καταρτίσει την πρόταση του, ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενο της. Ο εισαγγελέας οφείλει σ' αυτή την περίπτωση να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το δικαίωμα αυτό, αν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά τον αντίκλητο που έχει διορίσει στην έδρα αυτή, για να προσέλθει και λάβει γνώση της πρότασης του μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες. "Η ειδοποίηση αυτή, μπορεί να γίνει και προφορικά ή τηλεφωνικά, οπότε αποδεικνύεται με βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα της εισαγγελίας, που επισυνάπτεται στη δικογραφία. Αν ο διάδικος δεν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου και δεν διόρισε αντίκλητο, δεν ειδοποιείται, χωρίς πάντως να εμποδίζεται από το λόγο αυτό να γνωρίσει την πρόταση του εισαγγελέα και μετά την υποβολή της στο συμβούλιο. Για το σκοπό αυτό κατατίθεται στο γραμματέα της εισαγγελίας αντίγραφο της πρότασης. Πριν παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα ημερών από την ειδοποίηση, η δικογραφία δεν εισάγεται στο συμβούλιο, αλλά παραμένει στη γραμματεία της εισαγγελίας, εκτός αν υπάρχει κίνδυνος παραγραφής", Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται όχι μόνο στη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου πλημμελειοδικών, αλλά και στη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου εφετών και του Αρείου Πάγου (άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ), η παραβίαση δε αυτής, όταν εκείνος που ζήτησε να λάβει γνώση της πρότασης του εισαγγελέα είναι ο κατηγορούμενος, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ) που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ. α' ΚΠΔ. Χρόνος υποβολής του αιτήματος για τη γνώση της εισαγγελικής πρότασης είναι μέχρι την κατάρτιση αυτής (ΑΠ 680/99 ΠΔικ 99/919).Τρόπος δε υποβολής είναι είτε με αυτοτελή αίτηση του διαδίκου που υποβάλλεται απευθείας στον αρμόδιο εισαγγελέα, ως ανεξάρτητης Αρχής, κατ' άρθρο 24 Ν. 1856/88, είτε και με δήλωση που περιέχεται στη συντασσόμενη από τον αρμόδιο γραμματέα έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου [ΑΠ 640/03 ΠΧΡ 04/136, 388/02, 388/02, 863/00, 1305/02, 1256/03 Π.ΧΡ.Ή Δ/931, 737/02 ΠΧΡ. ΝΑ/1098,203/03 Π.Λογ.03/224, 1385/02 Π.Λογ. 02/1457, 1326/02 Π.Λογ.02/1215], όχι όμως και με αίτηση ή με υπόμνημα που υποβάλλεται ενώπιον του ανακριτή (ΑΠ. 1388/02 Π.Λογ. 02/1487) ή στο Πρόεδρο του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών (βλ. επίσης σχετ. Α.Π 1533/2003, Σνμβ. ΠοινΧρ. ΝΔ, σελ. 522, ΑΠ 501/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση, Ο εκκαλών - κατηγορούμενος με το δικόγραφο της εφέσεως του προβάλλει ως λόγο εφέσεως ότι το εκκαλούμενο παραπεμπτικό υπ' αριθ. 439/2009 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών πάσχει από απόλυτη ακυρότητα, λόγω παραβίασης των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 308 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Και τούτο επειδή, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, αν και είχε υποβάλει δύο αιτήσεις, δεν του γνωστοποιήθηκε το περιεχόμενο της σχετικής προτάσεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών επί της ουσίας της κατηγορίας, με αποτέλεσμα να στερηθεί θεμελιώδους υπερασπιστικού δικαιώματος του, αφού δεν μπόρεσε να εκφέρει τις απόψεις του επί του περιεχομένου της , πριν την έκδοση του εν λόγω Βουλεύματος. Ειδικότερα , όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο δικηγόρος Αθηνών Ιωάννης Ραχιωτης, πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου, κατά την 31.10.2008, κατέθεσε αίτηση ενώπιον του Ανακριτή, απευθυνόμενη στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, ζητώντας να λάβει γνώση της σχετικής προτάσεως του. Επίσης ο κατηγορούμενος κατά την 2.2.2009, μέσω του ίδιου ως άνω δικηγόρου του, κατέθεσε νέα αίτηση με το ίδιο περιεχόμενο , απευθυνόμενη στον Πρόεδρο του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Σύμφωνα με τη σχετική διάταξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 308 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας "Οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον εισαγγελέα, και πριν καταρτίσει την πρόταση του, ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενο της ". Επομένως κατά ρητή επιταγή του νόμου και όπως εκτέθηκε παραπάνω, για να είναι παραδεκτό το συγκεκριμένο αίτημα του κατηγορουμένου, πρέπει η σχετική προς τούτο αίτηση του να έχει υποβληθεί απευθείας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και ενώπιον αυτού και όχι στον Ανακριτή ή σε οποιοδήποτε άλλο Δικαστικό όργανο, έστω και αν η σχετική αίτηση απευθύνεται, μέσω αυτού ,στον Εισαγγελέα, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να ενημερώσει για το περιεχόμενο της προτάσεως του τον αιτούντα κατηγορούμενο, δεδομένου, άλλωστε, ότι σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 24 του Ν. 1756/1988 , η Εισαγγελία αποτελεί αρχή ανεξάρτητη από τα Δικαστήρια (σχετ. ΑΠ 1533/2003 οπ 733, ΑΠ 142/2002 Ποιν.Χρ. ΝΒ, σελ. 837). Με τα δεδομένα αυτά, δεν υφίσταται ακυρότητα του ως άνω Βουλεύματος εξαιτίας του επικαλούμενου ως άνω λόγου, αφού και οι δύο αιτήσεις του κατηγορουμένου για να λάβει γνώση της σχετικής Εισαγγελικής προτάσεως μετά το πέρας της κυρίας ανάκρισης, δεν έχουν υποβληθεί νόμιμα, αλλά ενώπιον αναρμόδιων Δικαστικών Οργάνων. Ενόψει αυτών τα αιτήματα για την γνωστοποίηση της εισαγγελικής προτάσεως περιελήφθη απαραδέκτως στις παραπάνω αιτήσεις απευθυνόμενες στον Ανακριτή και στον Πρόεδρο του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και όχι σε σχετική αίτηση προς τον οικείο Εισαγγελέα (Α.Π. 1533/2003, 1713/2003 Πραξ Λογ ΠΔ 2003 σελ. 279, Π Λογ 2003 σελ. 1933) Επομένως είναι αβάσιμος ο λόγος εφέσεως περί απολύτου ακυρότητας, συνιστάμενος εις το ότι δεν γνωστοποιήθηκε η εισαγγελική πρόταση εις τον κατηγορούμενο (βλ. ΑΠ 501/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επί του δεύτερου λόγου εφέσεως του εκκαλούντος- κατηγορουμένου και ειδικότερα ότι το εκκαλούμενο Βούλευμα εσφαλμένα έκρινε ότι η κατοχή χειροβομβίδας συνιστά το έγκλημα της κατοχής εκρηκτικής βόμβας , που προβλέπεται και τιμωρείται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 272 του Ποινικού Κώδικα, επειδή η χειροβομβίδα, κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 του Ν. 2168/1993, συγκαταλέγεται στα όπλα και όχι στα εκρηκτικά, με συνέπεια η συγκεκριμένη πράξη να τιμωρείται με βάση τις διατάξεις του εν λόγω ειδικού Νόμου 2168/1993 και όχι με εκείνες του Ποινικού Κώδικα και μάλιστα σε βαθμό κακουργήματος , αλλά και επί του τρίτου λόγου εφέσεως του συνισταμένου στο ότι η σε βάρος του κατηγορία είναι εντελώς αόριστη, επειδή στο προσβαλλόμενο παραπεμπτικό Βούλευμα δεν αναφέρεται ο,τιδήποτε, με βάση το οποίο να προκύπτει σκοπός του για πρόκληση κοινού κινδύνου, πρέπει, να σημειωθούν τα ακόλουθα: Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω στη μείζονα σκέψη της αρχή του παρόντος Βουλεύματος, οι χειροβομβίδες, που είναι μικρού μεγέθους εκρηκτικά μηχανήματα, που χρησιμοποιούνται με εκσφενδόνιση τους με το χέρι, από όπου προέρχεται και η ονομασία τους, ανεξάρτητα του ότι υπάγονται στην κατηγορία των όπλων, ανήκουν και στην κατηγορία των βομβών, αφού οπωσδήποτε περιέχουν εκρηκτική ύλη, δηλ. σώμα στερεό, το οποίο υπό την επίδραση κρούσεως ή ανυψώσεως της θερμοκρασίας, σε ελάχιστο χρόνο υφίσταται χημική μεταβολή, που εκδηλώνεται με ταυτόχρονη ανάπτυξη μεγάλης ποσότητας αερίων και ικανής θερμότητας, με αποτελέσματα βλητικά ή ρηκτικά. Πέραν τούτων, όπως εκτέθηκε παραπάνω, για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται η κατασκευή, προμήθεια ή κατοχή εκ μέρους του δράστη εκρηκτικών υλών ή εκρηκτικών βομβών, περαιτέρω δε σκοπός του να χρησιμοποιήσει τις εκρηκτικές ύλες ή τις εκρηκτικές βόμβες ,για να προξενήσει κοινό κίνδυνο σε ξένα πράγματα ή κίνδυνο για άνθρωπο.
Συνεπώς, πρόκειται για έγκλημα σκοπού, αφηρημένης διακινδυνεύσεως, για τη θεμελίωση δε του αδίκου και κατ'επέκταση της ειδικής του υπόστασης είναι αδιάφορο αν τελικά επήλθε ή όχι το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα , δηλ. η πρόκληση κοινού κινδύνου σε ξένα πράγματα ή πρόκληση κινδύνου σε άνθρωπο. Η έννοια των σχετικών διατάξεων για τα εγκλήματα σκοπού είναι να τιμωρηθεί με την ποινή του τετελεσμένου εγκλήματος και η επιπλέον ενέργεια του δράστη που είναι πρόσφορη για την επίτευξη του πρόσθετου αποτελέσματος , έστω και αν τελικά ο σκοπός αυτός του δράστη δεν επιτεύχθηκε. (Βλ. Ν. Χωραφά: Ποινικόν Δίκαιον -Τόμος Α' -έκδ.9η- σελ. 242, υποσημ. αριθ.4) Αν ελλείπει όμως ο σκοπός αυτός, τότε μόνο εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις του Ν. 2168/1993 ή άλλη ειδική διάταξη ως επιεικέστερη, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας (Βλ. σχετ. Εφετ.Αθην. 1536/1983 , Ποιν.Χρ. ΛΓ, σελ. 973 και Α. ΚΟΝΤΑΞΗ: Ποινικός Κώδικας -τόμο Β, έκδ. Γ, σελ. 2371, 2373-2374). Στην ένδικη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα παραπάνω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, η χειροβομβίδα που κρατούσε κατά τη διάρκεια της ληστείας ο κατηγορούμενος, τύπου ARGES ..., Ελληνικής κατασκευής, έτους ..., με επωνυμία κατασκευαστή ELVIEMEK, συνολικού ύψους 8,9 cm, μεγίστης διαμέτρου του κυρίως σώματος αυτής 5,5 cm και βάρους 328g , η οποία έφερε ως κύρια γόμωση 37 g εκρηκτικής ύλης τετρανιτρικού πενταερυθρίτη (ΡΕΤΝ) και περιείχε περίπου 2.600 μεταλλικά σφαιρίδια διαμέτρου 2,5-3 mm , έχει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία ώστε να χαρακτηρίζεται ως εύχρηστη χειροβομβίδα. Ο κατηγορούμενος κατείχε την χειροβομβίδα αυτή με σκοπό να προκαλέσει την έκρηξη της, με περαιτέρω αναπόφευκτη συνέπεια τη δημιουργία κινδύνου , τόσο για τους υπαλλήλους της τράπεζας και τους πελάτες της που ήταν εκεί αλλά και για τους περαστικούς, δηλ. κοινού κινδύνου ανθρώπων, αλλά και κοινού κινδύνου ξένων πραγμάτων και συγκεκριμένα τόσο εγκαταστάσεων της τράπεζας, όσο και παρακειμένων ακινήτων (κατοικιών, καταστημάτων) αλλά και σε διερχόμενα αυτοκίνητα. Πέραν τούτου, το γεγονός ότι στο σημείο που συνελήφθη, όπως προκύπτει από τη σχετική με ημερομηνία 3-10-2007 Έκθεση Παράδοσης και Κατάσχεσης, κατείχε δύο πιστόλια, ένα με γεμιστήρα πλήρη 15 φυσιγγίων των 9 mm και ένα με γεμιστήρα πλήρη 13 φυσιγγίων των 9 mm, ενισχύει την άποψη ότι ο κατηγορούμενος έφερε τον ως άνω οπλισμό, με σκοπό να προξενήσει κοινό κίνδυνο σε ξένα πράγματα ή σε ανθρώπους, δηλαδή για να προξενήσει διακινδύνευση ευρύτερου κύκλου αγαθών, που είναι ανεπίδεκτος εκ των προτέρων προσδιορισμού. Άλλωστε, ο σκοπός του κατηγορουμένου και για την πρόκληση ζημιών κυρίως σε ξένα πράγματα αλλά ενδεχομένως και ανθρώπους, καθίσταται πρόδηλη και από το γεγονός ότι κατά την έρευνα που έλαβε χώρα στην οικία του βρέθηκαν και κατασχέθηκαν γκλόμπς, λοστοί, τσεκούρια και αλυσίδες (βλ. σχετικά την με ημερομηνία 3-10-2007 Έκθεση κατ' οίκον έρευνας και κατάσχεσης) αντικείμενα τα οποία ασφαλώς και είναι πρόσφορα για την επίτευξη των παραπάνω σκοπών. Επί του τέταρτου και τελευταίου λόγου εφέσεως του κατηγορουμένου, ότι δηλ. το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών εσφαλμένα δέχτηκε ότι χρησιμοποίησε όπλο και τον παρέπεμψε να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη της παράνομης οπλοχρησίας , αφού από τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε δεν προκύπτει η τέλεση της εν λόγω πράξεως εκ μέρους του, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παράνομης οπλοφορίας απαιτείται η χρήση του όπλου σύμφωνα με τον ειδικό ( λειτουργικό) προορισμό του. Τέτοιος προκειμένου περί πυροβόλου όπλου είναι η εκτόξευση βλήματος. Στην ένδικη , σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, ο εκκαλών εμφανίστηκε μαζί με τον άγνωστο δράστη στην Τράπεζα και διέπραξαν τη ληστεία με την απειλή ενός πιστολιού και μιας χειροβομβίδας, χωρίς όμως να πυροβολήσει με το πιστόλι αυτό, επειδή δεν κρίθηκε απαραίτητο, αφού ουδείς από τους υπαλλήλους και τους πελάτες της Τράπεζας αντέδρασε με οποιονδήποτε τρόπο. Επομένως, δεν συνιστά οπλοχρησία η προβολή και απειλή χρήσεως όπλου, ακόμη και αν με τον τρόπο αυτό επιτεύχθηκε κάποιο εγκληματικό αποτέλεσμα (βλ. Α.Π. Ολομ. 760/1988 Ποιν Χρ. ΛΗ, σελ. 877, Α.Π. 266/2001) και ως εκ τούτου ο συγκεκριμένος λόγος εφέσεως είναι βάσιμος.
Ενόψει των όσων προεκτεθηκαν, υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του εκκαλούντος - κατηγορουμένου για τις πράξεις: α) της παραβάσεως σχετικά με εκρηκτικές ύλες, β) της ληστείας, της παράνομης οπλοφορίας και γ) της παράνομης οπλοκατοχής, που του αποδίδονται (άρθρα 1,14, 26 παρ.1α , 27 παρ.1, 45, 94 παρ.1, 272 παρ.1, 380 παρ.1 ΠΚ, αρθρ. 1 παρ.1α ,δ, 2γ, 7 παρ. 1,8α , 10 παρ.1, 13α του Ν.2168/1993). Επομένως, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, που παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Μ.Ο.Δ της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, οριζόμενου από τον Εισαγγελέα Εφετών, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου και συνεπώς τα αντίθετα υποστηριζόμενα με την ένδικη έφεση είναι αβάσιμα.
IV. Από τ'ανωτέρω σαφώς προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμη ουσιαστικά την έφεση του αναιρεσείοντα κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος αναφορικά με τις πράξεις για τις οποίες μ'αυτό παραπέμπεται στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της κατοχής εκρηκτικών υλών ή εκρηκτικών βομβών με σκοπό τη χρησιμοποίηση τους για να προκληθεί κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή κίνδυνος για άνθρωπο, της ληστείας κατά συναυτουργία της παράνομης οπλοφορίας και της παράνομης οπλοκατοχής, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους τα υπήγαγε στις ανωτέρω διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα πλήρως αιτιολογείται η υπαγωγή της χειροβομβίδας που κρατούσε ο δράστης στην έννοια των εκρηκτικών συσκευών που υπάγονται στη διάταξη του άρθρου 272 ΠΚ, καθώς και ο υπερχειλής δόλος που απαιτείται για την υποκειμενική θεμελίωση του από την διάταξη αυτή προβλεπομένου εγκλήματος, την οποία το Συμβούλιο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε. Περαιτέρω ουδεμία ακυρότητα προκλήθηκε από τη μη γνώση της προτάσεως του εισαγγελέα, παρά τις σχετικές αιτήσεις που υπέβαλε ο κατηγορούμενος δεδομένου ότι αυτές δεν υποβλήθηκαν αρμοδίως, δηλαδή στον εισαγγελέα, όπως, προβλέπεται από το άρθρο 308 § 2 Κ.Π.Δ., αλλά η πρώτη στον Ανακριτή και η δευτέρα στον Πρόεδρο του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Κατά συνέπεια με την επιβαλλόμενη αιτιολογία απορρίφθηκε ο σχετικός λόγος ακυρότητας που προέβαλε ως λόγο έφεσης ο αναιρεσείων. Τέλος ουδόλως προκαλείται ο αναιρετικός λόγος της υπέρβασης εξουσίας από το γεγονός ότι στην απαγγελθείσα από τον Ανακριτή κατηγορία σε βάρος του αναιρεσείοντος αναφέρεται ότι "κατείχε την χειροβομβίδα με σκοπό να εκφοβίσει τους πελάτες της τράπεζας και τους υπαλλήλους ώστε να τους αποσπάσει το χρηματικό ποσό που περιείχε το ταμείο" δεδομένου ότι δεν διαφοροποιείται η κατηγορία, με την διευκρίνιση των πραγματικών περιστατικών τέλεσης του αδικήματος.
V. Κατ'ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, να επιβληθούν σ'αυτόν τα δικαστικκά έξοδα και να απορριφθεί το αίτημά του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον Σας προκειμένου να αναπτύξει περαιτέρω τους ισχυρισμούς του, δεδομένου ότι με πληρότητα στην αίτηση αναίρεσης αναπτύσσει τις απόψεις του επί των προβαλλομένων λόγων, οι οποίοι δεν χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η με αριθμό 39/9-3-2009 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά του με αριθμό 441/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 2) Να απορριφθεί το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του Δικαστηρίου Σας. Και 3) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντα.
Αθήνα 11 Μαρτίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Π. Παντελής".
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 2 του ΚΠΔ, "οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον εισαγγελέα, και πριν καταρτίσει την πρότασή του, ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενό της. Ο εισαγγελέας οφείλει σ' αυτή την περίπτωση να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το δικαίωμα αυτό, αν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά τον αντίκλητο που έχει διορίσει στην έδρα αυτή για να προσέλθει και λάβει γνώση της πρότασης της μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες. Η ειδοποίηση αυτή μπορεί να γίνει και προφορικά ή τηλεφωνικά οπότε αποδεικνύεται με βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα της εισαγγελίας, που επισυνάπτεται στη δικογραφία. Αν ο διάδικος δεν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου και δεν διόρισε αντίκλητο, δεν ειδοποιείται χωρίς πάντως να εμποδίζεται από το λόγο αυτό να λάβει γνώση της πρότασης του εισαγγελέα και μετά την υποβολή της στο συμβούλιο. Για το σκοπό αυτό κατατίθεται στο γραμματέα της εισαγγελίας αντίγραφο της πρότασης. Η ειδοποίηση αυτή μπορεί να γίνει και προφορικά ή τηλεφωνικά οπότε αποδεικνύεται με βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα της εισαγγελίας, που επισυνάπτεται στη δικογραφία. Πριν παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα ημερών από την ειδοποίηση η οικεία δικογραφία δεν εισάγεται στο συμβούλιο αλλά παραμένει στη γραμματεία της εισαγγελίας". Με τη διάταξη αυτή θεσπίζεται δικαίωμα των διαδίκων να λαμβάνουν γνώση της πρότασης του Εισαγγελέα προκειμένου να υποβάλλουν έγκαιρα τις παρατηρήσεις τους και η δικογραφία να εισάγεται στο συμβούλιο στο σύνολό της. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται όχι μόνον στη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου πλημμελειοδικών αλλά και στη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου εφετών και του Αρείου Πάγου (άρθρ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ), η παραβίαση δε αυτής, όταν εκείνος που ζήτησε να λάβει γνώση της πρότασης του εισαγγελέα πριν υποβληθεί στο συμβούλιο και δεν ειδοποιήθηκε να λάβει γνώση είναι ο κατηγορούμενος, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ γιατί ανάγεται στη στέρηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ. Όταν όμως ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση της πρότασης του Εισαγγελέα ικανοποιείται ο σκοπός του νόμου και δεν είναι αναγκαίο να παραμείνει η πρόταση στο γραφείο του γραμματέα επί 10 ημέρες αλλά μπορεί να εισαχθεί η υπόθεση στο δικαστικό συμβούλιο για περαιτέρω έρευνα χωρίς να προκύπτει ακυρότης. Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι ο αντίκλητος του κατηγορουμένου Χ Δικηγόρος Ιωάννης Ραχιώτης έλαβε γνώση της προτάσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου στις 13-3-2009 (βλ. από 13.3.09 αποδεικτικό της επιμελήτριας του Αρείου Πάγου Δέσποινας Μιχοπούλου). Επομένως στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι αναγκαίο να παραμείνει η δικογραφία επί δέκα ημέρες στο γραφείο της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και νομίμως εισάγεται η υπόθεση στο παρόν Δικαστικό Συμβούλιο για περαιτέρω έρευνα. Η υπ' αριθμ.39/9-3-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ κατά του 441/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο επικύρωσε το υπ' αριθμ.439/2009 βούλευμα του πρωτοβαθμίου δικαστικού συμβουλίου, ως προς την διάταξή του, με την οποία ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί, ως υπαίτιος των πράξεων της ληστείας κατά συναυτουργία, της κατοχής εκρηκτικών υλών ή εκρηκτικών βομβών με τη χρησιμοποίηση αυτών για να προξενηθεί κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή κίνδυνος για άνθρωπο, της παράνομης οπλοφορίας και της παράνομης οπλοκατοχής (άρθρ.1, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45, 94 παρ1, 272 παρ.1, 380 παρ.1 Π.Κ., άρθρ. 1 παρ.1α, δ, 2γ, 7 παρ.1, 8 εδ.α', 10 παρ.1, 13α και 14 Ν.2168/1993), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι' αυτό και, πρέπει, να γίνει τυπικά δεκτή. Κατά το άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠοινΔ που εφαρμόζεται και στον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 485 του ίδιου Κώδικα, το δικαστικό συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, διατάσσει υποχρεωτικά την ενώπιον αυτού εμφάνιση του αιτούντος για να παράσχει κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Στην προκείμενη περίπτωση, το αίτημα του αναιρεσείοντος διατυπούμενο κατά λέξη στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως "να εμφανιστεί δια του πληρεξουσίου δικηγόρου ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου προκειμένου να αναπτύξει τους περαιτέρω ισχυρισμούς του" παρεκτός της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρονται έστω και συνοπτικά οι ισχυρισμοί τους οποίους προτίθεται να αναπτύξει περαιτέρω, προεχόντως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, γιατί με το δικόγραφο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων διεξοδικά προβάλλει και αναλύει τους λόγους αναιρέσεως του βουλεύματος, ώστε να παρέλκει η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο για περαιτέρω διευκρίνιση αυτών. Κατά το άρθρο 272 §1 του ΠΚ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 §1 του Ν. 2928/2001, "Όποιος κατασκευάζει, προμηθεύεται ή κατέχει εκρηκτικές ύλες ή εκρηκτικές βόμβες με σκοπό να τις χρησιμοποιήσει για να προξενήσει κοινό κίνδυνο σε ξένα πράγματα ή κίνδυνο για άνθρωπο ή να τις παραχωρήσει σε άλλον για τέτοια χρήση τιμωρείται με κάθειρξη". Ως εκρηκτικές ύλες, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 §1 στοιχ. ε' του Ν. 2168/1993, θεωρούνται "τα στερεά ή υγρά σώματα τα οποία από οποιαδήποτε αιτία υφίστανται χημική μεταβολή και μετατρέπονται σε αέριες μάζες με συνθήκες υψηλών θερμοκρασιών ή πιέσεων, με αποτελέσματα βλητικά ή ρηκτικά", ως εκρηκτικός δε μηχανισμός κατά το στοιχείο στ' της ίδιας διάταξης, θεωρείται κάθε συσκευή που μπορεί να προκαλέσει έκρηξη οποιασδήποτε εκρηκτικής ύλης, ενώ εκρηκτική βόμβα της οποίας δεν δίδεται ο ορισμός από καμία διάταξη, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως (άρθρ.272 παρ.1 Π.Κ.) είναι η συσκευασία μιας ή περισσοτέρων εκρηκτικών υλών μετά εκρηκτικού μηχανήματος, ήτοι μηχανήματος δυναμένου να προκαλέσει έκρηξη της εκρηκτικής ύλης για την πρόκληση των βλητικών ή ρηκτικών αποτελεσμάτων αυτής, είδος δε εκρηκτικής βόμβας αποτελεί η χειροβομβίδα, η οποία είναι μικρού μεγέθους και χρησιμοποιείται με το χέρι (δι' εκσφενδονίσεώς της), και μάλιστα εκ του λόγου τούτου, ήτοι της εξ' αποστάσεως χρήσεώς της κατά του στόχου δι' εκσφενδονίσεώς της, η χειροβομβίδα περιελήφθηκε στο άρθρο 1 του Ν.2168/1993 μεταξύ των ενδεικτικώς μνημονευομένων ειδών όπλων. Υποκείμενο του σωρευτικώς μικτού εγκλήματος του άρθρου 272 § 1 του Π .Κ. δύναται να είναι οποιοσδήποτε (δηλαδή δεν απαιτείται να έχει ορισμένη ιδιότητα) που κατασκευάζει, προμηθεύεται ή κατέχει εκρηκτικές ύλες ή εκρηκτικές βόμβες, με σκοπό να τις χρησιμοποιήσει ο ίδιος για να προξενήσει κοινό κίνδυνο σε ξένα πράγματα (ήτοι απειλή της ιδιοκτησίας τρίτων σε μεγάλη κλίμακα) ή κίνδυνο ανθρώπου ή να τις παραχωρήσει σε άλλον για να τις χρησιμοποιήσει εκείνος για τον ίδιο σκοπό, η επιτυχία του οποίου είναι αδιάφορη. Απαραίτητο στοιχείο του εγκλήματος του άρθρου 272 § 1 του Π.Κ. είναι η δόλια προαίρεση του υπαιτίου, η οποία έγκειται στη γνώση και θέληση της κατασκευής και της κατοχής των εκρηκτικών βομβών. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 380 παρ.1 του ΠΚ "όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη". Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ληστείας, το οποίο είναι σύνθετο με τη στενή του όρου έννοια (stricto sensu) έγκλημα και προσβάλλει τα έννομα αγαθά της προσωπικής ελευθερίας και προεχόντως της ιδιοκτησίας, απαιτούνται, αντικειμενικώς, η αφαίρεση ή ο εξαναγκασμός σε παράδοση από άλλον με τη χρήση σωματικής βίας ή απειλών ενωμένων με επικείμενο για τη ζωή ή το σώμα κίνδυνο, ξένου ολικά ή εν μέρει κινητού πράγματος, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της ιδιότητας του πράγματος ως ξένου ολικά ή εν μέρει και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να το αφαιρέσει ή να εξαναγκάσει τον άλλον να του το παραδώσει, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παρανόμως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη συναυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικά σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως, υποκειμενικά δε κοινός δόλος, που σημαίνει, ότι ο καθένας συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται να πραγματώσει με την πράξη του την αντικειμενική υπόσταση του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με το δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και να θέλει ή να αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράστη προς εκείνην του άλλου για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος. H συναπόφαση αυτή μπορεί να ληφθεί κατόπιν συμφωνίας που προηγήθηκε της τελέσεως της πράξεως ή και κατά την τέλεση της πράξεως. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται, στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι αυτή πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠοινΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Τέλος όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο διατακτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του προσβαλλόμενου υπ' αριθμ. 441/2009 βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με δικές του σκέψεις δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό αποδεικτικών μέσων (μαρτυρικών καταθέσεων, εγγράφων, από 21.10.2008, 11.7.2008, 9.4.2008 εκθέσεων Εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, από 4.10.2007 εκθέσεως εργαστηριακής εξέτασης του εργαστηρίου δικαστικής γραφολογίας της ιδίας ως άνω υπηρεσίας, και απολογίας κατηγορουμένου) τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών - κατηγορούμενος Χ, κατά την 3 Οκτωβρίου 2007 και περί ώρα 11.45' μαζί με άγνωστο άτομο, του οποίου τα στοιχεία ταυτότητας δεν έχουν ακόμη διακριβωθεί, έχοντας καλυμμένα τα πρόσωπα τους με κουκούλες, εισήλθαν στο επί της οδού ......, αριθ. ..., υποκατάστημα της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (Ε.Τ.Ε) και αφού ακινητοποίησαν με την απειλή πιστολιών και χειροβομβίδας τους πελάτες και υπαλλήλους αφαίρεσαν από τα ταμεία το χρηματικό ποσό των 23.373 ευρώ, με σκοπό να ιδιοποιηθούν παράνομα το εν λόγω χρηματικό ποσό το οποίο και τοποθέτησαν μέσα σε υφασμάτινο σακίδιο με κορδόνι μπλε χρώματος μαζί με τον οπλισμό. Κατά την παραμονή τους στην τράπεζα, ο ένας εκ των κατηγορουμένων, που επιτηρούσε το χώρο, χρονομετρούσε τη διάρκεια της ληστείας, με χρονόμετρο (μεγάλο ρολόι) που φορούσε στο αριστερό του χέρι. Στη συνέχεια οι ανωτέρω κατηγορούμενοι εξήλθαν της τράπεζας διέφυγαν αρχικά πεζοί δια της οδού ......, ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια, βγάζοντας τα μπουφάν και τις κουκούλες που φορούσαν και τοποθετώντας τα σε τσάντες. Οι ως άνω κατηγορούμενοι έγιναν αντιληπτοί από τον διερχόμενο πολίτη Α, ο οποίος τους ακολούθησε διακριτικά. Ο άγνωστος κατηγορούμενος επιβιβάσθηκε σε ποδήλατο διαφεύγοντας προς την οδό ....., ενώ ο κατηγορούμενος Χ κατευθύνθηκε πεζός προς την οδό ...... . Τον κατηγορούμενο Χ εξακολούθησε να ακολουθεί ο ανωτέρω πολίτης Α. Φθάνοντας στη συμβολή των οδών ...... και ...... ο κατηγορούμενος Χ επιβιβάστηκε και αυτός σε ποδήλατο, που προφανώς το είχε σταθμεύσει εκεί σε χρόνο προγενέστερο της ληστείας και προσπάθησε να διαφύγει, εμποδίστηκε όμως από τον πολίτη Α, ο οποίος τον είχε ακολουθήσει και στην προσπάθεια του να διαφύγει προσέκρουσε επί του υπ' αριθ. ...... Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, το οποίο οδηγούσε ο Β, με αποτέλεσμα να προκαλέσει υλικές ζημιές στο αυτοκίνητο, ενώ ο ίδιος έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο οδόστρωμα. Στη συνέχεια ο ως άνω εκκαλών κατηγορούμενος προσπάθησε να επιβιβασθεί εκ νέου στο ποδήλατο και να διαφύγει, όμως εκεί ακινητοποιήθηκε προσωρινά από τον προαναφερόμενο πολίτη και στη συνέχεια συνελήφθη από Αστυνομικούς της Άμεσης Δράσης που είχαν κινητοποιηθεί από το R/Τ κέντρο και είχαν καταφθάσει άμεσα στο σημείο. Στην κατοχή του συλληφθέντος κατηγορουμένου Χ, στο σημείο της σύλληψης, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, εκτός άλλων: 1) μια πλαστική τσάντα (λινάτσα) με καρό σχέδιο, χρώματος μπλε -άσπρο - κόκκινο που περιείχε: α) ένα αντιανεμικό μπουφάν σκούρου μπλε χρώματος, β) ένα τσαντάκι μέσης μάρκας EASTPACK εντός του οποίου υπήρχαν: μια χειροβομβίδα με την ένδειξη ARGES ......, το υπ' αριθμ. ...... πιστόλι, μάρκας CΖ99 με γεμιστήρα πλήρη 15 φυσιγγίων των 9 μία μαύρη κουκούλα μάρκας POLΟ, δύο υφασμάτινα γάντια μαύρου χρώματος με την ένδειξη "SHARK", ένα κινητό τηλέφωνο .... με αριθμό κλήσεως ...... και ακουστικό με καλώδιο (HAND' S FREΕ), γ) ένα μαύρο τσαντάκι μάρκας DIESEL που περιείχε το υπ' αριθμ. ...... πιστόλι μάρκας CΖΙΟΟ, με γεμιστήρα πλήρη 13 φυσιγγίων των 9mm, μία μαύρη κουκούλα μάρκας POLΟ, ένα υφασμάτινο γάντι μαύρου χρώματος με την ένδειξη "SHARK" και το χρηματικό ποσό των 17.010 ευρώ, ήτοι: 285 χαρτονομίσματα των 50 ευρώ, 124 χαρτονομίσματα των 20 ευρώ και 28 χαρτονομίσματα των 10 ευρώ, δ) ένα υφασμάτινο σακίδιο με κορδόνι μπλε χρώματος που περιείχε το χρηματικό ποσό των 6.350 ευρώ, ήτοι: 58 χαρτονομίσματα των 50 ευρώ, 90 χαρτονομίσματα των 20 ευρώ, 138 χαρτονομίσματα των 10 ευρώ και 54 χαρτονομίσματα των 5 ευρώ, 2)(βλ. την από 3-10-2007 έκθεση παράδοσης και κατάσχεσης). Ήτοι, στην κατοχή του εκκαλούντος - κατηγορουμένου βρέθηκε μέρος του χρηματικού ποσού, το οποίο προηγουμένως αυτός μετά του αγνώστου συγκατηγορουμένου του, είχαν αφαιρέσει, κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, από την ανωτέρω τράπεζα. Περαιτέρω, σε κατ' οίκον έρευνα, που διενεργήθηκε στην οικία του κατηγορουμένου Χ, με την παρουσία εκπροσώπου της Δικαστικής Αρχής, εκτός άλλων, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν κουκούλες, σκούφοι, γάντια, καπέλα τύπου τζόκεϊ, ένα πτυσσόμενο μεταλλικό γκλόμπ ένας μεταλλικός λοστός, ένα τσεκούρι με ξύλινη χειρολαβή, ένα αυτοσχέδιο ξύλινο γκλόμπ αποτελούμενο από δύο μέρη ενωμένα με αλυσίδα (βλ. την από 3.10.2007 έκθεση κατ' οίκον έρευνας και κατάσχεσης).
Κατά το άρθρο 308 παρ.2 του ΚΠΔ, "οι. διάδικοι έχουν το δικαίωμα να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον εισαγγελέα, και πριν καταρτίσει την πρόταση του, ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενο της. Ο εισαγγελέας οφείλει σ' αυτή την περίπτωση να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το δικαίωμα αυτό, αν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά τον αντίκλητο που έχει διορίσει στην έδρα αυτή, για να προσέλθει και λάβει γνώση της πρότασης του μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες. "Η ειδοποίηση αυτή, μπορεί να γίνει και προφορικά ή τηλεφωνικά, οπότε αποδεικνύεται με βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα της εισαγγελίας, που επισυνάπτεται στη δικογραφία. Αν ο διάδικος δεν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου και δεν διόρισε αντίκλητο, δεν ειδοποιείται, χωρίς πάντως να εμποδίζεται από το λόγο αυτό να γνωρίσει την πρόταση του εισαγγελέα και μετά την υποβολή της στο συμβούλιο. Για το σκοπό αυτό κατατίθεται στο γραμματέα της εισαγγελίας αντίγραφο της πρότασης. Πριν παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα ημερών από την ειδοποίηση, η δικογραφία δεν εισάγεται στο συμβούλιο, αλλά παραμένει στη γραμματεία της εισαγγελίας, εκτός αν υπάρχει κίνδυνος παραγραφής", Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται όχι μόνο στη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου πλημμελειοδικών, αλλά και στη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου εφετών και του Αρείου Πάγου (άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ), η παραβίαση δε αυτής, όταν εκείνος που ζήτησε να λάβει γνώση της πρότασης του εισαγγελέα είναι ο κατηγορούμενος, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ) που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ. α' ΚΠΔ. Χρόνος υποβολής του αιτήματος για τη γνώση της εισαγγελικής πρότασης είναι μέχρι την κατάρτιση αυτής (ΑΠ 680/99 Π.Δικ.99/919). Τρόπος δε υποβολής είναι είτε με αυτοτελή αίτηση του διαδίκου που υποβάλλεται απευθείας στον αρμόδιο εισαγγελέα, ως ανεξάρτητης Αρχής κατά άρθρο 24 Ν. 1856/88, είτε και με δήλωση που περιέχεται στη συντασσόμενη από τον αρμόδιο γραμματέα έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου [ΑΠ 640/03 ΠΧΡ.04/136, 388/02, 388/02, 863/00, 1305/02, 1256/03 Π.ΧΡ. Η' Δ/931, 737/02 ΠΧΡ. ΝΑ/1098, 203/03 Π.Λογ.03/224, 1385/02 Π.Λογ. 02/1457, 1326/02 Π.Λογ.02/1215], όχι όμως και με αίτηση ή με υπόμνημα που υποβάλλεται ενώπιον του ανακριτή (ΑΠ. 1388/02 Π.Λογ. 02/1487) ή στο Πρόεδρο του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών (βλ. επίσης σχετ. Α.Π. 1533/2003, Σνμβ. ΠοινΧρ. ΝΔ, σελ. 522, ΑΠ 501/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση, Ο εκκαλών κατηγορούμενος με το δικόγραφο της εφέσεως του προβάλλει ως λόγο εφέσεως ότι το εκκαλούμενο παραπεμπτικό υπ' αριθ. 439/2009 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών πάσχει από απόλυτη ακυρότητα, λόγω παραβίασης των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 308 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Και τούτο επειδή, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, αν και είχε υποβάλει δύο αιτήσεις, δεν του γνωστοποιήθηκε το περιεχόμενο της σχετικής προτάσεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών επί της ουσίας της κατηγορίας, με αποτέλεσμα να στερηθεί θεμελιώδους υπερασπιστικού δικαιώματος του, αφού δεν μπόρεσε να εκφέρει τις απόψεις του επί του περιεχομένου της, πριν την έκδοση του εν λόγω Βουλεύματος. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο δικηγόρος Αθηνών Ιωάννης Ραχιωτης, πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου, κατά την 31.10.2008, κατέθεσε αίτηση ενώπιον του Ανακριτή, απευθυνόμενη στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, ζητώντας να λάβει γνώση της σχετικής προτάσεώς του. Επίσης ο κατηγορούμενος κατά την 2.2.2009, μέσω του ίδιου ως άνω δικηγόρου του, κατέθεσε νέα αίτηση με το ίδιο περιεχόμενο απευθυνόμενη στον Πρόεδρο του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Σύμφωνα με τη σχετική διάταξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 308 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας "Οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον εισαγγελέα, και πριν καταρτίσει την πρόταση του, ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενο της". Επομένως κατά ρητή επιταγή του νόμου και όπως εκτέθηκε παραπάνω, για να είναι παραδεκτό το συγκεκριμένο αίτημα του κατηγορουμένου, πρέπει η σχετική προς τούτο αίτηση του να έχει υποβληθεί απευθείας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και ενώπιον αυτού και όχι στον Ανακριτή ή σε οποιοδήποτε άλλο Δικαστικό όργανο, έστω και αν η σχετική αίτηση απευθύνεται, μέσω αυτού, στον Εισαγγελέα, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να ενημερώσει για το περιεχόμενο της προτάσεως του τον αιτούντα κατηγορούμενο, δεδομένου, άλλωστε, ότι σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 24 του Ν. 1756/1988, η Εισαγγελία αποτελεί αρχή ανεξάρτητη από τα Δικαστήρια (σχετ. Α.Π. 1533/2003 οπ 733, Α.Π. 142/2002 Ποιν. Χρ. ΝΒ, σελ. 837). Με τα δεδομένα αυτά, δεν υφίσταται ακυρότητα του ως άνω βουλεύματος εξαιτίας του επικαλούμενου ως άνω λόγου, αφού και οι δύο αιτήσεις του κατηγορουμένου για να λάβει γνώση της σχετικής Εισαγγελικής προτάσεως μετά το πέρας της κυρίας ανάκρισης, δεν έχουν υποβληθεί νόμιμα, αλλά ενώπιον αναρμόδιων Δικαστικών Οργάνων. Ενόψει αυτών τα αιτήματα για την γνωστοποίηση της εισαγγελικής προτάσεως περιελήφθησαν απαραδέκτως στις παραπάνω αιτήσεις απευθυνόμενες στον Ανακριτή και στον Πρόεδρο του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και όχι σε σχετική αίτηση προς τον οικείο Εισαγγελέα (Α.Π. 1533/2003, 1713/2003 Πραξ. Λογ. ΠΔ 2003 σελ. 279, Π Λογ. 2003 σελ. 1933). Επομένως είναι αβάσιμος ο λόγος εφέσεως περί απολύτου ακυρότητας, συνιστάμενος εις το ότι δεν γνωστοποιήθηκε η εισαγγελική πρόταση εις τον κατηγορούμενο (βλ. ΑΠ 501/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επί του δεύτερου λόγου εφέσεως του εκκαλούντος-κατηγορουμένου και ειδικότερα ότι το εκκαλούμενο Βούλευμα εσφαλμένα έκρινε ότι η κατοχή χειροβομβίδας συνιστά το έγκλημα της κατοχής εκρηκτικής βόμβας, που προβλέπεται και τιμωρείται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 272 του Ποινικού Κώδικα, επειδή η χειροβομβίδα, κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 του Ν. 2168/1993, συγκαταλέγεται στα όπλα και όχι στα εκρηκτικά, με συνέπεια η συγκεκριμένη πράξη να τιμωρείται με βάση τις διατάξεις του εν λόγω ειδικού Νόμου 2168/1993 και όχι με εκείνες του Ποινικού Κώδικα και μάλιστα σε βαθμό κακουργήματος, αλλά και επί του τρίτου λόγου εφέσεως του συνισταμένου στο ότι η σε βάρος του κατηγορία είναι εντελώς αόριστη, επειδή στο προσβαλλόμενο παραπεμπτικό Βούλευμα δεν αναφέρεται ο,τιδήποτε, με βάση το οποίο να προκύπτει σκοπός του για πρόκληση κοινού κινδύνου, πρέπει, να σημειωθούν τα ακόλουθα: Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω στη μείζονα σκέψη της αρχή του παρόντος Βουλεύματος, οι χειροβομβίδες, που είναι μικρού μεγέθους εκρηκτικά μηχανήματα, που χρησιμοποιούνται με εκσφενδόνιση τους με το χέρι, από όπου προέρχεται και η ονομασία τους, ανεξάρτητα του ότι υπάγονται στην κατηγορία των όπλων, ανήκουν και στην κατηγορία των βομβών, αφού οπωσδήποτε περιέχουν εκρηκτική ύλη, δηλ. σώμα στερεό, το οποίο υπό την επίδραση κρούσεως ή ανυψώσεως της θερμοκρασίας, σε ελάχιστο χρόνο υφίσταται χημική μεταβολή, που εκδηλώνεται με ταυτόχρονη ανάπτυξη μεγάλης ποσότητας αερίων και ικανής θερμότητας, με αποτελέσματα βλητικά ή ρηκτικά. Πέραν τούτων, όπως εκτέθηκε παραπάνω, για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται η κατασκευή, προμήθεια ή κατοχή εκ μέρους του δράστη εκρηκτικών υλών ή εκρηκτικών βομβών, περαιτέρω δε σκοπός του να χρησιμοποιήσει τις εκρηκτικές ύλες ή τις εκρηκτικές βόμβες, για να προξενήσει κοινό κίνδυνο σε ξένα πράγματα ή κίνδυνο για άνθρωπο.
Συνεπώς, πρόκειται για έγκλημα σκοπού, αφηρημένης διακινδυνεύσεως, για τη θεμελίωση δε του αδίκου και κατ' επέκταση της ειδικής του υπόστασης είναι αδιάφορο αν τελικά επήλθε ή όχι το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλ. η πρόκληση κοινού κινδύνου σε ξένα πράγματα ή πρόκληση κινδύνου σε άνθρωπο. Η έννοια των σχετικών διατάξεων για τα εγκλήματα σκοπού είναι να τιμωρηθεί με την ποινή του τετελεσμένου εγκλήματος και η επιπλέον ενέργεια του δράστη που είναι πρόσφορη για την επίτευξη του πρόσθετου αποτελέσματος, έστω και αν τελικά ο σκοπός αυτός του δράστη δεν επιτεύχθηκε. (Βλ. Ν. Χωραφά: Ποινικόν Δίκαιον -Τόμος Α' -έκδ.9η- σελ. 242, υποσημ. αριθ.4). Αν ελλείπει όμως ο σκοπός αυτός, τότε μόνο εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις του Ν. 2168/1993 ή άλλη ειδική διάταξη ως επιεικέστερη, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας (Βλ. σχετ. Εφετ. Αθην. 1536/1983, Ποιν. Χρ. ΛΓ, σελ. 973 και Α. ΚΟΝΤΑΞΗ: Ποινικός Κώδικας -τόμο Β, έκδ. Γ, σελ. 2371, 2373-2374). Στην ένδικη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα παραπάνω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, η χειροβομβίδα που κρατούσε κατά τη διάρκεια της ληστείας ο κατηγορούμενος, τύπου ARGES ..., Ελληνικής κατασκευής, έτους ......, με επωνυμία κατασκευαστή ELVIEMEK, συνολικού ύψους 8,9 cm μεγίστης διαμέτρου του κυρίως σώματος αυτής 5,5 cm και βάρους 3289, η οποία έφερε ως κύρια γόμωση 37 9 εκρηκτικής ύλης τετρανιτρικού πενταερυθρίτη (ΡΕΤΝ) και περιείχε περίπου 2.600 μεταλλικά σφαιρίδια διαμέτρου 2, 5-3 mm έχει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία ώστε να χαρακτηρίζεται ως εύχρηστη χειροβομβίδα. Ο κατηγορούμενος κατείχε την χειροβομβίδα αυτή με σκοπό να προκαλέσει την έκρηξη της, με περαιτέρω αναπόφευκτη συνέπεια τη δημιουργία κινδύνου, τόσο για τους υπαλλήλους της τράπεζας και τους πελάτες της που ήταν εκεί αλλά και για τους περαστικούς, δηλ. κοινού κινδύνου ανθρώπων, αλλά και κοινού κινδύνου ξένων πραγμάτων και συγκεκριμένα τόσο εγκαταστάσεων της τράπεζας, όσο και παρακειμένων ακινήτων (κατοικιών, καταστημάτων) αλλά και σε διερχόμενα αυτοκίνητα. Πέραν τούτου, το γεγονός ότι στο σημείο που συνελήφθη, όπως προκύπτει από τη σχετική με ημερομηνία 3-10-2007 Έκθεση Παράδοσης και Κατάσχεσης, κατείχε δύο πιστόλια, ένα με γεμιστήρα πλήρη 15 φυσιγγίων των 9 mm και ένα με γεμιστήρα πλήρη 13 φυσιγγίων των 9 mm, ενισχύει την άποψη ότι ο κατηγορούμενος έφερε τον ως άνω οπλισμό, με σκοπό να προξενήσει κοινό κίνδυνο σε ξένα πράγματα ή σε ανθρώπους, δηλαδή για να προξενήσει διακινδύνευση ευρύτερου κύκλου αγαθών, που είναι ανεπίδεκτος εκ των προτέρων προσδιορισμού. 'Αλλωστε, ο σκοπός του κατηγορουμένου και για την πρόκληση ζημιών κυρίως σε ξένα πράγματα αλλά ενδεχομένως και ανθρώπους, καθίσταται πρόδηλη και από το γεγονός ότι κατά την έρευνα που έλαβε χώρα στην οικία του βρέθηκαν και κατασχέθηκαν γκλόμπς, λοστοί, τσεκούρια και αλυσίδες (βλ. σχετικά την με ημερομηνία 3-10-2007 Έκθεση κατ' οίκον έρευνας και κατάσχεσης) αντικείμενα τα οποία ασφαλώς και είναι πρόσφορα για την επίτευξη των παραπάνω σκοπών.
Επί του τέταρτου και τελευταίου λόγου εφέσεως του κατηγορουμένου, ότι δηλ. το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών εσφαλμένα δέχτηκε ότι χρησιμοποίησε όπλο και τον παρέπεμψε να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη της παράνομης οπλοχρησίας, αφού από τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε δεν προκύπτει η τέλεση της εν λόγω πράξεως εκ μέρους του, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παράνομης οπλοφορίας απαιτείται η χρήση του όπλου σύμφωνα με τον ειδικό (λειτουργικό) προορισμό του. Τέτοιος προκειμένου περί πυροβόλου όπλου είναι η εκτόξευση βλήματος. Στην ένδικη, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, ο εκκαλών εμφανίστηκε μαζί με τον άγνωστο δράστη στην Τράπεζα και διέπραξαν τη ληστεία με την απειλή ενός πιστολιού και μιας χειροβομβίδας, χωρίς όμως να πυροβολήσει με το πιστόλι αυτό, επειδή δεν κρίθηκε απαραίτητο, αφού ουδείς από τους υπαλλήλους και τους πελάτες της Τράπεζας αντέδρασε με οποιονδήποτε τρόπο. Επομένως, δεν συνιστά οπλοχρησία η προβολή και απειλή χρήσεως όπλου, ακόμη και αν με τον τρόπο αυτό επιτεύχθηκε κάποιο εγκληματικό αποτέλεσμα (βλ. Α.Π. Ολομ. 760/1988 Ποιν Χρ. ΛΗ, σελ. 877, Α.Π. 266/2001) και ως εκ τούτου ο συγκεκριμένος λόγος εφέσεως είναι βάσιμος.
Ενόψει των όσων προεκτέθηκαν, υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του εκκαλούντος - κατηγορουμένου για τις πράξεις: α) της παραβάσεως σχετικά με εκρηκτικές ύλες, β) της ληστείας, της παράνομης οπλοφορίας και γ) της παράνομης οπλοκατοχής, που του αποδίδονται (άρθρα 1, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45, 94 παρ.1, 272 παρ.1, 380 παρ.1 ΠΚ, αρθρ. 1 παρ.1α, δ, 2γ, 7 παρ. 1, 8°, 10 παρ.1, 13α του Ν.2168/1993). Επομένως, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, που παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Μ.Ο.Δ της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, οριζόμενου από τον Εισαγγελέα Εφετών, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου και συνεπώς τα αντίθετα υποστηριζόμενα με την ένδικη έφεση είναι αβάσιμα. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αντίστοιχων εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες έκρινε, ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ 1, 45, 94 παρ.1, , 272 § 1, 380 παρ.1 Π.Κ. § 1 και 382 §§ 1, 2γ & 3 του ΠΚ, (όπως το άρθρο 272 αντικ. με το άρθρο 3 § 1 του Ν. 2928/2001), αρθρ. 1 παρ.1α, δ, 2γ, 7 παρ. 1, 8°, 10 παρ.1, 13α του Ν.2168/1993, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλο τρόπο. Ειδικότερα: 1) Το προσβαλλόμενο βούλευμα με το να δεχθεί ότι "η χειροβομβίδα που κρατούσε κατά τη διάρκεια της ληστείας ο κατηγορούμενος, τύπου ARGES ..., Ελληνικής κατασκευής, έτους ....., με επωνυμία κατασκευαστή ELVIEMEK, συνολικού ύψους 8,9 cm μεγίστης διαμέτρου του κυρίως σώματος αυτής 5,5 cm και βάρους 3289, η οποία έφερε ως κύρια γόμωση 37 9 εκρηκτικής ύλης τετρανιτρικού πενταερυθρίτη (ΡΕΤΝ) και περιείχε περίπου 2.600 μεταλλικά σφαιρίδια διαμέτρου 2, 5-3 mm έχει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία ώστε να χαρακτηρίζεται ως εύχρηστη χειροβομβίδα. Ο κατηγορούμενος κατείχε την χειροβομβίδα αυτή με σκοπό να προκαλέσει την έκρηξη της, με περαιτέρω αναπόφευκτη συνέπεια τη δημιουργία κινδύνου, τόσο για τους υπαλλήλους της τράπεζας και τους πελάτες της που ήταν εκεί αλλά και για τους περαστικούς, δηλ. κοινού κινδύνου ανθρώπων, αλλά και κοινού κινδύνου ξένων πραγμάτων και συγκεκριμένα τόσο εγκαταστάσεων της τράπεζας, όσο και παρακειμένων ακινήτων (κατοικιών, καταστημάτων) αλλά και σε διερχόμενα αυτοκίνητα) πλήρως αιτιολογεί τον υπερχειλή δόλο που απαιτείται για την υποκειμενική θεμελίωση του από τη διάταξη του άρθρου 272 παρ.1 Π.Κ. προβλεπομένου εγκλήματος .Έτσι η αντίθετη προς τα παραπάνω αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη, 2) Όπως προκύπτει από το αιτιολογικό του βουλεύματος που παρατέθηκε, το Συμβούλιο δέχεται ότι οι χειροβομβίδες πέραν του ότι ανήκουν στην κατηγορία των όπλων ανήκουν και στην κατηγορία των εκρηκτικών βομβών και επομένως η κατοχή αυτών με τον ανωτέρω αναφερόμενο σκοπό συνιστά τη παράβαση σχετικά με τις εκρηκτικές ύλες (άρθρ.272 παρ.1 Π.Κ.). Με την παραδοχή του αυτή δεν έσφαλλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Άρα η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η χειροβομβίδα δεν αποτελεί εκρηκτική βόμβα είναι αβάσιμη, 3) Πλήρως αιτιολογείται η απόρριψη του σχετικού λόγου ακυρότητας της προδικασίας που προέβαλε ως λόγο έφεσης ο αναιρεσείων.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1.στοιχ.Δ' και Ε' Κ.Π.Δ., περί του αντιθέτου δεύτερος υπό στοιχ. α' και τρίτος λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας του βουλεύματος και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επίσης είναι αβάσιμος και ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα πρώτος λόγος της απόλυτης ακυρότητας της προδικασίας, γιατί, μολονότι ζήτησε, με δύο αιτήσεις του της πρώτης κατατεθειμένης ενώπιον του Ανακριτή και της δευτέρας απευθυνομένης στον Πρόεδρο του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, να λάβει γνώση της εισαγγελικής πρότασης, δεν κλήθηκε προς τούτο και έτσι δεν έλαβε γνώση. Κι αυτό γιατί, ναι μεν κατά την διάταξη του άρθρου 308 παρ. 2 εδ. πρώτο του Κ.Π.Δ. οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον εισαγγελέα και πριν καταρτίσει την πρότασή του, ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενό της, οπότε και προ της παρόδου 10ημέρου από την ειδοποίηση του ενδιαφερομένου να λάβει γνώση της κατατεθείσης προτάσεως διαδίκου, η οικεία δικογραφία παραμένει στην γραμματεία της εισαγγελίας, πλην όμως, η υποχρέωση αυτή για την ενημέρωση του διαδίκου προϋποθέτει ότι το αίτημα αυτό πρέπει να υποβληθεί αποκλειστικώς στον αρμόδιο εισαγγελέα, που είναι ανεξάρτητη δικαστική αρχή, κατ' άρθρο 24 του ν.1756/1988, και δεν αρκεί να διατυπωθεί απλώς σε άλλο έγγραφο της ποινικής προδικασίας, όπως σε αιτήσεις που απευθύνονται στον Ανακριτή και στον Πρόεδρο του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. στ' Κ.Π.Δ. για υπέρβαση εξουσίας δημιουργείται, όταν το Δικαστικό Συμβούλιο άσκησε εξουσία που δεν του δίνει ο νόμος (θετική υπέρβαση εξουσίας) ή δεν άσκησε εξουσία που του δίνεται από το νόμο (αρνητική υπέρβαση εξουσίας), με βάση τα περιστατικά που έκανε δεκτά. Δεν υπάρχει υπέρβαση εξουσίας, όταν, χωρίς να μεταβάλλεται ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως τα περιστατικά που δέχθηκε το Συμβούλιο ως προς την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος δεν περιλαμβάνονται στην απαγγελθείσα υπό του ανακριτού κατηγορία . Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο, εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. στ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως προβάλλεται, ότι το Δικαστικό Συμβούλιο υπερέβη την εξουσία του, με την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο για την πράξη της κατοχής εκρηκτικής βόμβας με σκοπό να τη χρησιμοποιήσει για να προξενήσει κοινό κίνδυνο σε ξένα πράγματα ή κίνδυνο για άνθρωπο, καίτοι στην απαγγελθείσα υπό του ανακριτού κατηγορία αναφέρεται ότι "κατείχε την χειροβομβίδα με σκοπό να εκφοβίσει τους πελάτες της τράπεζας και τους υπαλλήλους ώστε να τους αποσπάσει το χρηματικό ποσό που περιείχε το ταμείο". Εφόσον όμως είχε ασκηθεί, ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 272 παρ.1 Π.Κ., το Δικαστικό Συμβούλιο νομίμως και χωρίς να υπερβεί την εξουσία του, προέβη στην παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο για την πράξη αυτή, διευκρινίζοντας απλώς τα πραγματικά περιστατικά τέλεσης της ανωτέρω πράξεως χωρίς και να διαφοροποιεί την κατηγορία . Επομένως ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει: α) το αίτημα του αναιρεσείοντος Χ για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο και
β) την με αριθ. 29/9-3-2009 αίτησή του για αναίρεση του 441/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή