Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1549 / 2010    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό, Ε.Σ.Δ.Α., Οργάνωση εγκληματική, Αναλογικότητας αρχή.




Περίληψη:
Απαράδεκτη η αναίρεση κατά παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών για τα κακουργήματα του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από την βαρύτητα τους, έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περατώσεως της ανακρίσεως (άρθρο 7 Ν. 2928/2001, όπως το πρώτο εδάφιο αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 5 Ν. 3251/2004). Η τελευταία διάταξη δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ούτε στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος ούτε είναι αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας που αναγνωρίζεται από το άρθρο 25 του Συντάγματος ούτε στα άρθρα 4 παρ. 1 και 8 παρ. 1 αυτού. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 1549/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, ... που στο συμβούλιο δεν παραστάθηκε. Με συγκατηγορούμενους: 1. ..., 2. ..., 3. ..., 4. ..., 5. ..., 6. ..., 7. ..., 8. ..., 9. ..., 10. ..., 11. ..., 12. ..., 13. ..., 14. ..., 15. ..., 16. ..., 17. ..., 18. ... και 19. ....
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1190/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 268/20-9-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την με αριθμό 88/9-9-2010 αίτηση αναίρεσης του ..., που στρέφεται κατά του με αριθμό 1904/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Κατά το άρθρο 7 ν. 2928/2001, όπως το πρώτο εδάφιο αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 Ν. 3254/2004, η περάτωση της κυρίας ανάκρισης για τα κακουργήματα των άρθρων 187-187 Α Π.Κ., κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για τον σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη, από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρόταση του στο Συμβούλιο Εφετών που αποφαίνεται με αμετάκλητο βούλευμά του ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από την βαρύτητά τους, έστω και αν για κάποιο απ' αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανάκρισης. Από την ως άνω διάταξη, σαφώς συνάγεται ότι, όταν ασκηθεί ποινική δίωξη για κακουργήματα του άρθρου 187 ΠΚ, η περάτωση της κυρίας ανάκρισης γίνεται πάντοτε από το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο προς τούτο, αποφαινόμενο με βούλευμά του, όχι μόνο όταν αυτό κρίνει ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις που αφορούν την κατηγορία για το κακούργημα του άρθρου 187 ΠΚ παραπέμποντας τον κατηγορούμενο αμετάκλητα στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 313 ΚΠΔ, αλλά και όταν συντρέχει περίπτωση να μη γίνει κατηγορία για τέτοια πράξη για την οποία έγινε η ανάκριση, σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ. 1β- 310 παρ. 1 ΚΠΔ (ΑΠ 565/09, 446/09 ).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο".

ΙΙ. Στη προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων κατηγορούμενος παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με το με αριθμό 1904/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, για να δικασθεί με τους συγκατηγορουμένους του για εγκληματική οργάνωση, αρπαγή κατά συναυτουργία, προμήθεια, κατασκευή, κατοχή, παραλαβή, μεταφορά και παράδοση εκρηκτικών υλών κατά συναυτουργία κλπ (παρ. των άρθρων 187 παρ. 1, 187Α παρ. 1, 322 περ. β, 1 παρ. 1 περ. α, δ 2 παρ. γ, 7 παρ. 1, 8 περ. α, 10 παρ. 1, 13 παρ. α και 14 παρ. 1 Ν. 2168/93). Κατά του βουλεύματος αυτού στρέφεται με την κρινόμενη αίτησή του, ή όπως προαναφέρθηκε είναι απαράδεκτη, ως στρεφομένη κατά αμετακλήτου βουλεύματος. Κατ'ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η με αριθμό 88/9-9-2010 αίτηση αναίρεσης του ... κατά του με αριθμό 1904/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Και 2) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 20-9-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΓΕΩΡΓΙΟΣ Π. ΠΑΝΤΕΛΗΣ

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρο 7 Ν. 2928/2001, όπως το πρώτο εδάφιο αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 5 Ν. 3251/2004, η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως για τα κακουργήματα του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα κηρύσσεται από το συμβούλιο εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος εάν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση την εισάγει με πρότασή του στο συμβούλιο εφετών που αποφαίνεται αμετάκλητα, ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από την βαρύτητά τους, έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περατώσεως της ανακρίσεως. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποσκοπεί στην ταχεία περάτωση - εκκαθάριση των προβλεπόμενων στο άνω άρθρο εγκλημάτων, σαφώς προκύπτει ότι αν η κυρία ανάκριση για κακούργημα του άρθρου 187 Π.Κ., περατώνεται πάντοτε από το συμβούλιο εφετών αμετάκλητα, το οποίο είναι και το μόνο αρμόδιο προς τούτο, όχι μόνο όταν παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο κατά το άρθρο 313 Κ.Ποιν.Δ., αλλά και όταν συντρέχει περίπτωση να μη γίνει κατηγορία για την άνω πράξη κατά τα άρθρα 309 παρ. 1α και 310 παρ. 1 εδ. 1 Κ.Ποιν.Δ. ή περίπτωση να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατ' άρθρο 309 παρ. 1 εδ. β' Κ.Ποιν.Δ. ή το γεγονός δεν συνιστά αξιόποινη πράξη ή όταν υπάρχουν λόγοι που αποκλείουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως ή τον καταλογισμό, κατ' άρθρο 310 παρ. 1 εδ. 2 Κ.Ποιν.Δ. Εντεύθεν κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος του συμβουλίου εφετών για την πράξη του άρθρου 187 Π.Κ. και για συναφή εγκλήματα, συνεπώς και πλημμελήματα, δεν επιτρέπεται στον κατηγορούμενο να ασκήσει το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως, το οποίο, αν ασκηθεί, είναι απαράδεκτο. Εξάλλου, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο. Το ίδιο δικαίωμα αναγνωρίζεται και από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει". Ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς στην άσκηση ένδικου μέσου, αρκεί αυτοί και οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους να μην είναι υπέρμετροι σε σημείο ώστε να αναιρούν την ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο ή να αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας, πράγμα που συμβαίνει, όταν η προβλεπόμενη από το νόμο κύρωση είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση δυσανάλογη προς την παράβαση της διάταξης του νόμου. Η αρχή αυτή αναγνωρίζεται ήδη με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος (όπως το άρθρο αυτό ισχύει από 18.4.2001, μετά την αναθεώρηση από τη Ζ' Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων), κατά το οποίο κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απ' ευθείας από το σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Ο αποκλεισμός δε, στην ανωτέρω περίπτωση, του δικαιώματος της ασκήσεως από τον κατηγορούμενο του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, στο πρόωρο αυτό στάδιο της προδικασίας, κατά του βουλεύματος, που αποφαίνεται μόνο για την παραπομπή του σε δίκη, δεν αντίκειται στο άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, γιατί το δικαίωμα πρόσβασης του κατηγορουμένου ενώπιον του δικαστηρίου έχει πλήρως εξασφαλισθεί αφού, ακόμη και στο στάδιο της προδικασίας, παρέχεται σ' αυτόν ανεμπόδιστα η δυνατότητα να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο και να υποβάλει τις αντιρρήσεις του ή τα αιτήματά του σε θέματα που ανακύπτουν στη διάρκεια της ανάκρισης ή να ζητήσει την κήρυξη ακυρότητας πράξεων της προδικασίας (άρθρα 171 παρ.1, 285 Κ.Ποιν.Δ.). Έτσι, με τη θέσπιση των διατάξεων αυτών έχει εξασφαλίσει στο στάδιο αυτό το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη, που καθιερώνεται στο πιο πάνω άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, το οποίο, όμως, δεν καθιερώνει παραλλήλως υποχρέωση του εθνικού νομοθέτη για τη θέσπιση και ενδίκων μέσων υπέρ του κατηγορουμένου. Πολύ περισσότερο, ο αποκλεισμός του κατηγορουμένου από το δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως κατά του εν λόγω βουλεύματος δεν αντίκειται στο άρθρο 2 του Εβδόμου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ν.1705/1987), ούτε στο άρθρο 14 παρ.5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ν.2462/1997), δεδομένου ότι οι ανωτέρω διατάξεις αναφέρονται στο δικαίωμα επανεξέτασης από ανώτερο δικαστήριο της καταδικαστικής αποφάσεως ή της αποφάσεως με την οποία επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ποινή. Με βάση δε αυτά, η ως άνω απαγόρευση δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, που καθιερώνει την ισότητα των πολιτών απέναντι του νόμου, ούτε στο άρθρο 8 παρ. 1 αυτού που προβλέπει το ανεπίτρεπτο της στερήσεως του φυσικού δικαστή του δικαζόμενου πολίτη. Τέλος, κατ' άρθρο μεν 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται....το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο", κατά δε το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., το οποίο εφαρμόζεται και επί αιτήσεων αναιρέσεως κατά βουλευμάτων (άρθρο 485 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) "αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου κατά το άρθρο 476 το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη....". Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 1904/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών περατώθηκε η κυρία ανάκριση (και) κατά του αναιρεσείοντος ... και παραπέμφθηκε αυτός (μαζί με άλλα 19 άτομα) στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης, με σκοπό τη διάπραξη κακουργημάτων των άρθρων 322, 299 παρ. 1, 270, 272, 374 ΠΚ, αρπαγή κατά συναυτουργία, κακουργηματική κλοπή κατ` εξακολούθηση, προμήθεια, κατασκευή, κατοχή, παραλαβή, μεταφορά και παράδοση εκρηκτικών υλών κατά συναυτουργία κ.λπ. Το βούλευμα αυτό είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αμετάκλητο και, συνεπώς, μετά την, κατά την από 20.9.2010 επισημείωση της αρμοδίας Γραμματέως επί του φακέλου της δικογραφίας, ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και την μη εμφάνισή του, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθμ. 88/9-9-2010 αίτηση του ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1904/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Σεπτεμβρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Σεπτεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ