Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2245 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παράβαση καθήκοντος, Ψευδής βεβαίωση, Συρροή εγκλημάτων.




Περίληψη:
Ψευδής βεβαίωση. Παράβαση καθήκοντος. Έννοια. Στοιχεία. Αληθής συρροή μεταξύ τους (ΑΠ 2056/2008, ΑΠ 820/2008, ΑΠ 811/2008, ΑΠ 696/2007, ΑΠ 130/2006, ΑΠ 2154/2005). Λήψη υπόψη και αξιολόγηση εγγράφου μη αναγνωσθέντος. Απόλυτη ακυρότητα (ΑΠ 2154/2005). Δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση όταν το έγγραφο αναφέρεται ιστορικώς στο σκεπτικό ή το περιεχόμενό του προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν (ΑΠ 2526/2008). Αιτιολογία ειδική και εμπεριστατωμένη - Πότε έχει τέτοια η απόφαση. Εσφαλμένη ερμηνεία εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως - Πότε υπάρχει. Εκ πλαγίου παράβαση - Έννοια. Απορρίπτει αίτηση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2245/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Αποστολόπουλο, περί αναιρέσεως της 6695/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2017/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 242 παρ. 1 και 2 του Π.Κ., "1. Υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπάλληλος ο οποίος με πρόθεση νοθεύει, καταστρέφει, βλάπτει ή υπεξάγει έγγραφο που του εμπιστεύθηκαν ή του είναι προσιτό λόγω της υπηρεσίας του". Και κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του ίδιου Κώδικα, "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Το έγκλημα της ψευδούς βεβαίωσης (διανοητικής πλαστογραφίας) που είναι σχετικό με την υπηρεσία, προϋποθέτει υπάλληλο, κατά την έννοια των άρθρων 13α' και 263Α του Π.Κ., αρμόδιο καθ` ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου, που ενεργεί μέσα στα όρια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή και υπάλληλο μη αρμόδιο, στον οποίο όμως το έγγραφο είναι εμπιστευμένο ή προσιτό, ως εκ της υπηρεσίας του, έγγραφο δημόσιο, κατά την έννοια των άρθρων 13γ' του Π.Κ. και 438 του Κ.Πολ.Δ., που έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη, για ότι βεβαιώνεται στο περιεχόμενό του και βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδούς γεγονότος που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως εκείνο που αναφέρεται στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης και όχι σε κρίσεις ή γνώμες, ακόμη και αν αυτές αφορούν περιστατικά που έχουν έννομες συνέπειες. Το κύρος του εγγράφου είναι χωρίς σημασία, όπως είναι χωρίς επιρροή και η εξολοκλήρου ή μη συμπλήρωσή του. Δεν είναι όμως έγγραφο, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, εκείνο που δεν έχει εξωτερική κυκλοφορία και προορίζεται και αφορά μόνο την εσωτερική υπηρεσία των Αρχών (όπως ο κανονισμός εσωτερικής υπηρεσίας, η παροχή εγγράφων οδηγιών σε υπαλλήλους κ.λ.π.). Και το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος είναι σχετικό με την υπηρεσία και έχει χαρακτήρα "επικουρικό", τιμωρείται δηλαδή εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται με άλλη ειδικότερη διάταξη και υποκειμενική υπόσταση υπερχειλή (έγκλημα σκοπού). Προϋποθέτει δε επίσης υπάλληλο, κατά την ίδια έννοια που αναφέρθηκε, παράβαση των καθηκόντων του υπαλλήλου, θεωρούμενων ως τέτοιων των επιβαλλόμενων από το νόμο ή διαγραφόμενων από διοικητικές πράξεις και ιδιαίτερες εγκυκλίους οδηγίες των προϊσταμένων ή ενυπαρχόντων στη φύση της υπηρεσίας και ορισμένο σκοπό, συνιστάμενο στην περιποίηση παράνομου οφέλους του ιδίου ή άλλου ή βλάβης του κράτους ή άλλου. Το όφελος δε ή η βλάβη που σκοπήθηκε και που δεν περιορίζεται στο περιουσιακό, δεν είναι αναγκαίο και να επιτεύχθηκε. Τα δύο ως άνω εγκλήματα συρρέουν αληθώς, εφόσον με καθένα απ αυτά προστατεύεται διαφορετικό έννομο αγαθό που προσβάλλεται από κάθε μία από τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις. Ειδικότερα, όσον αφορά το έγκλημα της ψευδούς βεβαιώσεως, που είναι ενταγμένο στο κεφάλαιο των εγκλημάτων σχετικά με την υπηρεσία του ΠΚ και αποτελεί γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα, είναι η γενική εμπιστοσύνη στην υποχρέωση αλήθειας των υπαλλήλων που εκδίδουν δημόσια έγγραφα. Όσον δε αφορά το της παραβάσεως καθήκοντος, που είναι ενταγμένο στο αυτό κεφάλαιο του ΠΚ και αποτελεί της αυτής κατηγορίας έγκλημα, είναι η λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών αποκλειστικά προς το συμφέρον της πολιτείας και της κοινωνίας που έχουν ταχθεί να υπηρετούν οι υπάλληλοι με χρηστότητα και καθαρότητα. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ` αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ` αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ` αυτή. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως, απαιτείται επί πλέον και ορισμένος σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), όπως και στο έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο σκοπό αυτό. Η αιτιολογία τέλος της αποφάσεως, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Ε' του Κ.Π.Δ., και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη (ουσιαστικού δικαίου) που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθμό 6696/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για τις πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης και της παράβασης καθήκοντος, σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα έξι μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Στην αιτιολογία της απόφασης, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται, ότι, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάσθηκαν, ενόρκως στο ακροατήριο του δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα, καθώς και την απολογία της κατηγορουμένης και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής, όσον αφορά το αδίκημα της ψευδούς βεβαίωσης: Η κατηγορουμένη, υπάλληλος της Νομαρχίας ..., υπηρετούσε στη Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών αυτής, ως προϊσταμένη του τμήματος αδειών οδήγησης με το βαθμό του τμηματάρχη. Στα υπηρεσιακά της καθήκοντα ανάγονταν ο έλεγχος των δικαιολογητικών που απαιτούνται, σύμφωνα με τις 70041/820/1325/1998 και 58930/480/1999 αποφάσεις του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, για την μετατροπή σε ελληνικές των αδειών οδήγησης που είχαν εκδοθεί στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Κατά το χρονικό διάστημα από 24-10-2000 έως 29-12-2000 η κατηγορουμένη, κατά τον έλεγχο των δικαιολογητικών των υπό κρίση περιπτώσεων, δηλαδή των ΑΑ, ΒΒ, ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ, οι οποίοι ήσαν συγκατηγορούμενοί της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, βεβαίωσε εν γνώσει της ψευδώς ότι τα δικαιολογητικά, που αυτοί υπέβαλαν στην Νομαρχία και δη στην αρμόδια υπηρεσία της, για την μετατροπή των αδειών τους οδήγησης σε ελληνικές, είχαν πληρότητα, υπογράφοντας και θέτοντας την σφραγίδα της στις πέντε παρακάτω αιτήσεις χορήγησης άδειας ικανότητας των παραπάνω προσώπων, ενώ το αληθές ήταν ότι υπήρχαν πολλές παρατυπίες και πλαστότητες, τις οποίες η κατηγορουμένη διαπίστωσε κατά τον έλεγχο των δικαιολογητικών που διενήργησε στα πλαίσια των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων που της είχαν ανατεθεί, εκδίδοντας παρά ταύτα τις ψευδείς βεβαιώσεις, οι οποίες είχαν ως έννομη συνέπεια την έκδοση με βάση αυτές των ..., ..., ..., ..., ... αδειών οδήγησης στο όνομα των ανωτέρω πέντε ατόμων, κατά τις ημερομηνίες 24-10-2000, 12-12-2000, 15-12-2000, 28-12-2000 και 29-12-2000, αντίστοιχα. Στην συνέχεια το Δικαστήριο παραθέτει λεπτομερώς τις παρατυπίες και πλαστότητες των υποβληθέντων δικαιολογητικών σε κάθε μία περίπτωση των ανωτέρω αδειών, αιτιολογώντας την περί παρατυπιών και πλαστότητας των υπό εξέταση δικαιολογητικών και γνώση των γεγονότων αυτών από μέρους της κατηγορουμένης, κρίση του. Ειδικότερα η προσβαλλομένη αναφέρει στο αιτιολογικό της ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση της, για κάθε μία από τις περιπτώσεις των εν λόγω αδειών, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: 1) Όσον αφορά την με αριθμό ... άδεια του ΑΑ, που εκδόθηκε την 24-10-2000: α) Στη υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986, που υπέβαλε ο ενδιαφερόμενος, ανέγραφε ως διεύθυνση κατοικίας του την οδό ...-..., ενώ στην άδεια παραμονής του, που επίσης περιέχονταν στα δικαιολογητικά του, αναφέρονταν ως τόπος κατοικίας του ο ..., οπότε δεν προέκυπτε αναμφισβήτητα ότι αρμόδια υπηρεσία για την έκδοση της συγκεκριμένης άδειας ήταν αυτή που υπηρετούσε η κατηγορουμένη (δεδομένου ότι η διεύθυνση κατοικίας του ενδιαφερόμενου καθόριζε και την αρμοδιότητα της υπηρεσίας για την έκδοση της άδειας). Το γεγονός δε αυτό μπορούσε αμέσως να γίνει αντιληπτό από την κατηγορούμενη από μόνη τη σύγκριση των υποβαλλομένων ως άνω δικαιολογητικών. β) Κατά την κατάθεση των δικαιολογητικών έλλειπε το απαιτούμενο διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ., το οποίο τελικά εκδόθηκε μεταγενέστερα (την 9-2-2001), δηλαδή μετά την έκδοση της άδειας οδήγησης 2) Όσον αφορά την με αριθμό ... άδεια του ΒΒ, που εκδόθηκε την 12-12-2000: α) Η ξένη άδεια οδήγησης ήταν πλαστή, διότι φέρεται ότι εκδόθηκε την 12-12-1999, δηλαδή μετά την είσοδο του ενδιαφερόμενου στην Ελλάδα την 2-5-1996, όπως το τελευταίο προκύπτει από την συνυποβαλλόμενη άδεια παραμονής του, στην οποία ως ημερομηνία εισόδου του στην Ελλάδα αναγράφεται η παραπάνω ημερομηνία (2-5-1996). Το γεγονός δε αυτό μπορούσε αμέσως να γίνει αντιληπτό από την κατηγορούμενη από μόνη τη σύγκριση των υποβαλλομένων ως άνω δικαιολογητικών. β) Η μετάφραση της ξένης άδειας οδήγησης ήταν ανυπόγραφη. γ) Έλλειπε κατά την κατάθεση των δικαιολογητικών το απαιτούμενο διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ., το οποίο εκδόθηκε μετά 15 ημέρες από την έκδοση της άδειας οδήγησης. δ) Στην υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986, που υπέβαλε ο ενδιαφερόμενος, ανέγραφε ως διεύθυνση κατοικίας του την οδό ...-..., ενώ στην άδεια παραμονής του, που επίσης περιέχονταν στα δικαιολογητικά του, αναφέρονταν ως τόπος κατοικίας του ..., οπότε δεν προέκυπτε αναμφισβήτητα ότι αρμόδια υπηρεσία για την έκδοση της συγκεκριμένης άδειας ήταν αυτή που υπηρετούσε η κατηγορουμένη (δεδομένου ότι η διεύθυνση κατοικίας του ενδιαφερόμενου καθόριζε και την αρμοδιότητα της υπηρεσίας για την έκδοση της άδειας). Το γεγονός δε αυτό μπορούσε αμέσως να γίνει αντιληπτό από την κατηγορούμενη από μόνη τη σύγκριση των υποβαλλομένων ως άνω δικαιολογητικών.
3) Όσον αφορά την με αριθμό ... άδεια του ΓΓ, που εκδόθηκε την 15-12-2000, στην υπεύθυνη δήλωση του Ν.1599/1986, που υπέβαλε ο ενδιαφερόμενος ανέγραφε ως διεύθυνση κατοικίας του την οδό ...-..., ενώ στην αστυνομική του ταυτότητα, την οποία επίσης είχε προσκομίσει, αναφέρονταν ως τόπος κατοικίας του η ..., οπότε δεν προέκυπτε αναμφισβήτητα ότι αρμόδια υπηρεσία για την έκδοση της συγκεκριμένης άδειας ήταν αυτή που υπηρετούσε η κατηγορουμένη (δεδομένου ότι η διεύθυνση κατοικίας του ενδιαφερόμενου καθόριζε και την αρμοδιότητα της υπηρεσίας για την έκδοση τηςάδειας). Το γεγονός δε αυτό μπορούσε αμέσως να γίνει αντιληπτό από την κατηγορούμενη από μόνη τη σύγκριση των υποβαλλομένων ως άνω δικαιολογητικών.
4) Όσον αφορά την με αριθμό ... άδεια του ΔΔ, που εκδόθηκε την 28-12-2000: α) Το πιστοποιητικό γέννησης του ενδιαφερομένου, που προσκομίστηκε, δεν ήταν θεωρημένο, όπως απαιτείτο ως προς τη γνησιότητα του. β) Η ξένη άδεια οδήγησης, η οποία εκδόθηκε την 15-9-1994, φέρει θεώρηση της γνησιότητας της την 24-2-1999 από το Γεν. Προξενείο της Ελλάδας στο ... και όχι από την οικεία προξενική Αρχή, που ήταν, σύμφωνα με το ... έγγραφο της Γεν. Δ/νσης Μεταφορών του Υπ. Μεταφορών και Επικοινωνιών, το προξενικό γραφείο της Ελλάδας στην ..., το οποίο λειτουργεί από 20-9-1996, γεγονός το οποίο γνώριζε η κατηγορούμενη διότι υπήρχε σχετική ενημέρωση στην υπηρεσία της από το Υπουργείο Εξωτερικών, γ) Υπήρχε διαφορά μεταξύ του αριθμού της ξένης άδειας οδήγησης με εκείνου που αναγράφονταν στη μετάφραση της ξένης άδειας οδήγησης, δηλαδή στην άδεια αναγράφεται ... και στη μετάφραση ... . δ) Στην υπεύθυνη δήλωση του ως άνω αιτούντος ΔΔ δεν αναφέρεται ο αριθμός Φορολογικού Μητρώου (ΑΦΜ). ε) Κατά την κατάθεση των δικαιολογητικών έλλειπε το απαιτούμενο διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ., το οποίο εκδόθηκε μετά 1 1/2 μήνα από την έκδοση της άδειας οδήγησης. στ) Στην υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986, που υπέβαλε ο ενδιαφερόμενος, ανέγραφε ως διεύθυνση κατοικίας του την οδό ...-..., ενώ στην άδεια παραμονής του, που επίσης προσκομίστηκε, αναφέρονταν ως διεύθυνση κατοικίας του η οδός ...-..., οπότε δεν προέκυπτε αναμφισβήτητα ότι αρμόδια υπηρεσία για την έκδοση της συγκεκριμένης άδειας ήταν αυτή που υπηρετούσε η κατηγορουμένη (δεδομένου ότι η διεύθυνση κατοικίας του ενδιαφερόμενου καθόριζε και την αρμοδιότητα της υπηρεσίας για την έκδοση της άδειας). Το γεγονός δε αυτό μπορούσε αμέσως να γίνει αντιληπτό από την κατηγορούμενη από μόνη τη σύγκριση των υποβαλλομένων ως άνω δικαιολογητικών.
5) Όσον αφορά την με αριθμό ... άδεια του ΕΕ, που εκδόθηκε την 29-12-2000: α) Η θεώρηση της ξένης άδειας οδήγησης ήταν πλαστή, διότι φέρεται να την θεωρεί ο Πρόξενος ... την 11-3-1998, ενώ η άδεια εκδόθηκε την 15-8-1998, δηλαδή 5 μήνες αργότερα, γεγονός το οποίο μπορούσε αμέσως να γίνει αντιληπτό από την κατηγορούμενη. β) Έλειπε κατά την κατάθεση των δικαιολογητικών το απαιτούμενο διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. ..., το οποίο εκδόθηκε μεταγενέστερα (την 5-1-2001), δηλαδή μετά την έκδοση της άδειας οδήγησης. γ) Η αίτηση και η υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986 του ενδιαφερόμενου δεν έφεραν ημερομηνία.
Τα παραπάνω δικαιολογητικά, όπως προαναφέρθηκε, απαιτούνταν από τις προαναφερόμενες δύο Υπουργικές αποφάσεις, ενώ η 73239/903/1998 Υ.Α. για την αρμοδιότητα του προξενείου της ... ήταν γνωστή στην κατηγορούμενη, όπως αυτό προκύπτει από την κατάθεση της μάρτυρος ..., επιθεωρήτριας στο Υπουργείο Μεταφορών, η οποία με κατηγορηματικότητα κατέθεσε "όφειλε η κατηγορούμενη να το γνωρίζει αυτό, διότι υπήρχε σχετικό έγγραφο του ΥΠΕΞ".
Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι λόγω φόρτου εργασίας δεν αντιλήφθηκε τις παραπάνω παρατυπίες και πλαστότητες δεν κρίνεται πειστικός, αφενός μεν διότι οι περισσότερες μπορούσαν να διαπιστωθούν με απλό έλεγχο των υποβληθέντων δικαιολογητικών ή με παραβολή των δικαιολογητικών μεταξύ τους, αφετέρου δε διότι επρόκειτο για έμπειρη υπάλληλο.
Οι παραπάνω πράξεις, που τέλεσε η κατηγορούμενη, αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης, για το οποίο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη.
Περαιτέρω η αναιρεσιβαλλομένη, ως προς το αδίκημα της παραβάσεως καθήκοντος, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση της, τα ακόλουθα:
Η ως άνω κατηγορούμενη ενώ ήταν υπάλληλος της Νομαρχίας ... με πρόθεση παρέβη εξακολουθητικά τα καθήκοντα της υπηρεσίας της με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο όφελος. Συγκεκριμένα στον άνω τόπο και κατά το χρονικό διάστημα από 24-10-2000 έως 29-12-2000 εξακολουθητικά παρέβη με πρόθεση τις διατάξεις των υπ' αριθμ. 70041/820/13-8-1998 (ΦΕΚ 928/Β/27-8-1998) και 58930/480/3-5-1999 (ΦΕΚ 526/Β/3-5-1999) αποφάσεων του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών "περί μετατροπής αδειών οδήγησης αυτοκινήτου ή μοτοσικλετών που εκδόθηκαν από χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης", σύμφωνα με τις οποίες οι ενδιαφερόμενοι για μετατροπή της αδείας τους έπρεπε να υποβάλουν στη Νομαρχία (Υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών) τα παρακάτω δικαιολογητικά: α) αίτηση, β) υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986, στην οποία, μεταξύ άλλων, ο δηλών πρέπει να δηλώνει τη διεύθυνση κατοικίας του, η οποία πρέπει να βρίσκεται στην περιοχή της υπηρεσίας Μεταφορών και Επικοινωνιών στην οποία υποβάλλεται η αίτηση, γ) φωτοαντίγραφο διαβατηρίου, επί του οποίου να υπάρχει υποχρεωτικά θεώρηση της εκεί προξενικής αρχής με την ένδειξη "παλιννόστηση" ή "επαναπατρισμός" κατά περίπτωση, δ) πιστοποιητικό γέννησης μαζί με τη μετάφραση του, ε) φωτοαντίγραφο της ισχύουσας άδειας διαμονής ή παραμονής ή κάρτας προσωρινής άδειας παραμονής ή κάρτα παραμονής περιορισμένης χρονικής ισχύος, στ) φωτοαντίγραφο Δ.Α.Τ, αν ο ενδιαφερόμενος είναι κάτοχος Ελληνικού Δελτίου Ταυτότητας, ε) άδεια οδήγησης της αλλοδαπής (πρώην ΕΣΣΔ ), ζ) μετάφραση ξένης άδειας, η) ο αριθμός φορολογικού μητρώου (ΑΦΜ) και ότι δεν είναι κάτοχος άλλης άδειας θ) πρόσφατη φωτογραφία ι) δύο πιστοποιητικά υγείας (παθολόγου και οφθαλμιάτρου), ια) παράβολο Δημόσιου Ταμείου, ιβ) αποδεικτικό Δημόσιου Ταμείου για την είσπραξη παγίου τέλους χαρτοσήμου και εισφορών υπέρ τρίτων ποσών, ανά κατηγορία ή υποκατηγορία, όπως αυτά ισχύουν κάθε φορά. Η κατηγορούμενη δε προέβη στην έκδοση πέντε αδειών οδήγησης Ελληνικών επ' ονόματι των ΑΑ, ΒΒ, ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ (συγκατηγορουμένων της στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), δηλαδή των με αριθμ. ..., ..., ..., ... και ... αδειών της Δ/νσης Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχίας ... κατά μετατροπή των αντίστοιχων αδειών από τις χώρες της Ε.Σ.Σ.Δ., κατά παράβαση των οριζομένων από τις ως άνω αποφάσεις και των καθηκόντων της υπηρεσίας της, αφού γνώριζε ότι τα υποβληθέντα δικαιολογητικά των πέντε ως άνω προσώπων δεν πληρούσαν όλες τις νόμιμες προϋποθέσεις κατά τη νομιμότητα σύνταξης και έκδοσης και ορισμένα ήσαν πλαστά ως λεπτομερώς περιγράφονται παραπάνω ή υπήρχαν παρατυπίες. Στις ως άνω δε πράξεις της προέβη εξακολουθητικά με σκοπό να ωφελήσει τους παραπάνω, εκδίδοντας κατά παράνομο τρόπο τις άνω άδειες οδήγησης.
Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά, το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση και για τις δύο πράξεις που του αποδίδονταν και του επέβαλε την αναφερόμενη συνολική ποινή φυλάκισης.
Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ`αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των διωκόμενων δύο εγκλημάτων, της ψευδούς βεβαίωσης και της παράβασης καθήκοντος, που, όπως λέχθηκε, συρρέουν αληθώς, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 242 παρ. 1 και 259 του Π.Κ., όπως αυτές αναλύθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, τις οποίες εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία. Συγκεκριμένα δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας συνδρομή στο πρόσωπο της κατηγορουμένης όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων, που αναλύθηκαν στην νομική σκέψη για την πλήρη στοιχειοθέτηση των εκεί αναφερομένων δύο εγκλημάτων, για την τέλεση των οποίων κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα. Ειδικότερα, ως προς την άδεια του ΒΒ, η παραδοχή ότι η αλλοδαπή άδεια ήταν πλαστή, διότι, μεταξύ άλλων, φερόταν να έχει εκδοθεί μετά από 3 χρόνια και 7 μήνες από την είσοδο του εν λόγου ατόμου στην Χώρα (είσοδος 2-5-1996, έκδοση αδείας 12-12-1999), αιτιολογεί πλήρως μαζί με όλα τα άλλα παρατιθέμενα αποδεικτικά στοιχεία, την περί πλαστότητας παραδοχή, αλλά και την γνώση της αναιρεσείουσας περί της πλαστότητας, και δεν χρειαζόταν να αιτιολογήσει η προσβαλλομένη, όπως υποστηρίζεται στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, το αυτονόητο ότι δηλαδή η ξένη άδεια της οποίας αιτήθηκε η μετατροπή σε ελληνική θα είχε εκδοθεί προγενέστερα της εισόδου του ομογενούς στη Χώρα, δηλαδή αυτός εισερχόμενος από την Χώρα προελεύσεως του στην Ελλάδα, θα ήταν ήδη εφοδιασμένος με την άδεια οδηγήσεως της οποίας και εκ του λόγου αυτού ζητούσε την μετατροπή σε ελληνική. Την γνώση δε της αναιρεσείουσας περί της πλαστότητος της αλλοδαπής αδείας την αιτιολόγησε πλήρως η προσβαλλομένη απόφαση και με τις λοιπές εμφανείς και αμέσως αντιληπτές παρατυπίες των δικαιολογητικών που συνόδευαν την αίτηση, τις οποίες ανελέγκτως δέχθηκε το Δικαστήριο και παραθέτει στο αιτιολογικό, που αφορά την συγκεκριμένη άλλα και τις λοιπές άδειες, τις παρέβλεψε δε η αναιρεσείουσα, στην κρινόμενη, αλλά και σε όλες τις λοιπές περιπτώσεις και βεβαίωσε ψευδώς ότι τα δικαιολογητικά ήταν εντάξει, παραβιάζουσα τα υπηρεσιακά της καθήκοντα που καθορίζονταν από τις ανωτέρω Υπουργικές αποφάσεις, προκειμένου να επιτύχει, όπως και ήθελε, αλλά και επέτυχε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, να μετατραπούν οι άδειες σε ελληνικές και να προσπορίσει στον συγκεκριμένο, αλλά και στους λοιπούς ως άνω ενδιαφερομένους, παράνομο όφελος. Περαιτέρω, όπως ανέλεγκτα δέχθηκε η απόφαση, σε όλες, εκτός της υπ αριθ. 5, τις κριθείσες περιπτώσεις δηλώθηκε κατοικία του ενδιαφερομένου οι Αχαρνές και έτσι θεμελιώθηκε αρμοδιότητα της Υπηρεσίας της αναιρεσείουσας και αυτής της ίδιας για την μετατροπή των αδειών, η οποία (κατοικία) ήταν διαφορετική από αυτή που προέκυπτε και γινόταν αμέσως αντιληπτή από άλλα πιστοποιητικά που υπέβαλαν οι ενδιαφερόμενοι και επί της παραδοχής αυτής στήριξε την κρίση της περί πλαστότητας των δικαιολογητικών και γνώσεως αυτής από την αναιρεσείουσα, χωρίς να χρειάζεται να διαλάβει κάτι επιπλέον για την πληρότητα της αιτιολογίας αυτής. Τέλος η κρίση της αναιρεσειβαλλομένης περί της γνώσεως της αναιρεσείουσας ότι αρμόδιο για την θεώρηση της αλλοδαπής αδείας του ΔΔ, ήταν η Προξενική αρχή της ... και όχι του ..., το οποίο και παρανόμως φερόταν να την έχει θεωρήσει, δεν στηρίχθηκε μόνον στο ... έγγραφο της Γεν Δ/νσης Μεταφορών του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, που αναφέρεται στη σελίδα 20 της απόφασης, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον ίδιο λόγο της αναίρεσης, αλλά κυρίως στην κατάθεση της μάρτυρος ..., επιθεωρήτριας του Υπουργείου Μεταφορών, όπως αναφέρεται στη σελ. 21 της απόφασης, όπου και το έγγραφο χαρακτηρίζεται, από προφανή παραδρομή, ως Υπουργική Απόφαση (Υ.Α.). Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αυτού λόγου της αναιρέσεως, πλήττουν, υπό την κάλυψη της ελλείψεως ειδικής και εμπριστατωμένης αιτιολογίας, την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι, γι' αυτό το λόγο, απορριπτέες ως απαράδεκτες. Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσειβαλλομένη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (510 παρ. 1 Δ'' ΚΠΔ,) τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Απορριπτέος, σύμφωνα με αυτά που εκτίθενται στην ανωτέρω νομική σκέψη, τυγχάνει και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη για κακή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων (242 παρ.1 και 259 ΠΚ) και εκείνης του άρθρου 94 ΠΚ (510 παρ. 1 Ε' ΚΠΔ), διότι κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα και για τις δύο ανωτέρω πράξεις, ενώ έπρεπε να την κηρύξει ένοχη μόνον για την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως (242 παρ.1 ΠΚ), λόγω του επικουρικού χαρακτήρα εκείνης της παραβάσεως καθήκοντος (259 ΠΚ). Ειδικότερα, εφόσον οι δύο αυτές πράξεις, όπως λέχθηκε ανωτέρω, συρρέουν αληθώς, κατ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, το Δικαστήριο την κήρυξε ένοχη και των δύο πράξεων.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κ.Π.Δ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορούμενου, εγγράφων που δεν είναι βεβαία η ανάγνωσή τους, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται, ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' του Κ.Π.Δ., γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας, να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 358 του Κ.Π.Δ., σε παρατηρήσεις, σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Δεν συντρέχει όμως τέτοια περίπτωση όταν το έγγραφο αναφέρεται στο σκεπτικό διηγηματικά και δεν στηρίχθηκε επ' αυτού η κρίση του δικαστηρίου για την ενοχή. Στην προκείμενη περίπτωση, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως λέχθηκε στην προηγούμενη σκέψη, παρατίθεται στη σελίδα 20 και το ... έγγραφο της Γεν Δ/νσης Μεταφορών του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, το οποίο, στη σελ. 21 της απόφασης, χαρακτηρίζεται, από προφανή παραδρομή, ως Υπουργική Απόφαση (Υ.Α.). Το έγγραφο αυτό αναφέρεται στα ανωτέρω σημεία του σκεπτικού της απόφασης διηγηματικά, προκειμένου το Δικαστήριο να επιχειρηματολογήσει υπέρ της κρίσης του, την οποία συνήγαγε από όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραθέτει στο αναφερόμενο στην προηγούμενη σκέψη, σκεπτικό του, ότι η αναιρεσείουσα τελούσε σε γνώση της πλαστογραφίας των αλλοδαπών αδειών οδηγήσεως και των λοιπών δικαιολογητικών που μαζί με αυτές υπέβαλαν οι εκεί ενδιαφερόμενοι για την έκδοση, κατά μετατροπή αυτών, επ' ονόματί τους, αντιστοίχων ελληνικών αδειών και παρόλα αυτά βεβαίωσε ψευδώς ότι όλα είχαν υποβληθεί σύμφωνα με τις ανωτέρω Υπουργικές αποφάσεις. Το επιχείρημά του αυτό (θεώρηση της συγκεκριμένης αδείας από άλλο ελληνικό Προξενείο και όχι το της ... που ήταν αρμόδιο), που ήταν ένα από τα περισσότερα που, κατά τα ανωτέρω, παρέθεσε στο σκεπτικό της η προσβαλλομένη απόφαση για να αιτιολογήσει την καταδικαστική κρίση της για το έγκλημα της ψευδούς βεβαιώσεως, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη, το θεμελίωσε κυρίως στην κατάθεση της μάρτυρος ..., επιθεωρήτριας του Υπουργείου Μεταφορών (βλ. σελ 22).
Συνεπώς προεχόντως, η αναιρεσιβαλλομένη δεν στήριξε την καταδικαστική κρίση της για το έγκλημα της ψευδούς βεβαιώσεως, αλλά και της παραβάσεως καθήκοντος, στο εν λόγω έγγραφο, άλλα στο πλήθος των αποδεικτικών στοιχείων που παραθέτει, από την αξιολόγηση των οποίων και κατέληξε σ αυτήν, διηγηματικώς δε στο σκεπτικό της αναφέρεται και το εν λόγω έγγραφο. Κατ ακολουθία τούτων, σύμφωνα με αυτά που εκτίθενται στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, εκ του ότι το εν λόγω έγγραφο δεν παρατίθεται στα πρακτικά μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων και έτσι δεν καθίσταται βέβαιο ότι αναγνώσθηκε, δεν παράγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, και ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως που στηρίζεται στο άρθρο 510 παρ. 1 Α' σε συνδυασμό με 171 παρ. 1 δ ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την από 5-12-2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της με αριθμ. 6695/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή