Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1109 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδής καταμήνυση.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση και απόρριψη λόγων αναίρεσης ως αβάσιμων, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας όσον αφορά: α) το ψευδές του περιεχομένου της μήνυσης των εγκαλούντων για κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση υπεύθυνης δηλώσεως του αναιρεσείοντος, β) τη γνώση από αυτόν του ψεύδους, γ) τον σκοπό της καταμήνυσης. Απορρίπτει.




Αριθμός 1109/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Χ1 και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Κάσση, περί αναιρέσεως της 1402/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Φραγκιαδάκη και 2. Ψ2, που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 67/2009.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ. "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τον απαρτισμό της εννοίας του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, απαιτείται, αντικειμενικώς, η καταμηνυόμενη ή αναφερόμενη στην αρχή πράξη να συνιστά έγκλημα ή πειθαρχική παράβαση, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας (εντελούς γνώσης - επίγνωσης) ότι η ανωτέρω πράξη είναι ψευδής και τη θέληση αυτού να καταμηνύσει τον παθόντα ή να τον αναφέρει στην αρχή, με σκοπό να προκαλέσει την άσκηση εναντίον του ποινικής ή πειθαρχικής διώξεως, ανεξαρτήτως της επιτεύξεως του σκοπού αυτού. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 ΠΚ προκύπτει ότι για τον απαρτισμό της εννοίας του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται, αντικειμενικώς, α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια να ενεργεί ένορκη εξέταση και β) τα κατατιθέμενα πραγματικά περιστατικά να είναι ψευδή, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας (πλήρους - εντελούς γνώσης - επίγνωσης), ότι τα κατατιθέμενα είναι ψευδή ή τη γνώση με την ανωτέρω έννοια, των αληθινών, τα οποία σκοπίμως αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει και αφετέρου, τη θέληση καταθέσεως ψευδών πραγματικών περιστατικών ή αποκρύψεως των αληθινών ή αρνήσεως καταθέσεως των αληθινών. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του Π Κ, κατά την οποία "με την ποινήτου αυτουργού τιμωρείται επίσης α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξηαξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί ναγίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια τηςβουλήσεως ή με τη διέγερση μίσους κατά του παθόντος, με πειθώ ή φορτικότητα ή προτροπές ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον τηναπόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί τον φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός τηςπράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση της πράξεως του αυτουργού απαιτείται, άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός θα πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικά, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως και ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται η εν γνώσει τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος). Για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας απαιτείται να εκτίθενται στη καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος, που καταμήνυσε ή κατέθεσε στην Αρχή, επί πλέον δε στην ψευδή καταμήνυση να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι ο δράστης επεδίωκε την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος). Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημ/των Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη 1402/2008 απόφασή του, δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ'είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος κατείχε άδεια λειτουργίας πρακτορείου Ιπποδρομιών, τον Ιούλιο του έτους 1999, ζήτησε από την εγκαλούσα Ψ1, η οποία διατηρούσε στον ... πρακτορείο ΠΡΟΠΟ, ΛΟΤΟ-ΠΡΩΤΟ και ΣΤΟΙΧΗΜΑΤΟΣ, και πέτυχε τη συστέγαση του πρακτορείου του στο κατάστημα της τελευταίας, προκειμένου να περιοριστούν οι δαπάνες λειτουργίας και των δύο επιχειρήσεων. Κατά το διάστημα της παράλληλης λειτουργίας των δύο πρακτορείων, δεύτερος κατηγορούμενος, πέτυχε να κερδίσει την εμπιστοσύνη της εγκαλούσας, με αποτέλεσμα να δεχτεί η τελευταία να λειτουργούν το κατάστημα εναλλάξ και έτσι να του εμπιστευτεί τον απόρρητο κωδικό αριθμό του μηχανήματος του ΟΠΑΠ. Η εγκαλούσα, απουσίασε από το πρακτορείο για διάστημα ολίγων ημερών, λόγω ασθένειας, κατά το οποίο αυτό λειτουργούσε μόνο με τον κατηγορούμενο, και όταν επανήλθε, στις 4-4-2000, διαπίστωσε ότι ο ΟΠΑΠ είχε διακόψει τη σύνδεση με το πρακτορείο της. 'Όταν επικοινώνησε με τις αρμόδιες υπηρεσίες του εν λόγω οργανισμού, την ενημέρωσαν ότι αυτό έγινε γιατί υπήρχε οφειλή του πρακτορείου της προς αυτόν, που την ημέρα εκείνη ανερχόταν σε 30.000.000 δραχ. Περίπου, (η οποία το επόμενο διάστημα οριστικοποιήθηκε και ανήλθε σε 133.173.447 δραχμές). 'Όπως εκ των υστέρων διαπιστώθηκε, η οφειλή αυτή δημιουργήθηκε, επειδή ο εναγόμενος αυτός, γνωρίζοντας τον κωδικό αριθμό του μηχανήματος του ΟΠΑΠ, συμπλήρωσε κατά το διάστημα της απουσίας της εγκαλούσας, για λογαριασμό του, μεγάλο αριθμό δελτίων "ΣΤΟΙΧΗΜΑΤΟΣ", συνολικής (περιλαμβανομένης και της προμήθειας του συγκεκριμένου πρακτορείου) αξίας 144.773.474 δραχ. χωρίς να καταθέσει το αντίστοιχο ποσό στον τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε η εγκαλούσα, για να αναλάβει απ'αυτόν ο ΟΠΑ το παραπάνω ποσό που του ανήκει. Μάλιστα, για την πράξη του αυτή ο δεύτερος κατηγορούμενος έχει παραπεμφθεί, με το 531/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά, που κατέστη αμετάκλητο, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά, για κακουργηματική απάτη. Θορυβουμένη από την αποκάλυψη αυτή η πολιτικώς ενάγουσα, επειδή ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε εξαφανιστεί, απευθύνθηκε στον πρώτο κατηγορούμενο, πατέρα του, και τον ενημέρωσε για τα παραπάνω. Αυτός, παραδέχτηκε ευθύς εξ αρχής την εμπλοκή και ευθύνη του γιού του, στη συνέχεια δε, προκειμένου να μετριάσει τις συνέπειες της πράξης του, κατέβαλε με απόδειξη στην εγκαλούσα, ποσό 4.975.000 δρχ. το οποίο βρήκε στο δωμάτιό του (β' κατηγορουμένου) μαζί με ένα βιβλιάριο καταθέσεων της Αγροτικής Τράπεζας, με κατάθεση στο όνομα του τελευταίου, ποσού 7.200.000 δραχ. και ποσό 3.500.000 δραχ. από δικά του χρήματα, ώστε να γίνει διακανονισμός του χρέους προς τον ΟΠΑΠ, το οποίο κατά την ημέρα εκείνη, όπως έχει εκτεθεί, είχε διαμορφωθεί στο ποσό των 30.000.000 δραχ. περίπου, ώστε να επαναλειτουργήσει το πρακτορείο της και τη διαβεβαίωσε ότι θα εξοφλήσει ολόκληρο το χρέος που δημιούργησε ο γιός του, πιστεύοντας ότι αυτό ανέρχεται στο προαναφερόμενο ποσό. Συγχρόνως, από κοινού με τους εγκαλούντες, ήλθε σε επαφή με τους αρμοδίους υπαλλήλους του ΟΠΑ και της Αγροτικής Τράπεζας, στην προσπάθεια να βρουν λύση στο οξύ πρόβλημα που είχε δημιουργηθεί και να δεσμεύσουν τον τραπεζικό λογαριασμό του δεύτερου κατηγορουμένου, ώστε να μην αναλάβει αυτός το ποσό της κατάθεσής του. 'Ετσι, στις 5-4-2000, οι εγκαλούντες, μαζί με τον πρώτο κατηγορούμενο, πήγαν στο ΠΟΛΥΔΥΝΑΜΟ Α.Τ. Πειραιά και εκεί, ο τελευταίος υπέγραψε ενώπιον του αρμόδιου αξιωματικού, ταυτόχρονη υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 ν. 1599/1986, απευθυνόμενη προς την Αγροτική Τράπεζα, της οποίας το κείμενο γράφτηκε, εξολοκλήρου από τον πρώτο εγκαλούντα, με το εξής περιεχόμενο "Παρακαλώ πολύ, εγώ η μητέρα του Χ1 και εγώ ο πατέρας του Χ1 Χ2, παρακαλούμε τον Διευθυντή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος και τις Νομικές Υπηρεσίες, να δεσμεύσουν τα χρήματα του παιδιού μας Χ1, με αριθμ. Βιβλιαρίου λογαριασμός ..., που έχει ποσόν 7.200.000 δραχ. (επτά εκατομμύρια δρχ.), διότι έχει υπεξαιρέσει χρήματα που ανήκουν στον Ψ1 και κατ'επέκταση του ΟΠΑΠ πάνω από 30.000.000 δρχ. και σας παρακαλούμε να τα δεσμεύσετε για να πληρωθούν τα χρήματα αυτά, δηλαδή μέρος αυτών και υποσχόμεθα να τακτοποιήσουμε το υπόλοιπο εμείς". Προηγουμένως, στις 4-4-2000, οι εγκαλούντες με τον πρώτο κατηγορούμενο πήγαν στον ΟΠΑΠ και εκεί, ο τελευταίος, ενώπιον του Προϊσταμένου του Οικονομικού τμήματος ..., αλλά και του γραμματέα της ΠΑΕΠ και συνδικαλιστή στον ΟΠΑΠ ..., παραδέχτηκε ότι ο γιός του πράγματι έπαιξε δελτία μόνος του χωρίς να καταβάλει τα χρήματα και ότι θα καλύψει ο ίδιος το χρέος (βλ. από 26-9-2002 συμπληρωματική κατάθεση του πρώτου στην Ανακρίτρια και κατάθεση αυτού και του δεύτερου μάρτυρα στο Δικαστήριο, και στα υπ'αριθ. 5769/2007 πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). Στη συνέχεια, αφού στο μεταξύ η εγκαλούσα, ενημερώθηκε από τον ΟΠΑ ότι η οφειλή κυμαίνεται στο ποσό των 130.000.000 δρχ. περίπου, για να προστατεύσει τα συμφέροντά της, κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, στις 17-4-2000, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζήτησε τη συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας των κατηγορουμένων μέχρι του άνω ποσού και κατά τη συζήτησή της, που έγινε στις 8-2-2001, προσκόμισε την προαναφερόμενη υπεύθυνη δήλωση του πρώτου απ'αυτούς, που θεωρήθηκε ως εκ μέρους του δήλωση σωρευτικής (με τον δεύτερο) αναδοχής του επίμαχου χρέους. Η αίτηση έγινε δεκτή με την 2532/2001 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, που εκδόθηκε στις 30-4-2001. 'Όταν έλαβαν γνώση της απόφασης οι κατηγορούμενοι, ο πρώτος, υπέβαλε στις 25-5-2001 έγκληση κατά των ήδη εγκαλούντων, ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Πειραιά, της οποίας βεβαίωσε ενόρκως την αλήθεια του περιεχομένου, και με αυτή τους καταμήνυσε για κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση, ηθική αυτουργία σ'αυτή και απάτη στο δικαστήριο, που συνίστανται στο ότι ο πρώτος από τους εγκαλούντες, στο χρονικό διάστημα από 5-4-2000 μέχρι 10-4-2000, έχοντας στα χέρια του την προαναφερόμενη υπεύθυνη δήλωσή του, εν αγνοία του, νόθευσε το περιεχόμενό της, προσθέτοντας στο τέλος του αρχικού κειμένου τις φράσεις "διότι έχει υπεξαιρέσει χρήματα που ανήκουν στην Ψ1 και κατ'επέκταση του ΟΠΑΠ, πάνω από 30.000.000 δραχ. και σας παρακαλούμε να τα δεσμεύσετε για να πληρωθούν τα χρήματα αυτά, δηλαδή μέρος αυτών και υποσχόμεθα να τακτοποιήσουμε το υπόλοιπο εμείς", προκειμένου να προσπορίσει στη σύζυγό του, δεύτερη απ'αυτούς παράνομο περιουσιακό όφελος, με προτροπή της τελευταίας που τον παρακάλεσε την απόφαση, την οποία προσκόμισε στη συζήτηση των ασφαλιστικών μέτρων και πέτυχε, με παραπλάνηση του Δικαστή, την έκδοση της ευνοϊκής γι'αυτήν, παραπάνω απόφασης. 'Όμως, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν προέκυψε-όπως άλλωστε κρίθηκε αμετάκλητα-ότι η επίμαχη υπεύθυνη δήλωση νοθεύτηκε από τον εγκαλούντα Ψ2 με την προσθήκη του άνω κειμένου, αλλά υπήρχε αυτό εξ αρχής και αποτύπωνε την κατ'επανάληψη, ενώπιον τρίτων, όπως έχει εκτεθεί, εκφρασθείσα από τον πρώτο κατηγορούμενο θέση, σχετικά με την τέλεση της παραπάνω αξιόποινης πράξης από το γιό του και τη βούλησή του να προσπαθήσει να μειώσει τις συνέπειες αυτής και να συμβάλλει στην αποκατάσταση της ζημίας που είχε προκληθεί, αναλαμβάνοντας αντίστοιχα ευθύνη για την πληρωμή του χρέους. Μετέβαλε δε θέση και συμπεριφορά με την προτροπή και του δεύτερου κατηγορουμένου, μετά πάροδο έτους και πλέον, αφότου συντάχτηκε η επίμαχη υπεύθυνη δήλωση και υπογράφοντάς την έλαβε οπωσδήποτε γνώση του περιεχομένου της, αλλά και σε κάθε περίπτωση, αφότου κατά τους ισχυρισμούς του ίδιου και του συγκατηγορουμένου του, τους επέδειξε φωτοτυπία αυτής ο δικηγόρος τους, αμέσως μετά τις βουλευτικές εκλογές της 9-4-2000 (βλ. από 25-5-2001 έγκληση του πρώτου και από 10-4-2000 ανωμοτί κατάθεση επ'αυτής του δεύτερου κατηγορουμένου στην Ανακρίτρια), όταν έλαβαν γνώση της προαναφερόμενης απόφασης που διέτασσε τη συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας τους. Η άνω, από 25-5-2001 έγκληση του πρώτου κατηγορουμένου, ήταν στο σύνολό της ψευδής (με το 1502/2003 βούλευμα, του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά, που έγινε αμετάκλητο, αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος των εγκαλούντων Ψ2 και Ψ1 για τις άνω πράξεις), έγινε δε προς αντιπερισπασμό και με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη των εγκαλούντων και με την περαιτέρω προσδοκία να επιτύχει ενδεχομένως την καταδίκη τους, ώστε να "ακυρώσει" και να αποφύγει αυτός και ο συγκατηγορούμενος γιός του, τις αστικές συνέπειες της πράξης του, από την προαναφερόμενη απόφαση και αυτές που θα ακολουθούσαν. Γνώρισε δε την αναλήθεια του περιεχομένου της όταν κατά την υποβολή της, βεβαίωσε ενόρκως την αλήθεια αυτού. Αλλά και ο δεύτερος κατηγορούμενος, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Ανακρίτριας Πειραιά σχετικά με την εν λόγω μήνυση, κατέθεσε ότι η άνω υπεύθυνη δήλωση του πατέρα του, νοθεύτηκε με την προσθήκη του επίμαχου τμήματος από τον πρώτο εγκαλούντα, εν γνώσει της δεύτερης και με την προτροπή της, για να τη χρησιμοποιήσει στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων και έτσι πέτυχε να παραπλανήσει το δικαστή, και περαιτέρω (κατέθεσε) σε αντίθεση με τα παραπάνω, ότι ο ίδιος και ο πατέρας του έλαβαν γνώση της υπεύθυνης δήλωσης μετά τη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, όταν τους ενημέρωσε ο δικηγόρος τους. Τα περιστατικά αυτά που κατέθεσε ήταν ψευδή και αυτός γνώριζε την αλήθεια, από τον πατέρα του που υπέγραψε το κείμενο της δήλωσης, και παρόλα αυτά, τα βεβαίωσε ενόρκως. Ο ίδιος, προκειμένου να αποδυναμώσει την παραπάνω δικαστική απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων που ήταν βλαπτική για τα συμφέροντά του, εκμεταλλευόμενος τη στενή συγγενική του σχέση με τον πρώτο κατηγορούμενο, με συνεχείς παραινέσεις, τον έπεισε και του προκάλεσε την απόφαση να υποβάλει την έγκληση και να βεβαιώσει ενόρκως το περιεχόμενό της που γνώριζε ότι ήταν ψευδές. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες και συγκεκριμένα τον μεν πρώτο ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκία μάρτυρα, το δε δεύτερο ψευδορκίας μάρτυρα και ηθικής αυτουργίας σε ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα και δεχόμενο το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 α ΠΚ επέβαλε στον μεν πρώτο από αυτούς συνολική ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, στο δε δεύτερο συνολική ποινή φυλάκισης εννέα (9) μηνών, τις οποίες ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενικά υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία πείστηκε γι'αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 2, 46 παρ.1 εδ.α' 94, 224 παρ. 2-1 και 229 παρ. 1ΠΚ.
Ειδικότερα αιτιολογείται α) το ψευδές του περιεχομένου της μήνυσης που υπέβαλε ο πρώτος κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κατά των εγκαλούντων με την οποία τους κατεμήνυσε για κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση της υπεύθυνης δήλωσης που συντάχθηκε από αυτόν, ηθική αυτουργία σ'αυτήν και απατή επί δικαστηρίου με την παραδοχή ότι οι τελευταίοι αθωώθηκαν αμετάκλητα για τις αποδιδόμενες σ'αυτούς ως άνω αξιόποινες πράξεις β) η γνώση από τον αναιρεσείοντα του ότι τα ως άνω καταμηνυόμενα ήταν ψευδή με την παραδοχή ότι γνώριζε ότι ο δεύτερος αναιρεσείων, υιός του, υπεξαίρεσε χρηματικά ποσά της εγκαλούσας έχοντας δηλώσει προς αυτήν ότι θα εκάλυπτε αυτός το χρέος του προς αυτήν πριν συντάξει και παραδώσει στους εγκαλούντες την εν λόγω υπεύθυνη δήλωσή του και γ) ο σκοπός της καταμήνυσης με την παραδοχή ότι έγινε προς αντιπερισπασμό από τον αναιρεσείοντα και με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη των εγκαλούντων με περαιτέρω προσδοκία να επιτύχει την καταδίκη των τελευταίων ώστε να ακυρώσει την απόφαση του δικαστηρίου που διέταξε, στηριζόμενο στην ως άνω υπεύθυνη δήλωσή του, τη συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας του.
Συνακόλουθα οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ περί του αντιθέτου λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των πολιτικών εναγόντων Ψ2 και Ψ1 και καθένας απ'αυτούς στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-12-2008 αίτηση των Χ2 και Χ1 για αναίρεση της 1402/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των στο σκεπτικό πολιτικώς εναγόντων που ορίζεται στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ και καθένα απ'αυτούς στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή