Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2069 / 2010    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ανάγκης κατάσταση, Παράλειψη συμμόρφωσης σε δικαστική απόφαση.




Περίληψη:
Παράβαση 232 Α ΠΚ. Παραβίαση δικαστικής απόφασης επικοινωνίας με τέκνα. Δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη των υποβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών καταστάσεως ανάγκης, που αποκλείει το άδικο, κατά το άρθρο 25 παρ. 1 και που αποκλείει τον καταλογισμό, κατά το 32 παρ.1 ΠΚ, της εν λόγω αξιοποίνου πράξεως του άρθρου 232 Α ΠΚ, για την οποία τελικά καταδικάστηκε.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2069/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κυριακή Ιωαννίδου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 10797/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Οκτωβρίου 2009 αίτησή της περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1575/2009.

Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει και για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός καταστάσεως ανάγκης, που αποκλείει το άδικο, κατά το άρθρο 25 παρ.1 και που αποκλείει τον καταλογισμό, κατά το 32 παρ.1 του ΠΚ, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Το ποινικό δικαστήριο, οφείλει να απαντήσει και περαιτέρω να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως και ειδικώς την απόρριψη ενός αυτοτελούς ισχυρισμού, μόνον όταν έχει υποβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή, αναφέρονται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωση του, ενώ δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που τον προβλέπει ή του χαρακτηρισμού, με τον οποίο είναι γνωστός ο αυτοτελής ισχυρισμός στη νομική ορολογία ή τη νομική επιστήμη, αλλιώς είναι απαράδεκτος ως αόριστος, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 10797/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη πρόβαλε στο ακροατήριο και ανέπτυξε προφορικά δια του συνηγόρου της τους παρακάτω δύο αυτοτελείς ισχυρισμούς, που καταχωρήθηκαν στα πρακτικά.
"Δυνάμει της πρωτοδίκου υπ' αριθ. 405/2008 Αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, κηρύχθηκα ένοχη για το ότι την 17 Ιουλίου 2005, μη συμμορφούμενη προς την υπ' αριθ. 17977/2002 Απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Ειδική Διαδικασία), αποστέρησα από τον πρώην σύζυγο μου και πατέρα της ανηλίκου θυγατρός μας Ρ το δικαίωμα να έρθει σε επαφή με την τελευταία.
Ωστόσο, η ενέργεια μου αυτή εντάσσεται στα μέτρα άκρας επιμέλειας, τα οποία έλαβα για τη διαφύλαξη της σωματικής και - κυρίως - ψυχικής υγείας της ανηλίκου θυγατρός μας Φ και έχουν ως μοναδικό σκοπό την προστασία της από οιονδήποτε τρίτο, ο οποίος επιθυμεί να της "κάνει κακό" με οιονδήποτε τρόπο.
Πιο συγκεκριμένα, οφείλω να Σας αναφέρω τα εξής: από τα τέλη Απριλίου - αρχές Μαΐου 2005 άρχισα να παρατηρώ ότι το ανήλικο τέκνο μας παρουσίαζε ανησυχία και εκνευρισμό, έντονη ενασχόληση με σεξουαλικά θέματα και συμπεριφορά εν γένει αποκλίνουσα από τη συνήθη, κυρίως μετά από συναντήσεις με τον πατέρα της.
Στην προσπάθεια μου να διαπιστώσω τα αίτια της εν λόγω συμπεριφοράς, απευθύνθηκα την 17η Μαΐου 2005 στην Ιατροπαιδαγωγική Υπηρεσία του Ελληνικού Κέντρου Ψυχικής Υγιεινής και Ερευνών Θεσσαλονίκης, όπου η ανήλικη θυγατέρα μας υπεβλήθη σε σειρά ψυχολογικών εξετάσεων, από τις οποίες διαπιστώθηκε ότι είχε πιθανότατα υποστεί κάποια μορφή σεξουαλικής κακοποιήσεως. Σύμφωνα δε με τη γνωμάτευση της παιδοψυχιάτρου κας Κ, κρίθηκε απαραίτητη η άμεση έναρξη τακτικών ψυχοθεραπευτικών συναντήσεων προκείμενου να διασφαλισθεί άμεσα η ψυχική υγεία της Φ, καθότι - εάν η κατάσταση αυτή συνεχιζόταν - θα προκαλούνταν σοβαρές και μόνιμες βλάβες στην ψυχική υγεία του τέκνου μας. Κατόπιν τούτου και μετά από συμβουλές της κας Κ, κρίθηκε σκόπιμο για το προσεχές διάστημα η κόρη μας να μην έρθει σε ευθεία επαφή με τον πατέρα της, μέχρι την οριστική διαπίστωση ότι η ψυχική υγεία του ανήλικου τέκνου μας δεν διατρέχει κανένα κίνδυνο.
Έντρομη από τα όσα διαπιστώθηκαν στο Ελληνικό Κέντρο Ψυχικής Υγιεινής και Ερευνών και ευρισκόμενη σε πρωτοφανή ταραχή αναλογιζόμενη το μέγεθος της βλάβης που πιθανότατα θα προκαλούνταν στην ψυχοσυναισθηματική εξέλιξη της ανηλίκου θυγατρός μας, επέλεξα προσωρινώς να μην επιτρέψω να επικοινωνεί η Φ ΜΟΝΗ ΤΗΣ με ων πατέρα της, αλλά παρουσία τρίτων προσώπων κοινής εμπιστοσύνης, φοβούμενη για την εξέλιξη της ψυχικής υγείας και ενεργώντας πάντα έχοντας ως μοναδικό σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων της. Δυστυχώς, ο τέως σύζυγος μου δεν σεβάσθηκε τους προβληματισμούς μου, ΑΡΝΗΘΗΚΕ - ΚΑΙ ΑΡΝΕΙΤΑΙ ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ - ΝΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΕΙ ΜΕ ΤΗ Φ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΡΙΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ και επέλεξε το θλιβερό δρόμο των μηνύσεων Στα πλαίσια των ενεργειών μου, που όπως προανέφερα στόχευαν και στοχεύουν αποκλειστικώς και ΜΟΝΟ στην προστασία της σωματικής και ψυχικής υγείας της Φ, κατέθεσα - κατόπιν υποδείξεως της Ιατροπαιδαγωγικής Υπηρεσίας του Ελληνικού Κέντρου Ψυχικής Υγιεινής και Ερευνών Θεσσαλονίκης - ενώπιον του κ. Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης την από 30.6.2005 μηνυτήρια αναφορά μου, παραθέτοντας όλα τα δυσάρεστα γεγονότα που υπέπεσαν στην αντίληψη μου καθώς και τη γνωμάτευση της επιληφθείσας παιδοψυχιάτρου κας Κ. Στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξετάσεως η ΟΠΟΙΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΕΙ, διατάχθηκε η διενέργεια δικαστικής πραγματογνωμοσύνης και διορίσθηκε ως πραγματογνώμων η παιδοψυχίατρος" κα .... Σύμφωνα με την από 27.10.2006 Έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε η τελευταία, κρίθηκε σκόπιμο για την ομαλή ψυχοσυναισθηματική πορεία της Φ να παραμείνει με εμένα και προτάθηκε η σταδιακή αποκατάσταση της επικοινωνίας με τον πατέρα της.
Λαμβάνοντας υπόψη την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης καθώς και τις συμβουλές της παιδοψυχιάτρου κας Κ, συνέχισα να μην επιτρέπω να επικοινωνεί η Φ ΜΟΝΗ ΤΗΣ με τον πατέρα της, αλλά η επικοινωνία να λαμβάνει χώρα οποτεδήποτε μεν (κατόπιν συνεννοήσεως), παρουσία δε τρίτων προσώπων κοινής εμπιστοσύνης, γεγονός που κοινοποίησα στον τέως σύζυγο μου με την από 23.7.2007 Εξώδικη Δήλωση μου. Δυστυχώς και πάλι ο τέως σύζυγος μου δεν σεβάσθηκε τις υποδείξεις και συνεχίζει να με βομβαρδίζει με μηνύσεις ...
Καθίσταται σαφές ότι η ως άνω απόφαση μου δεν ελήφθη κακοβούλως, με σκοπό να στερήσω από τον τέως σύζυγο μου και πατέρα της ανηλίκου θυγατρός μου το δικαίωμα του να έρθει σε επαφή με την τελευταία, αλλά αποτέλεσε προϊόν έντονου προβληματισμού, φόβου και ταραχής εξαιτίας του κινδύνου, τον οποίο διέτρεχε η κόρη μας.
Η προστασία της ψυχικής υγείας του ανήλικου τέκνο μας αναμφισβητήτως εμπίπτει στην έννοια της καταστάσεως ανάγκης του" άρθρου 25 ΠΚ, η δε συναισθηματική ταραχή, στην οποία βρισκόμουν φοβούμενη για το ίδιο μου το παιδί ήταν τόσο έντονη ώστε, πληρουμένων των όρων του άρθρου 25 ΠΚ, η πράξη στην οποία προέβην να μη δύναται να κριθεί άδικη.
Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν η προαναφερθείσα συμπεριφορά μου χαρακτηρισθεί άδικη, υφίσταται εν προκειμένω κατάσταση ανάγκης αποκλείουσα τον καταλογισμό κατ' άρθρο 32 ΠΚ. Δεδομένου ότι όλες μου οι ενέργειες έγιναν προς το συμφέρον της Φ και μετά από υπαγόρευση της παιδοψυχιάτρου που την παρακολουθούσε, η πράξη στην οποία προέβην εντάσσεται στο πλαίσιο της προσπάθειας μου να αποτρέψω τον κίνδυνο που απειλούσε την ψυχική υγεία του ανήλικου τέκνου μου και ως εκ τούτου δε δύναται να μου καταλογισθεί".
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 10797/2009 απόφαση, το κατ'έφεση δίκασαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε, δέχτηκε στο αιτιολογικό του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των μνημονευομένων κατά κατ'είδος αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν, σε σχέση με την ενοχή για την αξιόποινη πράξη του άρθρου 232 Α του ΠΚ, (για μη συμμόρφωση σε προσωρινή διαταγή και σε δικαστική απόφαση, με τις οποίες υποχρεωνόταν η κατηγορουμένη σε διευκόλυνση του δικαιώματος επικοινωνίας του εγκαλούντος πρώην συζύγου της με την ανήλικη θυγατέρα τους) και σε σχέση με τους παραπάνω υποβληθέντες νομίμους αυτοτελείς ισχυρισμούς της κατηγορουμένης τα εξής:
"Η κατηγορουμένη στη ...:
Α) Την 1-10-2005 δεν συμμορφώθηκε σε διάταξη δικαστικής απόφασης με την οποία υποχρεώθηκε σε πράξη που δεν μπορούσε να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρηση της εξαρτιόταν αποκλειστικά από βούληση της. Συγκεκριμένα, αν και με την υπ' αριθ. 17590/2005 απόφαση *του. Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Ειδική Διαδικασία) υποχρεώθηκε παραδίδει την ανήλικη κόρη της Φ στον εγκαλούντα τέως σύζυγο της Ρ κάθε πρώτο και τρίτο Σαββατοκύριακο κάθε μήνα από ώρα του Σαββάτου μέχρι ώρα 20:00 της Κυριακής, προκειμένου αυτός να επικοινωνεί μαζί της, εντούτοις αρνήθηκε να παραδώσει την κόρη της στον εγκαλούντα, στερώντας τον έτσι από την άσκηση του δικαιώματος της επικοινωνίας του με την ως άνω κόρη του.
Β) Στη ... την 17-9-2005 ημέρα Σάββατο και ώρα 11.00, δεν συμμορφώθηκε σε διάταξη δικαστικής απόφασης με την οποία υποχρεωνόταν σε πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο και η επιχείρηση της εξαρτιόταν αποκλειστικά από την βούληση της. Συγκεκριμένα ενώ με την αριθμ. 17590/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης καθορίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του Ρ, κατοίκου ..., με το ανήλικο τέκνο του Φ , τη γονική μέριμνα του οποίου ασκεί η κατηγορούμενη Χ, πρώην σύζυγος του, κατά τις οριζόμενες στο διατακτικό αυτής ημέρες και ώρες, αυτή κατά το πιο πάνω χρόνο δεν επέτρεψε στον μηνυτή Ρ την επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο τους. Ειδικότερα όταν κατά την προαναφερόμενο τόπο και χρόνο ο μηνυτής μετέβη στην επί της οδού ... οικία της κατηγορουμένης προκειμένου να παραλάβει σύμφωνα με το διατακτικό της προαναφερόμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης το ως άνω ανήλικο τέκνο τους, διαπίστωσε ότι η κατηγορουμένη απουσίαζε από την οικία της προκειμένου να αποτρέψει την επικοινωνία του μαζί του.
Γ) Στη ..., την 3-9-2005, ημέρα Σάββατο και ώρα 11.00, δεν συμμορφώθηκε, σε διάταξη δικαστικής απόφασης με την οποία υποχρεωνόταν σε πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο και η επιχείρηση της εξαρτιόταν αποκλειστικά από την βούληση της.Συγκεκριμένα ενώ με την υπ' αριθμ. 17590/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης καθορίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του Ρ .κατοίκου ..., με το ανήλικο τέκνο του Φ, τη γονική μέριμνα του οποίου ασκεί η κατηγορούμενη Χ, πρώην σύζυγος του, κατά τις οριζόμενες στο διατακτικό αυτής ημέρες και ώρες, αυτή κατά το πιο πάνω χρόνο δεν επέτρεψε στον μηνυτή Ρ την επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο τους όπως όφειλε σύμφωνα με το διατακτικό της προαναφερόμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Δ) Στη ..., την 15-10-2005δεν συμμορφώθηκε σε διάταξη δικαστικής απόφασης με την οποία υποχρεωνόταν σε πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρηση της εξαρτιόταν αποκλειστικά από την βούληση του. Συγκεκριμένα ενώ με την αρ. 17590/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης καθορίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του Ρ, κατοίκου ..., με το ανήλικο τέκνο του Φ, τη γονική μέριμνα του οποίου ασκεί η Χ, εν διαστάσει σύζυγος του, κατά την οριζόμενη στο διατακτικό ημέρα και ώρα, ενώ πήγε στο σπίτι της για να παραλάβει την κόρη του ,αυτή απουσίαζε καθώς και το παιδί.
Ε) Στη ..., την 5-11-2005, από πρόθεση δεν συμμορφώθηκε σε προσωρινή διαταγή με την οποία υποχρεώθηκε να παραδίδει την θυγατέρα της στον πατέρα της Ρ συγκεκριμένα ενώ γνώριζε ότι, θα περάσει ο μηνυτής να πάρει την ανήλικη κόρη τους εκείνη απουσίαζε από το σπίτι μαζί και το παιδί και με την συμπεριφορά της αυτή δεν μπόρεσε να δει ο μηνυτής το παιδί του όρισε το Δικαστήριο με την αριθμ. απόφασης 17590/2005 του Μ.Π.Θ .Στ) Στη ...., την 24-12-2005, ημέρα Σάββατο και ώρα 10.00, δεν συμμορφώθηκε σε διάταξη δικαστικής απόφασης με την οποία υποχρεωνόταν σε πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο και η επιχείρηση της εξαρτιόταν αποκλειστικά από την βούληση της. Συγκεκριμένα ενώ με την υπ' αριθμ. 17590/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης καθορίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του Ρ .κατοίκου ..., με το ανήλικο τέκνο του Φ, τη γονική μέριμνα του οποίου ασκεί η κατηγορούμενη Χ, πρώην σύζυγος του, κατά τις οριζόμενες στο διατακτικό αυτής ημέρες και ώρες, αυτή κατά το πιο πάνω χρόνο δεν επέτρεψε στον μηνυτή Ρ την επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο τους όπως όφειλε σύμφωνα με το διατακτικό της προαναφερόμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Προσέτι, αποδείχτηκε ότι ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης, πως είναι επιβεβλημένη η διακοπή κάθε επικοινωνίας της ανήλικης θυγατέρας της με τον εγκαλούντα απορρίφθηκε τελεσιδίκως με την 897/2007απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά συνέπεια οι αυτοτελείς ισχυρισμοί της κατηγορουμένης περί συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 25 και 32 του ΠΚ , πρέπει ν' απορριφθούν ως ουσιαστικώς αβάσιμοι και να καταφαθεί η ενοχή της¨.
Στην παραπάνω εκτεθείσα όμως αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, που είναι πιστή αντιγραφή του διατακτικού της αποφάσεως, ουδέν διαλαμβάνεται ως προς την συνδρομή ή μη των πραγματικών περιστατικών που επικαλέστηκε η κατηγορουμένη, για συνδρομή στο πρόσωπο της περιστάσεων καταστάσεως ανάγκης, που αποκλείει το άδικο, κατά το άρθρο 25 παρ.1 και που αποκλείει τον καταλογισμό, κατά το 32 παρ.1 του ΠΚ, της εν λόγω αξιοποίνου πράξεως του άρθρου 232 Α του ΠΚ, για την οποία τελικά καταδικάστηκε. Μόνη η αναφορά στο παραπάνω αιτιολογικό, ότι "ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης, πως είναι επιβεβλημένη η διακοπή κάθε επικοινωνίας της ανήλικης θυγατέρας της με τον εγκαλούντα, απορρίφθηκε τελεσιδίκως με την 897/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης", ανεξάρτητα του ότι οι αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δε δεσμεύουν ως προς την κρίση τους τα ποινικά δικαστήρια που επιλαμβάνονται συναφών ποινικών κατηγοριών, δε συνιστά επαρκή αιτιολογία απορρίψεως των υποβληθέντων ως παραπάνω αυτοτελών ισχυρισμών της κατηγορουμένης και η αιτιολογία αυτή δεν είναι η απαιτούμενη κατά τα προεκτεθέντα από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη.
Συνεπώς ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, είναι βάσιμος.
Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠοινΔ, στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 10797/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης . Και.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Δεκεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ