Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1071 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Δυσφήμηση συκοφαντική.




Περίληψη:
Συκοφαντική δυσφήμηση. Υπέρβαση εξουσίας. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ακυρότητα από λήψη υπόψη εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε και από το ότι το Δικαστήριο παρέλειψε να δώσει το λόγο στην κατηγορούμενη. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1071/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1 που παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Παναγιώτη Χατζησταυράκη και Ιωάννη Γκουβά, περί αναιρέσεως της 241/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.
Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1.Ψ1 και 2. Ψ2 που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Λαμπράκη.

Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαΐου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 963/2008.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι, το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης προϋποθέτει, είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται, κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος συνιστάμενος, στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος, αλλά απαιτείται άμεσος δόλος. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαία. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένων περιστατικών, άμεσος δηλαδή δόλος ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο τη γνώση, όσο και το σκοπό. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 241/2008 απόφαση του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτά συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η κατηγορούμενη Χ1 την 22-4-2002 υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, την με ίδια ημερομηνία μήνυση της σε βάρος 1) Ψ3, 2) Ψ1 και 3) Ψ2. Η ίδια κατηγορούμενη στις 5-6-2002 κατάθεσε ενόρκως στην Πταισματοδίκη Πειραιώς, σχετικά με την ως άνω μήνυση της. Τόσο στη μήνυση της, όσο και στην ως άνω ένορκη κατάθεση της, κατέθεσε για την Ψ1, εκτός των άλλων, και τα εξής: "Η Ψ1, χρησιμοποιώντας και την κόρη της Ψ2, άρχισε να με καταδιώκει ανελέητα. Πρόκειται για καθαρά σεξουαλική παρενόχληση... Συνέχεια εδώ και δυόμισι χρόνια προσπαθεί να επικοινωνήσει μαζί μου με τον τρόπο που με κοιτάζει και ιδίως προσπαθώντας να με συναντήσει στην είσοδο της πολυκατοικίας... Επανειλημμένως έχει προσπαθήσει να πέσει επάνω μου δήθεν τυχαία, τη στιγμή που εγώ βγαίνω από την πολυκατοικία... Σε διαμαρτυρίες μου απαντά με έντονο ύφος "κάνεις λάθος αγάπη μου, αγάπη μου, αγάπη μου".Τα προαναφερόμενα γεγονότα που περιέχονται στην ως άνω μήνυση και κατάθεση και αφορούν το πρόσωπο της εγκαλούσας Ψ1 περιήλθαν σε γνώση τόσο του Εισαγγελέα, της Πταισματοδίκη και των αρμοδίων δικαστικών υπαλλήλων, ενώ ήταν εντελώς ψευδή και η κατηγορουμένη γνώριζε την αναλήθεια τους. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, η Ψ1 είναι μία γυναίκα, η οποία ουδέποτε είχε συμπεριφερθεί με ανήθικο τρόπο προς την κατηγορουμένη, ανεξάρτητα αν μεταξύ της τελευταίας όσο και της εγκαλούσας και των δύο τέκνων της (Ψ3 και Ψ2) είχαν δημιουργηθεί συχνά διάφορα επεισόδια, για τα οποία και έχουν γίνει αρκετές δίκες. Με τα δεδομένα αυτά, όλα τα προαναφερόμενα ψευδή γεγονότα "περί σεξουαλικής παρενόχλησης" της Ψ1 προς την κατηγορουμένη έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας (Ψ1), αφού, κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, αντίκεινται στην έννοια της ευπρέπειας και προσδίδουν κοινωνική απαξία σ' εκείνη (εγκαλούσα), εφόσον εμφανίζεται ως ανήθικο άτομο. Εν όψει, λοιπόν των όσων προεκτέθηκαν, η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, μόνο για μία συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος της Ψ1 και όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. Περαιτέρω δημιουργήθηκαν αμφιβολίες στο παρόν Δικαστήριο ως προς τη συνδρομή των κατά νόμο απαιτουμένων στοιχείων για τη θεμελίωση τόσο της αντικειμενικής όσο και της υποκειμενικής υπόστασης των αποδιδόμενων στην κατηγορουμένη με το κατηγορητήριο και στο διατακτικό της παρούσας λεπτομερώς περιγραφομένων αξιοποίνων πράξεων, δηλαδή της συκοφαντικής δυσφήμησης, κατά συρροή (σε βάρος τόσο της Ψ1 και της Ψ2). Άλλωστε, τα υπόλοιπα γεγονότα που αναφέρονται στην ως άνω μήνυση και ένορκη κατάθεση της κατηγορουμένης και αφορούν τόσο την Ψ1 όσο και την Ψ2, δεν ήσαν αναληθή ούτε μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των τελευταίων. Επομένως οι ως άνω αμφιβολίες πρέπει να ερμηνευθούν υπέρ της κατηγορουμένης και να κηρυχθεί αυτή αθώα για τις αμέσως προηγούμενες πράξεις, κατά τα οριζόμενα αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας.". Με τις παραδοχές και σκέψεις αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχη τον κατηγορούμενη - αναιρεσείουσα για συκοφαντική δυσφήμηση. Με αυτά, που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν, με επιτρεπτή συμπλήρωση του αιτιολογικού αυτής από το διατακτικό, του οποίου δεν αποτελεί απλή επανάληψη, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα αιτιολογείται πλήρως η γνώση της αναλήθειας του συκοφαντικού γεγονότος εκ μέρους της αναιρεσείουσας και ο δόλος της να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της ως άνω εγκαλούσας. Η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, κατά τις οποίες, η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθώς και νόμιμης βάσης, γιατί: 1) δεν αναφέρονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από καθένα αποδεικτικό μέσο 2) δεν προκύπτει, αδιστάκτως, ότι το Δικαστήριο, για τη διαμόρφωση της κρίσης του, έλαβε υπόψη του τα συγκεκριμένα έγγραφα που προσδιορίζει και τα οποία αναγνώσθηκαν 3) δεν αιτιολογείται ειδικά ο δόλος της, αφού δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά 4) το σκεπτικό ταυτίζεται με το διατακτικό της απόφασης και 5) στο πόρισμα της προσβαλλομένης απόφασης έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες και λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου και ειδικότερα, αν και με την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κηρύχθηκε αθώα για την πράξη της ψευδορκίας, στα πραγματικά δε περιστατικά που την θεμελιώνουν περιλαμβάνονται και εκείνα της συκοφαντικής δυσφήμησης, όμως με την προσβαλλομένη καταδικάσθηκε για την τελευταία. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες και τούτο διότι: 1) για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν είναι αναγκαίο να εκτίθενται στην απόφαση τα συγκεκριμένα περιστατικά που προέκυψαν από καθένα αποδεικτικό μέσο, 2) στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και συνεπώς είναι βέβαιο ότι συνεκτίμησε και το περιεχόμενο των παραπάνω εγγράφων 3) αιτιολογείται ειδικά η γνώση της αναιρεσείουσας για την αναλήθεια του συκοφαντικού γεγονότος, η οποία είναι και αυτονόητη, αφού ενυπάρχει στο πρόσωπο της, και η θέληση της να μειώσει την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, με την υποβολή της μήνυσης σε βάρος της 4) από το σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης προκύπτει, ότι δεν υπάρχει πλήρης ταύτιση του περιεχομένου των, αφού στο πρώτο αναφέρονται και άλλα πραγματικά περιστατικά, επί πλέον εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό, από τα οποία ενισχύθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για το ψευδές εκείνων για τα οποία καταδικάσθηκε και 5) στο πόρισμα της προσβαλλομένης απόφασης δεν υπάρχουν ασάφειες αντιφάσεις και λογικά κενά, η επικαλούμενη δε αντίφαση, ανεξάρτητα της αοριστίας της από την έλλειψη προσδιορισμού των συγκεκριμένων περιστατικών που, κατά την αναιρεσείουσα, τελούν σε αντίφαση, αναφέρεται στα πορίσματα δύο αυτοτελών αποφάσεων, που αφορούν διαφορετικές πράξεις (ψευδορκία-συκοφαντική δυσφήμηση) και όχι στο πόρισμα της προσβαλλομένης και συνεπώς δεν έχει ως συνέπεια τη στέρηση της απόφασης αυτής από τη νόμιμη βάση. Επομένως πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε', πρώτος και τρίτος, λόγοι αναιρέσεως. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα κατηγορούμενη επικαλείται πλημμέλεια της απόφασης, συνισταμένη στο ότι, προκειμένου το Δικαστήριο να καταλήξει στην περί ενοχής κρίση του, έλαβε υπόψη του, δίχως προηγουμένως να αναγνωσθεί και να προκύπτει το περιεχόμενο της από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία νομίμως λήφθηκαν υπόψη, τη με αριθμό 7131/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με αποτέλεσμα να προκληθεί η παραπάνω απόλυτη ακυρότητα. Όμως η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη και τούτο γιατί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, μεταξύ των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, με την παρουσία της αναιρεσείουσας και του συνηγόρου της, περιλαμβάνεται και η παραπάνω απόφαση. Αλλά και η αιτίαση της κατά την οποία προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, γιατί δεν της δόθηκε ο λόγος, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, είναι αβάσιμη, αφού, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου κήρυξε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα, ακολούθως στον πληρεξούσιο των πολιτικώς εναγουσών και στη συνέχεια στον συνήγορο της κατηγορουμένης, ο οποίος ανέπτυξε την υπεράσπιση και ζήτησε την απαλλαγή της, στο τέλος δε και η τελευταία ρωτήθηκε από τον Πρόεδρο, αν έχει να προσθέσει οτιδήποτε για την υπεράσπιση της και αυτή απάντησε όπως αναφέρεται στα πρακτικά. Επομένως είναι αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αναιρέσεως. Kατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' και ήδη, μετά το άρθρο 50 παρ. 4 του Ν. 3160/2003, στοιχ. Η' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης δημιουργεί και η υπέρβαση εξουσίας εκ μέρους του εκδόσαντος αυτήν δικαστηρίου, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο άσκησε εξουσία που δεν του παρέχεται από το νόμο, αυτό δε συμβαίνει και όταν το επί της έφεσης του καταδικασθέντος δικάσαν δικαστήριο χειροτέρευσε, παρά την απαγόρευση του άρθρου 470 του ΚΠΔ, τη θέση του καταδικασθέντος. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση κατά την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπέπεσε στην παραπάνω πλημμέλεια διότι, αν και με την πρωτόδικη απόφαση κηρύχθηκε ένοχη για τρία συρρέοντα εγκλήματα και με την προσβαλλομένη για ένα, όμως με την τελευταία της επιβλήθηκε η πρωτόδικη ποινή, με αποτέλεσμα να επέλθει χειροτέρευση της θέσης της. Όμως, όπως προκύπτει από την εκκαλουμένη με αριθμό 306/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε για συκοφαντική δυσφήμηση, κατά συρροή, σε βάρος των εγκαλουσών Ψ1 και Ψ2, της επιβλήθηκε δε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών για κάθε πράξη και κατά συγχώνευση επτά (7) μηνών, με τριετή αναστολή. Με την προσβαλλομένη απόφαση το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς καταδίκασε αυτήν για συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος μόνο της παραπάνω εγκαλούσας Ψ1 και της επέβαλε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια, ενώ την κήρυξε αθώα για την συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος της άλλης εγκαλούσας. Επομένως, ανεξάρτητα αν καταδικάσθηκε ή όχι για λιγότερα ψευδή πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν την ίδια πράξη, από εκείνα για τα οποία καταδικάσθηκε πρωτοδίκως, εφόσον για την ίδια πράξη της επιβλήθηκε η ίδια ποινή, που της είχε επιβληθεί και πρωτοδίκως, δεν επήλθε χειροτέρευση της θέσης της και η παραπάνω αιτίαση, που προβάλλεται με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμη. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει για έρευνα άλλος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση στο σύνολο της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-5-2008 αίτηση της Χ1, για αναίρεση της με αριθμό 241/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή