Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1997 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Απαγωγή ακούσια.




Περίληψη:
Άρθρο 505§1 στοιχ. δ' εδαφ. τελ. ΚΠΔ. Ο Εισαγγελέας Εφετών ζητεί την αναίρεση αθωωτικών αποφάσεων του Εφετείου της περιφέρειάς του, αν η αθώωση οφείλεται σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Πότε υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Άρθρο 23§1 ΑΝ 1539/1938. Δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη αξιολόγηση αποδείξεων, διότι εις την περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα. Απορρίπτει αίτηση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1997/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αιγαίου, περί αναιρέσεως της 175/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Με κατηγορούμενες τις: 1. Χ1 και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Δημακόπουλο.
Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Εφετών Αιγαίου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 6/29-7-2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, ...., και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1183/2009.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των κατηγορουμένων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατ' άρθρο 505 παρ. 1 στοιχ. δ' εδάφ. τελ. ΚΠΔ την αναίρεση της αποφάσεως μπορεί να ζητήσει και ο Εισαγγελέας Εφετών για τις αποφάσεις του Εφετείου που ανήκει στην περιφέρειά του και κατ' άρθρο 506 στοιχ. β την αναίρεση αθωωτικών αποφάσεων μπορεί να ζητήσει ο εισαγγελέας του εφετείου, κατά τις διακρίσεις του άνω άρθρου (505 παρ. 1 στοιχ. δ') αν η αθώωση οφείλεται σε εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Από τις διατάξεις των άνω άρθρων σαφώς προκύπτει ότι ο εισαγγελεύς εφετών μπορεί να ασκήσει αναίρεση κατά της αθωωτικής αποφάσεως του εφετείου που ανήκει στην περιφέρειά του, μόνον δι' εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, όχι όμως και δι' έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο, αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη στη διάταξη η οποία εφηρμόσθη. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει λόγον αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, όπερ συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα της πράξεως, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Σε κάθε περίπτωση δεν αποτελεί λόγον αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, διότι εις την περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα. Εξ άλλου κατά το άρθρο 23 παρ. 1 του Α.Ν. 1539/1038 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" όπως αντικατεστάθη από το άρθρο 1 παρ. 2 του Α.Ν. 263/1968, εκείνος που επιλαμβάνεται αυτογνωμόνως οποιουδήποτε κτήματος που βρίσκεται αναμφισβήτητα στην κατοχή του Δημοσίου τιμωρείται αυτεπάγγελτα διωκόμενος, με τις προβλεπόμενες ποινές. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την πραγμάτωση του θεσπιζομένου από αυτή εγκλήματος απαιτείται α) αυθαίρετη κατάληψη δημοσίου κτήματος, β) το κτήμα να τελεί υπό την αναμφισβήτητη κατοχή του Ελληνικού Δημοσίου και γ) ο δράστης να ενεργεί εν γνώσει των στοιχείων τούτων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 175/2009 απόφαση του Τριμελές Εφετείου Αιγαίου, που την εξέδωσε, δικάσαν κατ' έφεση, εκήρυξε αθώες τις κατηγορούμενες αναιρεσείουσες της παραβιάσεως του άρθρου 23 παρ. 1 Α.Ν. 1539/1938 κατά πλειοψηφίαν, δεχθέν τα ακόλουθα, από τα αναφερόμενα σ' αυτή κατ' είδος αποδεικτικά μέσα: "Με το αρ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ελένης Χρυσολωρά -Ανδρουτσοπούλου, που νόμιμα μεταγράφηκε, οι ... και ... μεταβίβασαν λόγω πωλήσεως στην 2η κατηγορουμένη Χ2 κτήμα συνολικής έκτασης 23.150 τ.μ. βρισκόμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ..., ενώ η τελευταία με το υπ' αρ. ... συμβόλαιο της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που νόμιμα μεταγράφηκε, μεταβίβασε στην 1η κατηγορουμένη Χ1, κόρη της, τμήμα της ανωτέρω έκτασης συνολικού εμβαδού 4.000 τ.μ. Με το υπ' αρ. 784/25.7.1990 έγγραφο της η Διεύθυνση Δασών της Νομαρχίας Κυκλάδων και με την υπ' αρ. πρωτ. 55/31.10.1997 βεβαίωση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Νομού Κυκλάδων βεβαιώθηκε ότι η έκταση που βρίσκεται στη θέση "..." δεν αποτελεί δάσος-δασική έκταση. Ακολούθως, ενόψει της μη αμφισβήτησης από το Ελληνικό Δημόσιο της επίδικης έκτασης ως δασικής ή δημοσίου κτήματος, εκδόθηκαν από τις κατηγορούμενες οι υπ' αρ. 1/2001 και 48/2001 αντίστοιχες οικοδομικές άδειες από το Τμήμα Πολεοδομίας Μήλου για ανέγερση δύο συγκροτημάτων κατοικιών. Στη συνέχεια όμως με την υπ' αρ. 1093482/5524/Α0010/26.9.2005 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών αναγνωρίσθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, για το οποίο είχαν εκδοθεί οι πιο πάνω οικοδομικές άδειες, ήταν δημόσιο κτήμα και εκδόθηκε, μετά την από 28.3.2006 έκθεση αυτοψίας στην ως άνω θέση των ..., προϊσταμένου της κτηματικής Υπηρεσίας Κυκλάδων και ..., τεχνολόγου τοπογράφου, την 11.4.2006 αρμοδίως σχετικό πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής των κατηγορουμένων ως ιδιοκτητών από την παραπάνω έκταση. Περαιτέρω, στο υπ' αρ. Π.Μ. 940/20.5.2009 έγγραφο της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κυκλάδων - Επαρχείο Μήλου - Τμήμα Πολεοδομίας, που αφορά παρεμπίπτοντα έλεγχο τίτλων των προαναφερθεισών υπ' αρ. 11/2001 και 48/2001 οικοδομικών αδειών, διατυπώνονται, ενόψει του ισχύοντος ιδιορρύθμου ιδιοκτησιακού καθεστώτος στις Κυκλάδες, απορίες για τον τρόπο περιέλευσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου στο Ελληνικό Δημόσιο ως αδέσποτου και παρατηρείται ότι δεν γίνεται σχετική αναφορά γι' αυτό ούτε στην πιο πάνω υπ' αρ. 1093482/5524/Α0010/26.9.2005 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ούτε στην υπ' αρ. 40/2005 γνωμοδότηση του Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλαξίμου Περιουσίας, καταλήγει δε ότι η ως άνω Υπηρεσία (Πολεοδομία Επαρχείου Μήλου) θα δεσμεύεται μόνον από σχετική τελεσίδικη απόφαση πολιτικού δικαστηρίου για το ιδιοκτησιακό καθεστώς, ενώ ναι μεν εν αναμονή τέτοιας απόφασης η πιο πάνω Υπηρεσία συνεχίζει τη διακοπή εργασιών στις ανωτέρω ελεγχόμενες οικοδομικές άδεις, πλην εκφράζει σαφώς τις επιφυλάξεις της για τη νομιμότητα της σχετικής ενέργειας. Με βάση τα παραπάνω είναι σαφές ότι δεν υπάρχουν τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη απαιτούμενα στοιχεία για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αποδιδόμενου στις κατηγορούμενες εγκλήματος της παραβάσεως του άρθρου 23 Ν.1539/1938, που φέρεται ότι τελέσθηκε απ' αυτές στη θέση "..." .... κατά τη διάρκεια του Ιανουαρίου 2002, αφού αυτές α) ούτε αυθαίρετα κατέλαβαν δημόσιο κτήμα, αλλά απέκτησαν την κυριότητα επί του επιδίκου κατά ανωτέρω βάσει των πιο πάνω τίτλων κτήσεως κυριότητας, β) ούτε η επίδικη έκταση τελούσε αδιαμφισβητήτως υπό την κατοχή του Δημοσίου, όπως συνάγεται από τα πιο πάνω αντίθετα κατά περιεχόμενο δημόσια έγγραφα, αφού αρχικά δεν υπήρξε καμία αμφισβήτηση της κυριότητας των κατηγορουμένων από το Ελληνικό Δημόσιο, ακολούθως δε, πολύ αργότερα από τις ως άνω εκδοθείσες απ' αυτές οικοδομικές άδειες, το έτος 2005, θεωρήθηκε απ' εκείνο το επίδικο ως δημόσιο κτήμα, ενώ όμως και μεταγενεστέρως εκφράσθηκε στο υπ' αρ. Π.Μ. 940/20.5.2009 έγγραφο της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κυκλάδων - Επαρχείο Μήλου - Τμήμα Πολεοδομίας αμφιβολία γι' αυτό και γ) ούτε, πολύ περισσότερο, οι κατηγορούμενες τελούσαν σε γνώση αυτών, αφού εν όψει των παραπάνω πίστευαν καλόπιστα ότι το επίδικο ανήκει κατά κυριότητα σε καθεμία απ' αυτές κατά το παραπάνω αντίστοιχο τμήμα του.
Συνεπώς οι κατηγορούμενες πρέπει να κηρυχθούν αθώες της αποδιδομένης σ' αυτές αξιόποινης πράξεως κατά το διατακτικό.
Με αυτά που εδέχθη το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 Α.Ν. 1539/1938 την οποίαν ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε, αφού αναφέρει στην προσβαλλομένη απόφαση, με πληρότητα και σαφήνεια και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και δεν υπάρχει αντίφαση ούτε στην ίδια την αιτιολογία ούτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού της αποφάσεως.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, εκ του ότι εσφαλμένως ερμηνεύθη και εφηρμόσθη η άνω διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 ΑΝ 1539/1938 και 2 παρ. 1 αυτού "σχετικά με τα αδέσποτα κτήματα των οποίων νομεύς θεωρείται το Δημόσιο και τα οποία ευρίσκονται αναμφισβητήτως υπό την κατοχή του Δημοσίου"... είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ερειδόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως, αφού η απόφαση ουδόλως εδέχθη ότι επρόκειται περί αδεσπότων κτημάτων αλλά ακριβώς το αντίθετο, ήτο ότι πρόκειται περί κτημάτων ανηκόντων εις την κυριότητα των αναιρεσειουσών. Περαιτέρω οι λοιπές αιτιάσεις της αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέως Εφετών ανάγονται είτε στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αθωωτικής αποφάσεως ή οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγον αναιρέσεως, είτε στην εσφαλμένη αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων και είναι κατά τ' άνω εκτεθέντα, απαράδεκτοι και απορριπτέοι. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέως Εφετών Αιγαίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Ιουλίου 2009 αίτηση του Εισαγγελέως Εφετών Αιγαίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 175/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή