Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1149 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Εφέσεως απαράδεκτο.




Περίληψη:
Αιτιολογία αποφάσεως που απορρίπτει ένδικο μέσο (έφεση) ως εκπρόθεσμο. Επίκληση λόγου αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα διότι λήφθηκαν υπόψη έγγραφα που δεν αναγνώστηκαν, προκειμένου να μορφώσει το δικαστήριο την κρίση του για το ότι νομίμως χώρησε η επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως και οι εφέσεις που άσκησαν οι κατηγορούμενοι ήταν εκπρόθεσμες (αποδεικτικά επιδόσεως κλπ, που δεν αποτελούν στην προκειμένη περίπτωση απλά διαδικαστικά έγγραφα). Αναιρεί και παραπέμπει.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1149/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. ..., 2. ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Ζαχαριάδη, 3. ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, 4. ... και 5. ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 15897/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Με συγκατηγορούμενο τον .....

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 272/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, καθώς και τον αναιρεσείοντα που παραστάθηκε αυτοπροσώπως, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 476 παρ.1 και 2 του ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως, ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος του εκκαλούντος, το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία των κατά τα άρθρα 154 παρ.1, 156 και 161 παρ.1 ΚΠΔ στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται δια της εφέσεως λόγος ακυρότητας της επιδόσεως, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του δικαστηρίου. Σε περίπτωση όμως που με το ένδικο μέσο αμφισβητείται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο διαμονής του ως και εντεύθεν και η αδυναμία γνώσεως της επιδόσεως, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, άλλως, ιδρύεται από το άρθρο 510 παρ.1.Δ λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω πρέπει να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, στην αξιολόγηση των οποίων προέβη το Δικαστήριο, για να καταλήξει στην κρίση του για την απόρριψη της εφέσεως. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 15897/2008 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο επί της εφέσεως των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά της ερήμην αυτών εκδοθείσης 16848/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτοί είχαν καταδικασθεί, ερήμην, για παραβάσεις του άρθρου 1 παρ. 1,2 του ΑΝ 86/67, σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών ετών, ο καθένας, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης και συνολική χρηματική ποινή 7.000 ευρώ ο καθένας, αφού ερεύνησε τον προβληθέντα ισχυρισμό του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, ότι η έφεσή τους ήταν εμπρόθεσμη, επειδή αυτοί δεν έλαβαν γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως, απέρριψε στη συνέχεια, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τις εφέσεις, ως απαράδεκτες (εκπρόθεσμες), με την εξής αιτιολογία: "...... Στην προκειμένη περίπτωση, από την όλη γενικά διαδικασία, την κατάθεση του ενόρκως εξετασθέντος μάρτυρος, τα έγγραφα που δημοσία στο ακροατήριο αναγνώσθηκαν, όσα ο εκπροσωπών τους εκκαλούντες δικηγόρος για λογαριασμό τους εξέθεσε και την όλη συζήτηση της υποθέσεως προέκυψαν τα ακόλουθα: Κατά των εκκαλούντων και με την ιδιότητά τους ως μελών του ΔΣ της εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΤ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΩΝ-ΨΗΦΙΑΚΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ", η οποία είχε την έδρα της επί της οδού Κ. Καραμανλή αριθμ. 60 στη Θεσσαλονίκη, ασκήθηκε κατόπιν της από 23-12-2004 μηνύσεως του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΙΚΑ Θεσσαλονίκης ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 1 παρ. 1, 2 του ΑΝ 86/67. Προηγουμένως από το ίδιο υποκατάστημα του ΙΚΑ είχε εκδοθεί η αριθμ. 968/2004 από 29-10-2004 Πράξη Επιβολής Εισφορών (Π.Ε.Ε.) σε βάρος της εν λόγω εταιρίας για συνολικές εισφορές ύψους 314.016,14 ευρώ, η οποία επιδόθηκε στην οφειλέτρια εργοδότρια εταιρία ταχυδρομικά την 8-11-2004 όταν και την παρέλαβε εξουσιοδοτημένος προς τούτο υπάλληλος της, όπως τούτο προκύπτει από τη σχετική αναγνωσθείσα απόδειξη παραλαβής των ΕΛΤΑ. Το κλητήριο θέσπισμα με τη σε αυτό κλήση να εμφανισθούν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της σε βάρος τους κατηγορίας, επιδόθηκε στους εκκαλούντες την 27-3-2006 στην προαναφερθείσα διεύθυνση της επαγγελματικής τους εγκατάστασης (Κ. Καραμανλή 60) και το παρέλαβε νομίμως ο σύνοικος συνεργάτης τους... όπως προκύπτει από τα υπό την αυτή ημερομηνία αποδεικτικά επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης .... Κατά την ορισθείσα δικάσιμο οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι δεν εμφανίσθηκαν και νομίμως δικάσθηκαν ερήμην και, τελικά, καταδικάσθηκαν με την εκκαλουμένη απόφαση σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών μετατραπείσα σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως και σε συνολική χρηματική ποινή 7.000 ευρώ. Κυρωμένο αντίγραφο της ως άνω αποφάσεως επιχειρήθηκε να επιδοθεί στους ερήμην δικασθέντες εκκαλούντες στην κατά τα άνω διεύθυνση της επαγγελματικής τους εγκατάστασης πλην όμως, όπως εμφαίνεται εκ της από ... βεβαιώσεως του Αστυφύλακα Μ1 του Α.Τ. ..., αυτοί είχαν μετοικήσει, χωρίς να γνωστοποιήσουν στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, τη νέα τους διεύθυνση, που παρέμεινε άγνωστη γι' αυτή και η οποία, μετά ταύτα, παρήγγειλε να χωρήσει η προς αυτούς κοινοποίηση της εκκαλουμένης κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του αρθρ. 156 ΚΠΔ, ήτοι ως αγνώστου διαμονής, όπως και έγινε την ...., όπως προκύπτει από τα υπό την αυτή ημερομηνία αποδεικτικά επίδοσης απόφασης της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ... . Υπό πάντα ταύτα, είναι προφανές ότι νομίμως εχώρησε, κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, η επίδοση της εκκαλουμένης στους εκκαλούντες στη γνωστή στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης επαγγελματική τους διεύθυνση για την αλλαγή της οποίας ουδόλως ενημέρωσαν παρότι γνώριζαν ότι υφίσταντο οφειλές προς το ΙΚΑ και μάλιστα τόσο μεγάλου ύψους. Η γνώση τους για πάντα τ' ανωτέρω αλλά και για τη δικαστική πορεία της υπόθεσης που επρόκειτο ν' ακολουθήσει, προκύπτει από το αδιαμφισβήτητο γεγονός της κατά τα άνω επίδοσης και παραλαβής από αυτούς της ΠΕΕ 968/2004 με την οποία τους γνωστοποιήθηκε η εν λόγω οφειλή τους, αυτοί όμως αδιαφορώντας πλήρως για την εξέλιξη της υποθέσεως, άσκησαν την 4-4-2008, εκπροθέσμως, τις ένδικες εφέσεις τους. Κατ' ακολουθίαν πάντων τούτων πρέπει οι ένδικες εφέσεις ν' απορριφθούν, σύμφωνα και με τα εν αρχή αναφερόμενα και τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, ως απαράδεκτες, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως τους και να διαταχθεί η εκτέλεση της εκκαλουμένης... ". Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του ως αποδεικτικά μέσα, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του για το ότι νομίμως εχώρησε, κατά τον αναφερόμενο στην απόφαση τρόπο, η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως στους εκκαλούντες στη γνωστή στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης επαγγελματική τους διεύθυνση και ότι, συνεπώς, οι εφέσεις που άσκησαν οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες ήταν εκπρόθεσμες, ευθέως και αμέσως, ανάμεσα στα άλλα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως του, και τα ακόλουθα έγγραφα: α) "Την υπ' αριθμ. 968/2004 από 29-10-2004 Πράξη Επιβολής Εισφορών (Π.Ε.Ε.)". β) "Τα από ... αποδεικτικά επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ...". γ) "Την από 2-10-2007 Βεβαίωση του Αστυφύλακα Μ1 του Α.Τ. ...". δ) "Τα από ... αποδεικτικά επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ...". Από τα πρακτικά, όμως, της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προκύπτει ότι τα παραπάνω έγγραφα περιλαμβάνονται στα αναφερόμενα στην σελ. 3 των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, ως αναγνωστέα έγγραφα, ούτε φέρονται σε κανένα άλλο σημείο των πρακτικών ή αποφάσεως ότι αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο, ούτε το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, ή από άλλα αποδεικτικά μέσα.
Συνεπώς, συντελέστηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Τα πιο πάνω έγγραφα στην προκειμένη περίπτωση είναι αποδεικτικά μέσα τα οποία στηρίζουν τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και όχι απλά διαδικαστικά έγγραφα, η μη δημόσια ανάγνωση των οποίων, στην περί ενοχής απόφαση του Δικαστηρίου, ενδέχεται να μη είναι αναγκαία, εφόσον δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα (ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου).
Ενόψει αυτών είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α (σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ) του ΚΠΔ, προβαλλόμενος από τους αναιρεσείοντες (κοινός) πρώτος λόγος αναίρεσης, της απόλυτης ακυρότητας, λόγω του ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, ως αποδεικτικά στοιχεία, έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, και έτσι ο αναιρεσείων στερήθηκε του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματός του. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο (άρθ. 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 15897/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή