Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1620 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Πλαστογραφία, Αναίρεση μερική, Ηθική αυτουργία, Ψευδής βεβαίωση.




Περίληψη:
Στοιχεία ψευδούς βεβαίωσης. Στοιχεία ηθικής αυτουργίας. Δεν υφίσταται ηθική αυτουργία όταν δεν τελέστηκε η άδικη πράξη από τον φυσικό αυτουργό. Στοιχεία πλαστογραφίας. Στοιχεία υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο του δικάσαντος δικαστηρίου, διότι ελήφθησαν υπόψη έγγραφα που δεν αναγνώστηκαν αφού τα έγγραφα αυτά αποτελούσαν τη βάση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και μπορούσε αυτός να εκθέσει προς αντίκρουσή των τις απόψεις του και να προβεί στις περί αυτών αναγκαίες δηλώσεις και παρατηρήσεις του. Αιτιολογημένη η καταδίκη του αναιρεσείοντος ως προς τις πράξεις της πλαστογραφίας και υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης. Αναιρείται εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης και της ηθικής αυτουργίας σ’ αυτή. Παραπέμπει. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.





Αριθμός 1620/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ - Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλκιβιάδη Ξενικάκη και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Τομαρά, περί αναιρέσεως της 88/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αιγαίου.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 30 Μαΐου 2007 και 29 Μαΐου 2007 αιτήσεις τους αναιρέσεως αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1073/2007.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να γίνει δεκτή η αίτηση του πρώτου αναιρεσείοντος, β) να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση ως προς τον δεύτερο, μόνο ως προς τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση και υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και γ) να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής ως προς τις μερικότερες πράξεις της ψευδούς βεβαιώσεως και ηθικής σ'αυτήν αυτουργίας οι οποίες τελέσθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο έως 21-11-1999.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή οι υπό κρίση από 30 Μαΐου 2007 και 29 Μαΐου 2007 αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ1 και 2) Χ2 αντιστοίχως, κατά της υπ' αριθμ. 88/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, είναι παραδεκτές και εν πολλοίς ταυτόσημοι, πρέπει, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν.

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι, υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας) απαιτείται α) δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263 α του Π.Κ., αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπον για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' Π.Κ. και δη δημόσιο και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες αναγόμενες στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή μιας έννομης σχέσεως ή καταστάσεως. Η έννοια του δημοσίου εγγράφου δεν προσδιορίζεται σε διάταξη του Ποινικού Κώδικα, γι'αυτό έχει εφαρμογή και στο ποινικό δίκαιο το άρθρο 438 ΚΠολΔ, κατά την έννοια του οποίου δημόσιο έγγραφο είναι αυτό που συντάχθηκε από αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων, όχι δε και εκείνο το οποίο αφορά την εσωτερική υπηρεσία των δημοσίων Αρχών. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για να τελεστεί η αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας πρέπει να συντρέξουν α) με οποιοδήποτε τρόπο εκ προθέσεως, δηλαδή η θελημένη, παραγωγή (πρόκληση) αποφάσεως από κάποιον σε άλλον για διάπραξη ορισμένης άδικης πράξεως και β) ο άλλος να διαπράξει την άδικη πράξη, την οποία αποφάσισε με τον παραπάνω τρόπο, γιατί στην αντίθετη περίπτωση, δηλαδή όταν δεν τελεστεί αντικειμενικά αξιόποινη πράξη από τον αυτουργό, δεν νοείται, παρά την αυτοτέλεια του αξιόποινου των συμμετόχων, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο ηθικός αυτουργός που καθιερώνει το άρθρο 48 ΠΚ, ευθύνη του ηθικού αυτουργού για ανύπαρκτο έγκλημα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες, που να εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή, δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο, αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση και μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο χρησιμοποιείται το έγγραφο αμέσως ή εμμέσως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 220 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν η, με εξαπάτηση του δημόσιου υπαλλήλου, με οποιαδήποτε, δηλαδή, απατηλή ενέργεια του δράστη, εξαιτίας της οποίας παρασύρεται ο υπάλληλος από ευπιστία ή και αμέλειά του, σε βεβαίωση ψευδούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στη θέληση να προκαλέσει ο δράστης την ψευδή βεβαίωση και στη γνώση ότι το βεβαιούμενο σε δημόσιο έγγραφο περιστατικό είναι αναληθές και μπορεί να έχει έννομες συνέπειες για τον εαυτό του είτε για άλλον τρίτο. Ενώ δημόσιο έγγραφο, κατά το άρθρο 438 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην περιοχή του ποινικού δικαίου, γιατί το άρθρο 13γ' του ΠΚ δεν προσδιορίζει την έννοιά του, είναι εκείνο που έχει συνταχθεί από τον καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ), χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο και όταν η παραβίαση της διατάξεως αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον ’ρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε στο αιτιολογικό της ότι από τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατά το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο 1999 έως το 2000 οι κατηγορούμενοι υπηρετούσαν ο μεν πρώτος, Χ1, ως Αρχιφύλακας και Διοικητής του Αστυνομικού Σταθμού Νάουσας, ο δε δεύτερος, Χ2 ως Αστυφύλακας. Τον Οκτώβριο 1999 ο δεύτερος κατηγορούμενος, ζήτησε και έλαβε από τον πρώτο κατηγορούμενο δύο καρτέλες-αιτήσεις έκδοσης δελτίων αστυνομικής ταυτότητας ασυμπλήρωτες και στη συνέχεια παρέδωσε στον πρώτο κατηγορούμενο συμπληρωμένες με δακτυλικά αποτυπώματα των αλλοδαπών Β1 και Β2, με πλαστές υπογραφές μάρτυρα στην πίσω όψη των καρτελών, με χειρόγραφο απλό χαρτί, στο οποίο αναγραφόταν τα στοιχεία ταυτότητας των μαρτύρων, το ύψος και το χρώμα των οφθαλμών των αιτούντων και πλαστά πιστοποιητικά γέννησης με τα στοιχεία αυτών, στα ονόματα των οποίων θα εκδίδονταν οι αστυνομικές ταυτότητες. Στη συνέχεια, ο πρώτος κατηγορούμενος παρέδωσε δύο βεβαιώσεις κατάθεσης δικαιολογητικών στον δεύτερο κατηγορούμενο και διέταξε τον Γ1 Αστυφύλακα του Α.Σ. Νάουσας, να παραλάβει τα παραπάνω δικαιολογητικά, να βεβαιώσει την ακρίβεια των στοιχείων και να συμπληρώσει τα στοιχεία στις καρτέλες. Αποτέλεσμα των ως άνω ενεργειών ήταν να εκδοθούν σχετικά δελτία ταυτότητας στα ονόματα των πιο πάνω αιτούντων, οι οποίοι ουδέποτε εμφανίστηκαν ενώπιον του πρώτου κατηγορουμένου. Το Μάρτιο 2000, οι ως άνω κατηγορούμενοι ενήργησαν κατά τον ίδιο ως άνω προαναφερόμενο τρόπο για τους αλλοδαπούς Β3 , Β4 και Β5, με αποτέλεσμα να εκδοθούν επίσης τα σχετικά δελτία ταυτότητας, πλην όμως οι τρεις τελευταίοι δεν τα παρέλαβαν, όπως οι υπόλοιποι, καθόσον δεν είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία παράδοσης τους, όταν έγιναν αντιληπτές οι παράνομες ως άνω ενέργειες, ενώ όσον αφορά τους λοιπούς τα δελτία ταυτότητας τους είχαν παραδοθεί στον δεύτερο κατηγορούμενο. Τον Ιούνιο 2000 και ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε αποσπαστεί στην ...., ζήτησε τηλεφωνικά και παρέλαβε από τον πρώτο κατηγορούμενο καρτέλες-αιτήσεις για πέντε άτομα, την πλάκα λήψης αποτυπωμάτων και τον κύλινδρο επίστρωσης μελάνης. Ακολούθως, οι σχετικές καρτέλες επιστράφηκαν στον πρώτο κατηγορούμενο με πλαστά πιστοποιητικά γέννησης και πλαστές υπογραφές μαρτύρων, στην πίσω όψη των καρτελών και, ακολούθως, ο πρώτος κατηγορούμενος παρέδωσε στον δεύτερο πέντε προσωρινά δελτία ταυτότητας για τους αλλοδαπούς Β6, Β7, Β8, Β9 και Β10. Ο δεύτερος κατηγορούμενος έπεισε τον πρώτο κατηγορούμενο να προβεί στις πιο πάνω ενέργειες λέγοντάς του ότι δεν θα προέβαινε σε παρανομία, αλλά σε διευκόλυνση των αναφερόμενων πιο πάνω πολιτών και ότι είναι ενήμεροι και αστυνομικοί που υπηρετούν στο υπασπιστήριο του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ., αλλά και χορηγώντας στον ίδιο πιο πάνω συγκατηγορούμενό του (Χ1) αμοιβή πενήντα-εκατό χιλιάδων δραχμών για κάθε ταυτότητα. Τα παραπάνω προκύπτουν από το σύνολο των αποδεικτικών ως άνω στοιχείων και προεχόντως από τις καταθέσεις των μαρτύρων και την 5/2004 απόφαση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου Ανθυπαστυνόμων-Αρχιφυλάκων και Αστυφυλάκων. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ1, για την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση, που κατηγορείται και ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ2, της ηθικής αυτουργίας στην ως άνω πράξη. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ2, στη ...... Πάρου στις 21-9-1999, 7-4-2000, 22-2-2000, 24-3-2000, 4-7-2000, 26-7-2000 και 27-6-2000, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατήρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με τη χρήση τους και στη συνέχεια έκανε χρήση αυτών. Ειδικότερα, στις 21-9-1999 συνέταξε δύο υπεύθυνες δηλώσεις του Ν. 1599/86 σύμφωνα με τις οποίες ο Ζ1 και Ζ2 τον εξουσιοδοτούν να καταθέσει δικαιολογητικά αντ' αυτών προς έκδοση διαβατηρίου και παραλαβή αυτών, και στη συνέχεια θεώρησε το γνήσιο της υπογραφής των εξουσιοδοτούντων, όχι ως Χ2, αλλά ως Δ1 Αστυνομικός, θέτοντας και την προσωπική σφραγίδα αυτού. Επίσης, στις 7-4-2000 συνέταξε τρεις υπεύθυνες δηλώσεις του Ν. 1599/86, σύμφωνα με τις οποίες οι Β3, Β4 και Β5, τον εξουσιοδοτούν να καταθέσει δικαιολογητικά αντ' αυτών προς έκδοση διαβατηρίου και παραλαβή αυτών, και στη συνέχεια θεώρησε το γνήσιο της υπογραφής των εξουσιοδοτούντων, όχι ως Χ2, αλλά ως Δ2, Ανθυπαστυνόμος, θέτοντας και την προσωπική σφραγίδα αυτού. Στη συνέχεια, χρησιμοποίησε τις εξουσιοδοτήσεις στις αρμόδιες υπηρεσίες προς κατάθεση δικαιολογητικών και παραλαβή διαβατηρίων, εφόσον έφεραν θεώρηση γνησίου της υπογραφής των εξουσιοδοτούντων, παραπλανώντας τους υπαλλήλους ως προς τη νόμιμη παρουσία των αιτούντων στο Α.Τ. προς θεώρηση του γνησίου της υπογραφής τους. Εξάλλου, κατήρτισε τα με αριθ. πρωτ. ...., ...., ....., ....., ..., ....., ..... και .... πιστοποιητικά που αναφέρονται ότι έχουν εκδοθεί από το Γραφείο Δημοτολογίου Δήμου Πάρου για τους Β3, Β4, Β5, Β6, Β7, Β8, Β10 και Β9, για άτομα που δεν είναι εγγεγραμμένα στο Δημοτολόγιο, με ανύπαρκτους αριθμούς πρωτοκόλλου και με υπογραφή διάφορη της αρμόδιας υπαλλήλου. Των πλαστών αυτών πιστοποιητικών έκανε χρήση κατά την υποβολή των δικαιολογητικών προς έκδοση δελτίου ταυτότητας των ως άνω αλλοδαπών. Κατόπιν αυτών, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ2 της πράξης της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση. Επιπλέον, ο ίδιος ως άνω δεύτερος κατηγορούμενος, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα, με την τέλεση των αμέσως πιο πάνω πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος, πέτυχε με εξαπάτηση την έκδοση διαβατηρίων για τους Ζ1 (αριθ. ..... διαβατήριο), Ζ2 (αριθ. .... διαβατήριο), Β3 (αριθ.... διαβατήριο), Β4 (... διαβατήριο), Β5 (... διαβατήριο), Β6 (... διαβατήριο), Β7 (αριθ. ...ήριο), οι οποίοι δεν το δικαιούνταν. Ειδικότερα, στις αρχές Απριλίου 2000 ανέθεσε στον Κ1, ιδιοκτήτη γραφείων εκπαίδευσης οδηγών αυτοκινήτων και κατέθεσε στο Επαρχείο Νάξου όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά και τις σχετικές πλαστές ως άνω εξουσιοδοτήσεις για έκδοση διαβατηρίων για τους αλλοδαπούς Β3, Β4 και Β5, παρέλαβε δε τα ως άνω διαβατήρια από τον παραπάνω Κ1. Όσον αφορά δε τους αλλοδαπούς Ζ1 και Ζ2, μετέβη ο ίδιος ο δεύτερος κατηγορούμενος στο Επαρχείο Νάξου περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 1999 και κατέθεσε τα σχετικά δικαιολογητικά και ως άνω εξουσιοδοτήσεις, πετυχαίνοντας την παραλαβή των ως άνω διαβατηρίων των εν λόγω αλλοδαπών, τα οποία δεν δικαιούνταν. Ενώ, καθόσον αφορά τους αλλοδαπούς Β6 καιΒ7 ανέθεσε, περί τα τέλη Ιουνίου 2000, στον Ν1 και κατέθεσε στο Επαρχείο Νάξου τα σχετικά δικαιολογητικά και τις εξουσιοδοτήσεις για έκδοση διαβατηρίων, πετυχαίνοντας την παραλαβή των ως άνω διαβατηρίων των εν λόγω αλλοδαπών, τα οποία δεν δικαιούνταν. Για την εν λόγω "εξυπηρέτηση", ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε χορηγήσει στον Ν1 το ποσό των 1.400 δολαρίων ΗΠΑ. Κατόπιν αυτών, τα οποία αποδείχθηκαν από τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ2, της πράξης της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση.". Στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που αποτελεί ενιαίο σύνολο με το αιτιολογικό διαλαμβάνεται "
Κηρύσσει τον πρώτο κατηγορούμενο, Χ1, ένοχο του ότι στη ..... Πάρου κατά το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο του έτους 1999 ως του 2000, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ως υπάλληλος που στα καθήκοντα του αναγόταν η σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, από πρόθεση βεβαίωσε ψευδώς σε τέτοια έγγραφα περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα ως Αρχιφύλακας υπηρετών στον Αστυνομικό Σταθμό Νάουσας Πάρου ως Διοικητής αυτού και υπεύθυνος για την παραλαβή δικαιολογητικών για την έκδοση δελτίων ταυτότητας, από πρόθεση βεβαίωσε ψευδώς ότι οι: 1) Β3, 2) Β4, 3) Β5, 4) Β6, 5) Β7, 6) Β8, 7) Β9, , 8) Β10, 9) Β1 και 10) Β2, έχουν καταθέσει τα νόμιμα δικαιολογητικά προς έκδοση αστυνομικής ταυτότητας, ότι δηλαδή προσήλθαν και προσκόμισαν α) πιστοποιητικό γέννησης, β) δύο φωτογραφίες, γ) ληξιαρχική πράξη γάμου αν επρόκειτο για έγγαμο, δ) έναν μάρτυρα για να πιστοποιήσει το πρόσωπο του και ε) λήψη δακτυλικού αποτυπώματος του δεξιού δείκτη στο δελτίο ταυτότητας και στις τρεις καρτέλες στις οποίες υπογράφει ο ενδιαφερόμενος και ο μάρτυρας, με αποτέλεσμα να εκδοθούν για τους ως άνω προσωρινά δελτία και στη συνέχεια αστυνομικές ταυτότητες, που τους ήταν απαραίτητες για την έκδοση διαβατηρίου, ενώ στην πραγματικότητα τα ως άνω άτομα δεν είχαν παρουσιαστεί ποτέ στον Αστυνομικό Σταθμό, ούτε ήταν κάτοικοι ...... Πάρου, ώστε να πιστοποιηθεί το πρόσωπο τους και παρά αυτό το γεγονός, οι: 1) Β3 εφοδιάστηκε με το υπ' αριθ. ..... Δ.Α.Τ. 2) Β4, εφοδιάστηκε με το υπ' αριθ. ... Δ.Α.Τ. 3) Β5, εφοδιάστηκε με το υπ' αριθ. .... Δ.Α.Τ. 4) Β6, εφοδιάστηκε με το υπ' αριθ...... Δ.Α.Τ. 5) Β7, εφοδιάστηκε με το υπ' αριθ. .... Δ.Α.Τ. 6) Β8, εφοδιάστηκε με το υπ' αριθ. ... Δ.Α.Τ. 7) Β9, εφοδιάστηκε με το υπ' αριθ. ...Δ.Α.Τ. 8) Β10, εφοδιάστηκε με το υπ' αριθ. .... Δ.Α.Τ. 9) Β1, εφοδιάστηκε με το υπ' αριθ. .... Δ.Α.Τ. και 10) Β2, εφοδιάστηκε με το υπ' αριθ. ...... Δ.Α.Τ. και στη συνέχεια, οι 1ος, 2ος, 3η, 4ος και 5η, πέτυχαν να τους χορηγηθεί διαβατήριο.
Κηρύσσει τον δεύτερο κατηγορούμενο, Χ2, ένοχο του ότι: Α) Στη .... Πάρου κατά το χρονικό διαστήματα από Σεπτέμβριο του έτους 1999 ως του 2000, προκάλεσε σε άλλον την απόφαση, να διαπράξει άδικη πράξη που εκτέλεσε και ειδικότερα από πρόθεση προκάλεσε στον Χ1 την απόφαση να διαπράξει την αξιόποινη πράξη της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση. Ειδικότερα, με ιδιαίτερη πειθώ ως προς το γεγονός ότι δεν τίθεται θέμα παρανομιών, αλλά διευκόλυνσης, ότι είναι ενήμεροι και οι αστυνομικοί που υπηρετούν στο υπασπιστήριο του Αρχηγού, και με τη χορήγηση αμοιβής περίπου εκατό χιλιάδων για κάθε ταυτότητα, τον έπεισε να του δίνει καρτέλες τις οποίες επέστρεφε συμπληρωμένες για να βγάλει άμεσα ταυτότητα σε άτομα που δεν δικαιούνταν, εφόσον δεν ήταν κάτοικοι .... Πάρου, διαβεβαιώνοντας τον ταυτόχρονα ότι στα προσκομιζόμενα πιστοποιητικά θα φαίνονταν κάτοικοι .... Πάρου. Στην πράξη του αυτή προέβη από πρόθεση, ώστε μετά να προχωρήσει στην κατάθεση των δικαιολογητικών προς έκδοση διαβατηρίων για τα αναφερόμενα στην παραπάνω πράξη πρόσωπα. Β) Στη ..... Πάρου την 21-9-99, 7-4-2000, 22-2-2000, 24-3-2000, 4-7-2000, 26-7-2000, 27-6-2000, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν επακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατήρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με τη χρήση τους και στη συνέχεια έκανε χρήση αυτών. Ειδικότερα την 21-9-1999 συνέταξε δύο υπεύθυνες δηλώσεις του Ν. 1599/86 σύμφωνα με τις οποίες ο Ζ1 και Ζ2 τον εξουσιοδοτούν να καταθέσει δικαιολογητικά αντ' αυτών, προς έκδοση διαβατηρίων και παραλαβή αυτών, και στη συνέχεια θεώρησε το γνήσιο της υπογραφής των εξουσιοδοτούντων, όχι ως Χ2, αλλά ως Δ1, Αστυνομικός, θέτοντας και την προσωπική σφραγίδα αυτού. Ομοίως, την 7-4-2000 συνέταξε τρεις υπεύθυνες δηλώσεις του Ν. 1599/86 σύμφωνα με τις οποίες ο Β3, Β4 και Β5, τον εξουσιοδοτούν να καταθέσει δικαιολογητικά αντ' αυτών προς έκδοση διαβατηρίων και παραλαβή αυτών, και στη συνέχεια θεώρησε το γνήσιο της υπογραφής των εξουσιοδοτούντων, όχι ως Χ2, αλλά ως Δ2 , Ανθυπαστυνόμος, θέτοντας και την προσωπική σφραγίδα αυτού. Στη συνέχεια χρησιμοποίησε τις εξουσιοδοτήσεις στις αρμόδιες υπηρεσίες προς κατάθεση δικαιολογητικών και παραλαβή διαβατηρίων, εφόσον έφεραν θεώρηση γνησίου της υπογραφής των εξουσιοδοτούντων, παραπλανώντας τους υπαλλήλους ως προς την νόμιμη παρουσία των αιτούντων στο Α.Τ. προς θεώρηση του γνησίου της υπογραφής τους. Ομοίως, κατάρτισε τα με αριθ. πρωτ. ...., ....., ....., ....., ....., ...., ...... και ..... πιστοποιητικά που φέρονται ότι έχουν εκδοθεί από το Γραφείο Δημοτολογίου Δήμου Πάρου για τους Β3, Β4, Β5, Β6, Β7, Β8, Β10 και Β9, για άτομα που δεν είναι εγγεγραμμένα στο Δημοτολόγιο, με ανύπαρκτους αριθμούς πρωτοκόλλου και με υπογραφή διάφορη της αρμοδίας υπαλλήλου. Των πλαστών αυτών πιστοποιητικών έκανε χρήση κατά την υποβολή των δικαιολογητικών προς έκδοση δελτίου ταυτότητας των ως άνω. Γ) Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα με την τέλεση των υπό στοιχείο Α και Β πράξεων πέτυχε με εξαπάτηση την έκδοση διαβατηρίων για τους: 1) Ζ1(υπ' αριθ. .... διαβατήριο), 2)Ζ2 (υπ' αριθ. .... διαβατήριο), 3) Β3 (υπ' αριθ. ... διαβατήριο), 4) Β4 (υπ' αριθ. .... διαβατήριο), 5) Β5 (υπ' αριθ. .... διαβατήριο), 6) Β6 (υπ' αριθ. ... διαβατήριο), 7) Β7 (υπ' αριθ. ... διαβατήριο), οι οποίοι δεν το δικαιούνταν. Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους και δη τον μεν πρώτο (Χ1) ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση επιβάλλοντας ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών ανασταλείσα επί τριετία, στο δε δεύτερο (Χ2) ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση, πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, επιβάλλοντας ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ (18) μηνών, δέκα οκτώ (18) μηνών και δώδεκα (12) μηνών, αντιστοίχως, και συνολικά ποινή φυλακίσεως τριάντα τριών (33) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Με αυτές τις αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές σκεπτικού και διατακτικού, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς τις πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση, την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο δεύτερος από τους αναιρεσείοντες Χ2 τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε για τη συνδρομή τους και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1 εδ. α' και 220 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς, ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζονται σαφώς τα καταρτισθέντα πλαστά έγγραφα. Περαιτέρω ως προς το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως των προδιαληφθέντων εγκλημάτων της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, ο οποίος περιλαμβάνει και τον ενδεχόμενο δόλο, δεν ήταν αναγκαία ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού αυτός εν υπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των εν λόγω εγκλημάτων και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς των, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, ενώ στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογούνται αφενός μεν ο σκοπός του εν λόγω αναιρεσείοντος να παραπλανήσει με τη χρήση των μνημονευομένων εγγράφων τους αρμόδιους υπαλλήλους των αναφερομένων υπηρεσιών ως προς τα προαναφερόμενα γεγονότα και αφετέρου προσδιορίζονται οι έννομες συνέπειες τόσο της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, όσο και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της ένδικης αίτησης του αναιρεσείοντος Χ2 σε σχέση με τις ανωτέρω πράξεις, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, κατά το μέρος δε που με αυτούς με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και νομίμου βάσεως πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. δ', 329, 331, 364 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι τότε μόνο επέρχεται η συνιστώσα λόγο αναιρέσεως απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του μη δημοσίως αναγνωσθέντα έγγραφα, πλην όμως τέτοια ακυρότητα δεν συνεπάγεται η μη ανάγνωση στο ακροατήριο εγγράφων και η λήψη αυτών υπόψη από το δικαστήριο για την αναγκαία κρίση του, τα οποία συνιστούν στοιχεία του κατηγορητηρίου και συνεπώς αναπόσπαστο μέρος της εις βάρος του κατηγορουμένου ποινικής διώξεως για κάποιο έγκλημα, αφού αυτός προς αντίκρουση των εγγράφων τούτων μπορεί κατ' άρθρο 358 του ΚΠολΔ να εκθέσει τις απόψεις του και να δώσει τις περί αυτών αναγκαίες εξηγήσεις. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Χ2 περί ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία επήλθε από το ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεως του επί της ενοχής του εν λόγω κατηγορουμένου για τις πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, έλαβε υπόψη του α) τα Δελτία Αστυνομικής ταυτότητας με αριθμούς ...., ....., ......, ....... ....., ....., ...., ..... και ......, β) δύο υπεύθυνες δηλώσεις του Ν. 1599/86 του Ζ1 και Ζ2, τρεις υπεύθυνες δηλώσεις του Ν. 1599/86 των Β3, Β4, Β5, τα υπ' αρ. ...., ...., ...., ..., ....., ....., .... και ..... πιστοποιητικά του Δήμου Πάρου και γ) τα υπ' αρ. ...., ...., ...., ...., ...., .... και ...., αν και τα ανωτέρω έγγραφα δεν αναγνώστηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος γιατί τα ως άνω έγγραφα αποτελούν το υλικό αντικείμενο (σώμα του εγκλήματος) των προαναφερθέντων εγκλημάτων (πλαστογραφίας μετά χρήσεως και υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης) για τα οποία καταδικάστηκε ο εν λόγω αναιρεσείων, από δε τη μη ανάγνωση αυτών στο ακροατήριο δεν προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο άνω αναιρεσείων κατηγορούμενος μπορούσε να εκθέσει σχετικά με τα έγγραφα αυτά τις αναγκαίες δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις του.
Εξάλλου, σε σχέση με το έγκλημα της ψευδούς βεβαίωσης και της ηθικής αυτουργίας σ' αυτό που καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, Χ1 και Χ2, αντιστοίχως, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι η απαιτούμενη, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι δεν προσδιορίζονται ούτε στο σκεπτικό της, ούτε στο διατακτικό της ποία είναι τα δημόσια έγγραφα στα οποία ο πρώτος τούτων (Χ1) βεβαίωσε ψευδή περιστατικά, ώστε να υφίστανται όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι αναιρέσεως των κρινομένων αιτήσεων, που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 242 παρ. 1 και 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, ως προς τα εγκλήματα της ψευδούς βεβαίωσης και της ηθικής αυτουργίας σ'αυτήν είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Μετά από αυτά, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί κατά το μέρος της που αφορά στην καταδίκη των αναιρεσειόντων Χ1 για ψευδή βεβαίωση και Χ2 για ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση καθώς και στην επιβληθείσα στον τελευταίο συνολική ποινή εφόσον συντρέξει προς τούτο νόμιμη περίπτωση και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). Κατά τα λοιπά η αίτηση αναιρέσεως του Χ2 πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 88/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αιγαίου, μόνον κατά το μέρος της που καταδίκασε τους αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2 για ψευδή βεβαίωση τον πρώτο και για ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση τον δεύτερο ως και κατά την επιβληθείσα στον δεύτερο αναιρεσείοντα συνολική ποινή, εφόσον συντρέξει νόμιμη προς τούτο περίπτωση.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 29 Μαΐου 2007 αίτηση του Χ2, για αναίρεση της 88/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αιγαίου.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Ιουνίου 2008.


Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή