Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 406 / 2009    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Φοροδιαφυγή, Ισχυρισμός αυτοτελής, Αναβολής αίτημα, Πρακτικά συνεδρίασης, Προφορική ανάπτυξη.




Περίληψη:
Φοροδιαφυγή δια εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ’ εξακολούθηση (19 παρ. 1, 4 Ν. 2523/1997). Αίτημα αναβολής μέχρι να αποφανθούν τα διοικητικά δικαστήρια επί της φοροδιαφυγής. Η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν έχει ως προϋπόθεση την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε. Η αναβολή της ποινικής δίκης (61 ΚΠΔ) εφόσον είναι εκκρεμής δίκη ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου, επί ασκηθείσης προσφυγής ανήκει στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας. Το ποινικό δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάσει παρεμπιπτόντως κάθε ζήτημα που υπάγεται στην αρμοδιότητα των πολιτικών ή διοικητικών δικαστηρίων χωρίς αυτό να αντίκειται στο Σύνταγμα ή στην ΕΣΔΑ. Η απορριπτική του αιτήματος αναβολής απόφαση πρέπει, να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου ή αίτημα αυτού, που περιλαμβάνεται σε έγγραφο υπόμνημα, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει ότι έγινε προφορική ανάπτυξή του. Απορρίπτει αίτηση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 406/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γιαννόπουλο, περί αναιρέσεως της 55454/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1978/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Ο ν. 2523/1 997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής α) τη μη υποβολή ή τη υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18), και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19). Ειδικότερα το άρθρο 19 παρ.1 του πιο πάνω νόμου (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 40 παρ.1 του ν.3220/2004), ορίζει ότι. "1. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. ...2. Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου. 3...... 4. Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία....". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. γ του ίδιου νόμου, όπως το τρίτο εδάφιο αντικαταστάθηκε με την παρ.3 άρθρ.12 Ν.2753/1999 "...Κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του ν. 2343/1995. Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα (1) μήνα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς επί της οικείας απόφασης επιβολής προστίμου (Α.Ε.Π.) του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ.), ανεξάρτητα αν κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει μεταξύ άλλων ότι στις περιπτώσεις που το αδίκημα της φοροδιαφυγής τελείται με την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν έχει ως προϋπόθεση την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής, όπως ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο της αυτής διατάξεως, για τις λοιπές περιπτώσεις φοροδιαφυγής . Εξάλλου, κατά το άρθρο 60 ΚΠΔ "Το ποινικό δικαστήριο κρίνει και για τα ζητήματα αστικής φύσης που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της δίκης. Η ποινική δίωξη αναστέλλεται όταν σύμφωνα με το νόμο χρειάζεται να προηγηθεί απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου". Κατά το άρθρο 61 του ίδιου Κώδικα, όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, το οποίο, όμως, έχει σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο, κατά την κρίση του, να αναβάλει την ποινική δίκη, έως το τέλος της πολιτικής και η απόφαση αυτή μπορεί να ανακληθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το ποινικό δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάσει παρεπιμπτόντως κάθε ζήτημα που υπάγεται στην αρμοδιότητα των πολιτικών ή διοικητικών δικαστηρίων αρκεί μόνο να μην είναι από εκείνα για τα οποία ο νόμος, προκειμένου να χωρήσει η ποινική δίωξη, απαιτεί υποχρεωτικά να έχει αποφανθεί προηγουμένως το πολιτικό δικαστήριο. Διάταξη όμως, η οποία να καθιστά υποχρεωτική την αναστολή της ποινικής δίωξης για τις πράξεις της δια εκδόσεως πλαστών φορολογικών στοιχείων φοροδιαφυγής, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 19 παρ.1 του ν. 2523/1997, μέχρις ότου να αποφανθούν αμετακλήτως τα Διοικητικά Δικαστήρια επί σχετικής προσφυγής του κατηγορουμένου για την πράξη αυτή, όχι μόνο δεν υφίσταται, αλλά η άποψη αυτή βρίσκεται σε αντίθεση με την προαναφερόμενη διάταξη του εδ. γ' άρθρου 19 παρ.2γ του ν. 2523/1997. Η παρεχόμενη δε από τη διάταξη αυτή, κατ' εξαίρεση, δυνατότητα των ποινικών δικαστηρίων να ερευνήσουν αν ο κατηγορούμενος εξέδωσε ή όχι εικονικά φορολογικά στοιχεία με την πιο πάνω έννοια, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνα που εκδίδονται για συναλλαγή εν μέρει ή εν όλω ανύπαρκτη, χωρίς να έχει προηγηθεί τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε, αιτιολογείται από το ότι ο νόμος ποινικοποιεί συμπεριφορά του κατηγορουμένου για την ποινική αξιολόγηση της οποίας δεν είναι απαραίτητη, από τη φύση της, ο προηγούμενος έλεγχος της βασιμότητας ή όχι της εν λόγω φορολογικής παραβάσεως από τα διοικητικά δικαστήρια. Άλλωστε τα αρμόδια ποινικά δικαστήρια καλούνται να αποφανθούν αν συντρέχουν ή όχι της στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω αδικήματος, όπως αυτό προσδιορίζεται στο άρθρο 19 παρ.1 του ν. 2523/97, δηλαδή για ζήτημα το οποίο, σχετίζεται μεν, αλλά δεν ταυτίζεται κατ' ανάγκη, με το αντικείμενο της δίκης ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων. Διαφορετικό δε είναι το θέμα, αν η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου που αποφανθεί πρώτο (ποινικό ή διοικητικό) ότι τα επίμαχα φορολογικά στοιχεία ήταν ή όχι πλαστά, είναι δεσμευτική ή όχι, κατά το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, για το δικαστήριο που θα επιληφθεί στη συνέχεια (πρβλ από 27/9/2007 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων - υπόθεση Β.Σ.).
Συνεπώς η πιο πάνω ρύθμιση του 19 παρ.2γ του ν. 2523/1997, ουδόλως αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος, κατά την οποία " ο καθένας έχει δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει", ούτε στην αρχή της ισότητας των διαδίκων, με την έννοια ότι προτού κριθεί η νομιμότητα της εκθέσεως ελέγχου της φορολογικής αρχής και των πράξεων επιβολής προστίμου, από τα αρμόδια διοικητικά Δικαστήρια ασκείται ποινική κατηγορία σε βάρος του κατηγορουμένου. Κατ' ακολουθία τούτων, η αναβολή της ποινικής δίκης, εφόσον είναι εκκρεμής δίκη ενώπιον πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου σχετική με υπόθεση που έχει σχέση με την ποινική δίκη, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη, ανήκει στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας. Η απόφαση, όμως, αυτή, που απορρίπτει σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου, πρέπει, κατ' άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 παρ. 2 του ΚΠΔ να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, διότι, άλλως, δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του αυτού Κώδικα λόγος αναιρέσεως, όχι όμως και αυτός της υπέρβασης εξουσίας για το λόγο ότι το δικαστήριο δεν ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης μέχρι της εκδόσεως τελεσίδικης ή αμετάκλητης απόφασης από τα διοικητικά δικαστήρια επί του παρεμπιπτόντως κριθέντος από το ποινικό δικαστήριο ζητήματος. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 331, 141 παρ.1 και 2, και 331 ΚΠΔ, αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ή αίτημα αυτού , που περιλαμβάνεται σε έγγραφο υπόμνημα που δόθηκε στον διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, εφόσον, από τα ίδια τα πρακτικά, προκύπτει ότι έγινε προφορική ανάπτυξή του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς του. Διαφορετικά ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αυτόν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 55454/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος του εγκλήματος της αποδοχής εικονικών τιμολογίων (άρθρα 19 παρ. 1 και 4 και 21 παρ. 2 Ν. 2523/97 όπως ισχύουν) και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) έτη, ο αναιρεσείων υπέβαλε εγγράφως ισχυρισμούς, χαρακτηριζόμενους ως αυτοτελείς και ως ενστάσεις, χωρίς όμως να προκύπτει από τα πρακτικά ότι τους ανάπτυξε και προφορικώς. Με τους ισχυρισμούς αυτούς ο αναιρεσείων προβάλει ότι: 1) η ποινική κατηγορία σε βάρος του, εδράζεται στην ελεγκτική κατάφαση των φορολογικών αρχών ότι τα επίμαχα τιμολόγια ήταν εικονικά, πλην όμως η ελεγκτική αυτή κατάφαση των φορολογικών αρχών, όπως ενσωματώνεται στην από την 31.10.2005 έκθεση ελέγχου, πάσχει νομική πλημμέλεια για μια σειρά από λόγους που διαλαμβάνονται στις υπ' αρ. κατ. 11/06, 12/06 και 13/06 προσφυγές που έχει ασκήσει ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των υπ' αρ. 1/06, 2/06 και 3/06 πράξεων επιβολής προστίμων της Δ.Ο.Υ. ...., και ότι οι προσφυγές του αυτές θα ευδοκιμήσουν και θα επιφέρουν την ακύρωση των προσβαλλόμενων πράξεων. Τα κρίσιμα δε αυτά νομικά δεδομένα δεν υφίστανται στην ποινική δικογραφία, και ότι είναι πρόδηλο ότι η βασιμότητα ή μη της κρίσιμης φορολογικής παραβάσεως θα κριθεί αποκλειστικώς από τα αρμόδια Διοικητικά Δικαστήρια και μόνον. 2) Σύμφωνα με τις ισχύουσες συνταγματικές διατάξεις (άρθρο 94 παρ. 1 και 95 παρ. 1 περ. γ) και τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Ν.2717/1999) οι διαφορές που προκαλούνται από την επιβολή κυρωτικών πράξεων των φορολογικών αρχών είναι διαφορές ουσίας και η εκδίκαση τους ανήκει στη δικαιοδοσία των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων και η εικονικότητα φορολογικού στοιχείου όπως ορίζεται από την ισχύουσα φορολογική νομοθεσία είναι νομική έννοια η οποία ελέγχεται κατ' αποκλειστικότητα από τα Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια και αναιρετικώς από το Σ.τ.Ε. και δε δύναται από μόνη της να αιτιολογήσει και να θεμελιώσει ποινική δικαιοδοτική κρίση, χωρίς προηγουμένως να έχει εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική επί της οικείας φορολογικής διαφοράς, η έκδοση δε τελεσίδικων αποφάσεων από τα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια "είναι πρόκριμμα για την παρούσα ποινική υπόθεση της οποίας και η συζήτηση πρέπει να αναβληθεί" και 3 ) Οι διατάξεις του άρθρου 19 Ν. 2523/97 και η εξαιρετική διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ' β' Ν. 2523/97 παραβιάζουν τον πυρήνα των συνταγματικών εγγυήσεων του άρ. 20 παρ.1 του Συντάγματος και τη αρχή της ισότητας των διαδίκων, καθ' ότι προτού κριθεί η νομιμότητα της εκθέσεως ελέγχου της φορολογικής αρχής και των πράξεων επιβολής προστίμου, από τα αρμόδια διοικητικά Δικαστήρια, ασκείται ποινική κατηγορία εις βάρος του με μοναδική θεμελίωση την επίμαχη έκθεση ελέγχου των αρμόδιων φορολογικών αρχών της οποίας οι καταφάσεις έχουν προσβληθεί ως νομικώς πλημμελείς και ουσιαστικώς εσφαλμένες, ενώ, περαιτέρω, οι ως άνω διατάξεις του Ν.2523/1997 παραβιάζουν το τεκμήριο αθωότητας και κατά τούτο οι διατάξεις του αυτές Ν. 2523/97 είναι αντισυνταγματικές, και για τον λόγο αυτό πάσχει και η εκκαλούμενη καταδικαστική απόφαση, η οποία αποδέχθηκε "αυτολεξεί" την εις βάρος του ποινική κατηγορία. Με βάση δε τα πιο πάνω ο αναιρεσείων με το υπόμνημα που κατέθεσε πρόβαλε το αίτημα να γίνουν δεκτές οι ενστάσεις και αυτοτελείς ισχυρισμοί του, να κηρυχθεί αθώος, άλλως να αναβληθεί η εκδίκαση της υποθέσεως έως την έκδοση τελεσίδικων αποφάσεων επί των κρίσιμων φορολογικών διαφορών από τα αρμόδια Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια, και δη από το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο, αν και δεν είχε την υποχρέωση να απαντήσει στους πιο πάνω εγγράφως υποβληθέντες, χωρίς όμως προφορική ανάπτυξη αυτών, ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, απέρριψε αυτούς με την εξής αιτιολογία: "Επί του προβλεπόμενου από το άρθρο 19 του ν.2523/1997 αδικήματος της φοροδιαφυγής για έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της αρμόδιας ΔΟΥ ή του Προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο (άρ.21 παρ.2β του ν. 2523/1997). Στην προκειμένη περίπτωση που η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη, αφορά την αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων τελεσθείσα κατ' εξακολούθηση από 25/11/1999 έως 28/2/2001, η προηγούμενη έκδοση τελεσίδικης απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών επί των ασκηθεισών προσφυγών δεν αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση της ποινικής δίωξης και τη συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 616/2006 Π.Χ ΝΖ 140). Εξάλλλου δεν κρίνεται αναγκαία η ζητούμενη αναβολή, γιατί κατά την κρίση του Δικαστηρίου η τελεσίδικη κρίση του ως άνω Διοικητικού Δικαστηρίου δεν πρόκειται να εισφέρει αποδεικτικά στην ουσία της υπόθεσης, ενώ το υπάρχον αποδεικτικό υλικό είναι επαρκές".
ΙΙ. Ο αναιρεσείων, με τον μοναδικό από το άρθρο 510 παρ.1 περ'. Δ λόγο αναιρέσεως, προβάλει τις αιτιάσεις ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε τις παραπάνω ενστάσεις και αυτοτελείς ισχυρισμούς του, "παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 139, 510 στοιχ. Δ' ΚΠΔ και 93 παρ.3 του Συντάγματος" και ότι, όπως αναφέρει στην κρινόμενη αίτησή του, "Η παραβίαση αυτή προκύπτει και από το γεγονός ότι το επίμαχο ζήτημα σχετικά με το ότι οι εκκρεμείς φορολογικές διοικητικές δίκες αποτελούν νομικό πρόκριμα των αντίστοιχων ποινικών δικών", ότι "η διοικητική φορολογική δίκη συμπλέκεται άμεσα με την ποινική δίκη, αφού τυχόν προγενέστερη καταδίκη του κατηγορουμένου χρησιμοποιείται από το αντίδικο δημόσιο ως αποδεικτικό μέσο στην διοικητική δίκη επηρεάζοντας αρνητικώς την θέση του καταδικασθέντος φορολογουμένου κατά παράβαση της αρχής της ισότητας των διαδίκων" και ότι "η προσβαλλόμενη απόφαση με ανύπαρκτη αιτιολογία κρίνει ότι δεν υφίσταται ουσιαστική αντισυνταγματικότητα των επίμαχων ποινικών διατάξεων του Ν. 2523/97 όταν η αντισυνταγματικότητα αυτή είναι πρόδηλη και προκύπτει από την αντίστιξη των επίμαχων διατάξεων με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 του Ν. 2523/97 που ορίζει ότι η ποινική δίωξη δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου". Οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Η πιο πάνω αιτιολογία, που διέλαβε το δικαστήριο της ουσίας, στην απορριπτική των προαναφερόμενων ισχυρισμών του αναιρεσείοντος και του αιτήματος αυτού για αναβολή της δίκης, δεχόμενο, αφενός, ότι, κατ' ευθεία επιταγή του νόμου άρ.21 παρ.2β του ν. 2523/1997, την συνταγματικότητα του οποίου εκ των πραγμάτων έκρινε, η προηγούμενη έκδοση τελεσίδικης απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών επί των ασκηθεισών προσφυγών του αναιρεσείοντος δεν αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση της ποινικής δίωξης και τη συζήτηση της υπόθεσης και, αφετέρου, ότι δεν συνέτρεχε λόγος για αναβολή της δίκης μέχρι την έκδοση της τελεσίδικης αυτής απόφασης των διοικητικών δικαστηρίων, διότι, όπως έκρινε, η τελεσίδικη κρίση του Διοικητικού Δικαστηρίου δεν πρόκειται να εισφέρει αποδεικτικά στην ουσία της υπόθεσης, ενώ το υπάρχον αποδεικτικό υλικό είναι επαρκές, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ` αυτή με σαφήνεια και πληρότητα οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο οδηγήθηκε, στην απορριπτική παρεμπίπτουσα απόφασή του. Ειδικότερα οι προβαλλόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι "οι εκκρεμείς φορολογικές διοικητικές δίκες αποτελούν νομικό πρόκριμα των αντίστοιχων ποινικών δικών" αλυσιτελώς προβάλλονται αφού, ο αναιρεσίων δεν επικαλείται ότι τα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια έχουν κρίνει τελεσιδίκως το ζήτημα αν τα επίμαχα φορολογικά στοιχεία είναι εικονικά ή όχι, ώστε να δύναται κριθεί αν υπάρχει ή όχι το επικαλούμενο "πρόκριμμα". Ούτε παραβιάζεται η αρχή της ισότητας των διαδίκων από το ότι τυχόν προγενέστερη καταδίκη του κατηγορουμένου θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από το αντίδικο δημόσιο ως αποδεικτικό μέσο στην διοικητική δίκη, όπως δεν θα παραβιαζόταν η εν λόγω αρχή από το ότι τυχόν αθώωση του κατηγορουμένου θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τον ίδιο ως υπέρ του αποδεικτικό μέσο στην διοικητική αυτή δίκη, αφού κάθε δικαστήριο κρίνει στα πλαίσια της δικής του δικαιοδοσίας. Την συνταγματικότητα δε της επίμαχης διατάξεως δέχθηκε εκ των πραγμάτων η προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να υποχρεούται να διαλάβει επιπλέον σκέψεις προς αντίκρουση των πιο πάνω αλυσιτελών αιτιάσεων του αναιρεσείοντος.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα μοναδικός λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο, λόγω των πιο πάνω αιτιάσεων, η προσβαλλόμενη (παρεμπίπτουσα) απόφαση στερείται ειδικής, και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙV. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ.).

Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 10/12/2008 αίτηση (δήλωση με αρ. πρωτ. 10470/10- 12 - 2008) του ...., κατοίκου ....., για αναίρεση της 55454/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ