Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 591 / 2015    (Β2, Civil Cases)

Θέμα
Αποζημίωση, Συνταξιοδότηση.




Περίληψη:
Ανώτατο όριο αποζημίωσης αποχωρήσεως των εργαζομένων σε φορείς του δημοσίου τομέα. Δικαιολογητικός λόγος της ρύθμισης αυτής. Ποιες επιχειρήσεις καλύπτει. Δημόσια Επιχείρηση Πολεοδομήσεως Οικισμού και Στεγάσεως (ΔΕΠΟΣ). Αποτελεί Δημόσια Επιχείρηση ανήκουσα εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο, η οποία μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία, λειτουργούσα και πάλι όμως χάριν δημοσίου συμφέροντος για την κοινή ωφέλεια. Ήδη με το άρθ. 2 του Ν. 3895/2010 η ΔΕΠΟΣ Α.Ε. λύθηκε και τέθηκε σε εκκαθάριση, όμως υπήρξε από της συστάσεώς της και εξακολούθησε να είναι έως την λύση της, επιχείρηση κοινής ωφέλειας, υπό την έννοια των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 ΑΝ 173/1967 και 1 παρ. 1 ΝΔ 618/1970. Επομένως, υπόκειται, ως προς την αποζημίωση των αποχωρούντων λόγω συνταξιοδοτήσεως υπαλλήλων της, στο όριο των ανωτέρω νόμων (173/1967 και 618/1970). Όταν προσβάλλεται με την έφεση η πρωτόδικη απόφαση για το ύψος της αποζημίωσης, παραδεκτός ο πρόσθετος λόγος με τον οποίο αμφισβητείται η νομική βασιμότητα της αγωγής. Προσβάλλει το ίδιο με την έφεση κεφάλαιο. Τέτοιος λόγος έφεσης, ως αρνητικός της νομικής βασιμότητας της αγωγής, δεν υπόκειται στους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ. Αίτηση επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση κατ' άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επιστρέφεται ότι καταβλήθηκε, εκούσια ή με αναγκαστική εκτέλεση της αναιρεθείσας, στον αντίδικο και όχι οι παρακρατηθέντες από τον αιτούντα φόροι που αποδόθηκαν στο δημόσιο. (Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4660/2012 απόφαση Εφ Αθηνών).




Αριθμός 591/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 14η Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δημόσιας Επιχείρησης Πολεοδομίας και Στέγασης Α.Ε."(ΔΕΠΟΣ ΑΕ) που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενη από τους εκκαθαριστές αυτής καθόσον τελεί σε λύση και εκκαθάριση δυνάμει του άρθρου 2 Ν 3895/2010, (ΦΕΚ 206Α/8.12.2010), η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αντζελίνα Κουτσούγερα.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Κ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Βασιλείου Ζήση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2008 αγωγή του αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 257/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4660/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-12-2012 αίτησή της. Με την από 26-7-2013 αίτησή της ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας διάβασε την από 12-5-2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, Αρεοπαγίτη Νικολάου Τρούσα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή των αιτήσεών της, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του ΑΝ 173/1967 "Εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιο ή Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζα ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφέλειας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρείαι Υδάτων κ.λπ.) ή Επιχειρήσεις επιχορηγούμεναι υπό του Κράτους, η υπό του Ν. 2112/1920, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλομένη αποζημίωσις δεν δύναται να υπερβαίνει εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργουμένης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου". Το ανώτατο αυτό όριο αποζημιώσεως αυξήθηκε διαδοχικά και με το άρθρο 21 παρ. 13 του ισχύοντος Ν. 3144/2003 προσδιορίσθηκε στο ποσό των 15.000 ευρώ. Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ΝΔ 618/1970 "Τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του ΑΝ 173/1967 τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν διά πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντας, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ` οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ` αυτών συνδεομένων, καταργουμένης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου". Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θεσπίσεώς τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των προαναφερόμενων μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των άλλων Οργανισμών και Επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων και των Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογούμενους ή το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών, αποτελούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών, και υπερισχύουν γι` αυτό των ευνοϊκότερων όρων των Σ.Σ.Ε., σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 του Ν. 1876/1990. Οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων, που ελέγχονται από το δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημοσίου χαρακτήρα. Αποφασιστικό, όμως, στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιας επιχειρήσεως ως κοινής ωφέλειας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της, οι οποίες πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα συνεστήθη με το Ν. 446/1976, σύμφωνα με το άρθρο 1 του οποίου, συνιστάται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, υπό την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Πολεοδομήσεως Οικισμού και Στεγάσεως" (ΔΕΠΟΣ), το οποίο αποτελεί Δημόσια Επιχείρηση ανήκουσα εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο, λειτουργούσα χάριν του δημοσίου συμφέροντος, διεπόμενη από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και απολαμβάνουσα διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, τελούσα δε υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Κράτους, το οποίο παρέχει στη ΔΕΠΟΣ την πλήρη συμπαράσταση και εγγύηση αυτού για την επιτυχία των σκοπών της. Με το άρθρο 3 του ως άνω Ν. 446/1976 ορίζεται ότι σκοπός της ΔΕΠΟΣ είναι η οργανωμένη κατασκευή και προσφορά κατοικίας, σε στάθμη οικησιμότητας και σε προσιτές τιμές, ως αυτοτελούς οικοδομής ή διαμερίσματος ορόφου, σε όλη την Επικράτεια, τόσο για αστική όσο και για αγροτική στέγαση, σε πρόσωπα μικρών και μεσαίων εισοδημάτων, καθώς και η εκτέλεση των απαιτουμένων, για την εξασφάλιση κατάλληλου πολεοδομικού περιβάλλοντος, πάσης φύσεως έργων, που συναρτώνται με την κατασκευή ολοκληρωμένων πολεοδομικών μονάδων. Ο Ν. 947/1979 "περί οικιστικών περιοχών", με τις παραγράφους 1 και 6 του άρθρου 56 όρισε ότι, με προεδρικό διάταγμα, που θα εκδοθεί εντός έξι (6) μηνών από της ενάρξεως της ισχύος του νόμου αυτού, μετά από πρόταση του Υπουργού Δημοσίων Έργων, θέλει τροποποιηθεί, συμπληρωθεί και διαμορφωθεί σε ενιαίο κείμενο η περί ΔΕΠΟΣ, μετονομαζομένη σε "Δημοσία Επιχείρηση Πολεοδομίας και Στεγάσεως", υφιστάμενη νομοθεσία, επί τω τέλει όπως διευρυνθεί ο σκοπός αυτής (παρ. 1) και με προεδρικό διάταγμα, που θα εκδοθεί με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Δημοσίων Έργων, εντός της αυτής ως άνω προθεσμίας, θέλουν καθορισθεί τα των πόρων και της οικονομικής διαχειρίσεως, καθώς και τα προνόμια και οι απαλλαγές της ΔΕΠΟΣ (παρ. 6). Σε εκτέλεση της μεν διατάξεως της παραγράφου 6 του παραπάνω άρθρου 56 του Ν. 947/1979, εκδόθηκε το ΠΔ 56/1980, με το άρθρο 4 του οποίου επαναλαμβάνεται το άρθρο 14 του άνω Ν. 446/1976, δηλαδή ότι η ΔΕΠΟΣ απολαμβάνει όλων των διοικητικών, οικονομικών και δικαστικών ατελειών, καθώς και πάντων των διοικητικών, οικονομικών και δικονομικών προνομίων, ως εάν είναι αυτό το Δημόσιο, σε εκτέλεση δε της διατάξεως της παραγράφου 1 του άρθρου 56 του Ν. 947/1979 εκδόθηκε το ΠΔ 811/1980 "Περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και διαμορφώσεως εις ενιαίον κείμενον της περί ΔΕΠΟΣ υφισταμένης νομοθεσίας", στο άρθρο 2 παρ. 2 του οποίου ενσωματώθηκε το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 446/1976, σύμφωνα με το οποίο, κατά τα άνω, η ΔΕΠΟΣ αποτελεί Δημόσια Επιχείρηση ανήκουσα εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο, λειτουργούσα χάριν του Δημοσίου συμφέροντος, διεπόμενη από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και απολαμβάνουσα διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, τελούσα δε υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Κράτους, το οποίο παρέχει στην ΔΕΠΟΣ την πλήρη συμπαράσταση και εγγύηση αυτού, για την επιτυχία των σκοπών της, που είναι, κατά το άρθρο 4 του εν λόγω ΠΔ 811/1980 (όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο μόνο παρ. 2 του ΠΔ 12/1981), η προσφορά κατοικίας και εν γένει η δημιουργία δυνατοτήτων στεγάσεως σε προσιτές τιμές και σε ικανοποιητική στάθμη οικιστικού περιβάλλοντος σε όλη την Επικράτεια, τόσο για αστική όσο και για αγροτική στέγαση, σε πρόσωπα μικρής και μεσαίας περιουσιακής και εισοδηματικής καταστάσεως, και γενικότερα η δημιουργία ικανοποιητικών πολεοδομικών και οικιστικών συνθηκών, στα πλαίσια της ασκούμενης οικιστικής, χωροταξικής και κοινωνικής πολιτικής του Κράτους. Στο άρθρο 17 του ίδιου ΠΔ 811/1980 ορίζεται ότι, περί των προνομίων και απαλλαγών της ΔΕΠΟΣ ισχύουν οι διατάξεις του ως άνω υπ` αριθμ. 56/1980 ΠΔ. Ακολούθως, κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν. 2414/1996 "για τον εκσυγχρονισμό των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και άλλες διατάξεις", εκδόθηκε το ΠΔ 158/1997, με το οποίο η ΔΕΠΟΣ, νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που συνεστήθη με το Ν. 446/1979, μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΣΤΕΓΑΣΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΔΕΠΟΣ Α.Ε.)" και εγκρίθηκε το Καταστατικό της. Με το άρθρο 1 του άνω ΠΔ 158/1997 ορίζεται, ότι η εταιρεία λειτουργεί χάριν του δημόσιου συμφέροντος και για την κοινή ωφέλεια κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και τελεί υπό την εποπτεία του Κράτους, ασκουμένη από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, με την επιφύλαξη των διατάξεων του Ν. 2414/1996. Κατά το άρθρο 2 του ίδιου ΠΔ, σκοποί της ΔΕΠΟΣ Α.Ε., μεταξύ άλλων, είναι η εφαρμογή της πολεοδομικής, χωροταξικής και στεγαστικής πολιτικής του Κράτους σχετικά με την αναβάθμιση των πόλεων από πολεοδομικής και περιβαλλοντικής απόψεως, η ανάπλαση υποβαθμισμένων περιοχών, η ανάπτυξη οργανωμένων οικιστικών ενοτήτων, η ανάδειξη έργων πολιτιστικής κληρονομιάς και γενικά πολεοδομικές, οικιστικές και κτιριακές παρεμβάσεις. Η συμβολή στη δημιουργία κατάλληλης στέγασης με προσιτό κόστος και ικανοποιητικό οικιστικό περιβάλλον για άτομα χαμηλής και μεσαίας περιουσιακής και εισοδηματικής καταστάσεως, καθώς και η συμβολή στη δημιουργία ικανοποιητικών πολεοδομικών και οικιστικών συνθηκών στο πλαίσιο της ασκουμένης οικιστικής, χωροταξικής και κοινωνικής πολιτικής του Κράτους. Η μελέτη, κατασκευή, οργάνωση και διαχείριση έργων εξυγιάνσεως και αναπλάσεως περιοχών, που παρουσιάζουν δυσμενείς πολεοδομικές ή στεγαστικές συνθήκες ή δυσμενές αστικό περιβάλλον ή περιοχών που χρήζουν ειδικής προστασίας. Η σύνταξη, διαχείριση και υλοποίηση προγραμμάτων και έργων για την στέγαση και εξυπηρέτηση ατόμων ή κοινωνικών ομάδων που χρήζουν ιδιαίτερης μέριμνας ή που έχει αναλάβει το Κράτος την υποχρέωση να τους παράσχει στέγη με σκοπό την κοινωνική τους επανένταξη, σε συνδυασμό, όπου αυτό επιβάλλεται, με ευρύτερα κοινωνικά και οικονομικά προγράμματα κοινωνικής ένταξης και ενσωμάτωσης. Η παροχή πιστώσεων από τα κεφάλαια της ΔΕΠΟΣ προς χορήγηση εντόκων ή ατόκων οικοδομικών ή στεγαστικών δανείων σε δικαιούχους στέγης, ομάδες ή άτομα, για την απόκτηση κατοικίας ή οικοπέδου, που βρίσκεται μέσα σε περιοχή οικιστικού προγράμματος της ΔΕΠΟΣ. Με το άρθρο 9 του άνω ΠΔ 158/1997 ορίζεται, ότι η Γενική Συνέλευση της ΔΕΠΟΣ Α.Ε. αποτελείται από τον μοναδικό μέτοχο που είναι το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών. Με το άρθρο 25 του ίδιου ΠΔ ρυθμίζονται θέματα του Προσωπικού της ΔΕΠΟΣ Α.Ε. και ορίζεται, στη παράγραφο 5 περ. στ' του άρθρου αυτού, ότι η σύμβαση εργασίας του τακτικού προσωπικού της ΔΕΠΟΣ Α.Ε. λύεται για τους παρακάτω λόγους και σύμφωνα με τη διαδικασία που θα προβλεφθεί από τον Κανονισμό Καταστάσεως Προσωπικού: 1. Με τη συμπλήρωση της ηλικίας των 65 χρόνων. 2. Μετά εξάμηνο από την κατάργηση της οργανικής θέσης στην οποία υπηρετούσε, εκτός αν υπάρχει αντίστοιχη κενή θέση ή μετά τη συμπλήρωση συνολικής 35ετούς απασχολήσεως. 3. Εάν ο μισθωτός παραιτηθεί. 4. Εάν ο μισθωτός κηρυχθεί ανίκανος προς εργασία. 5. Εάν κριθεί από αρμόδιο Συμβούλιο απολυτέος για βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα ή για ακαταλληλότητα. 6. Εάν του επιβληθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ποινή που συνεπάγεται στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων και 7. Με εθελουσία έξοδο και αποζημίωση κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, που εγκρίνεται από την Γενική Συνέλευση. Τέλος, κατά το άρθρο 29 του εν λόγω ΠΔ 158/1997, η ΔΕΠΟΣ Α.Ε. απολαμβάνει όλων των διοικητικών, οικονομικών και δικαστικών ατελειών, καθώς και όλων των διοικητικών, οικονομικών και δικονομικών προνομίων σαν να είναι αυτή το Δημόσιο. Ήδη με το άρθρο 2 του Ν. 3895/2010 η ΔΕΠΟΣ Α.Ε. λύθηκε και τέθηκε σε εκκαθάριση. Υπό τα δεδομένα αυτά, η αναιρεσείουσα υπήρξε από της συστάσεώς της και εξακολούθησε να είναι έως την, κατά τα άνω, λύση της, ενόψει της φύσεως των παρεχομένων στο κοινωνικό σύνολο υπηρεσιών της, επιχείρηση κοινής ωφέλειας (βλ. και άρθρο 1 του ΠΔ 158/1997), υπό την έννοια των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 ΑΝ 173/1967 και 1 παρ. 1 ΝΔ 618/1970. Επομένως, υπόκειται, ως προς την αποζημίωση των αποχωρούντων λόγω συνταξιοδοτήσεως υπαλλήλων της, στο όριο των ανωτέρω νόμων (173/1967 και 618/1970), όπως το όριο αυτό αναπροσαρμόσθηκε σε 15.000 ευρώ με το άρθρο 21 παρ. 13 του Ν. 3144/2003. Συνέπεια αυτού είναι η αγωγή με την οποία ζητείται αποζημίωση, μεγαλύτερη από το ως άνω όριο των 15.000 ευρώ, να είναι κατά το υπερβάλλον μη νόμιμη. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το εφετείο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών. Περαιτέρω κατά το άρθρο 520 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως αναφέρονται στα κεφάλαια της αποφάσεως που έχουν προσβληθεί με την έφεση και σε εκείνα που αναγκαίως συνέχονται με αυτά, στην ειδική δε διαδικασία των εργατικών διαφορών ασκούνται, όπως προκύπτει από τα άρθρα 591 παρ. 1 και 674 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., και με τις προτάσεις. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.ΑΠ 2/2001). Μέσω του παραπάνω, από το αρθ.559 αρ.14 ΚΠολΔ λόγου ελέγχεται πλην άλλων και το παραδεκτό των προσθέτων λόγων έφεσης. Στην προκείμενη υπόθεση, στην ένδικη από 17.3.2008 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 55534/1308/2008 αγωγή του, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο αναιρεσίβλητος εξέθετε, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα δημόσια επιχείρηση, που έχει την μορφή ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΣΤΕΓΑΣΗΣ Α.Ε." (ΔΕΠΟΣ Α.Ε.) την 1.4.1985, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως υπάλληλος και ειδικότερα υπό την ειδικότητα του πολιτικού μηχανικού της διεύθυνσης κατασκευών. Ότι στις 2.1.2006 υπέβαλε προς την εναγομένη αίτηση για λύση της συμβάσεως εργασίας που τον συνέδεε με αυτήν, λόγω συμπληρώσεως στο πρόσωπο του των προϋποθέσεων λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος. Ότι η εναγομένη με την υπ' αριθμ. 17/37/10.5.2006 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της αποφάσισε τη λύση της εργασιακής του σύμβασης και ενέκρινε την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης του. Ότι μεταξύ των διαδίκων υπογράφηκε το με ημερομηνία 30. 8.2007 συμφωνητικό, στο οποίο προβλέφθηκε ως χρόνος αποχώρησης από την εναγομένη η 30.9.2007 και η καταβολή του ποσού των 55.264,70 ευρώ ως νόμιμης αποζημίωσής του από την υπηρεσία, εκ του οποίου (ποσού) του καταβλήθηκε το καθαρό ποσό των 35.000 ευρώ, λόγω οικονομικών δυσχερειών της εναγομένης, το δε υπόλοιπο (καθαρό) ποσό των 20.264,70 ευρώ (ή μικτό ποσό των 29.080,86 ευρώ) συμφωνήθηκε να του καταβληθεί, όπως ειδικότερα προβλεπόταν στο συμφωνητικό, μέχρι 31.12.2007 και ότι, παρά την παρέλευση ικανού χρονικού διαστήματος και παρά τις συνεχείς διαβεβαιώσεις των αρμοδίων εκπροσώπων της εναγομένης, ότι θα του καταβληθεί το υπόλοιπο της νόμιμης αποζημίωσής του, η τελευταία δεν έχει προβεί στην εν λόγω καταβολή. Με την επίκληση των ανωτέρω περιστατικών ζήτησε, κυρίως μεν από τη σύμβαση εργασίας του σε συνδυασμό με το άρθρο 8 του ν. 3198/1995, επικουρικά δε λόγω καταχρηστικής συμπεριφοράς της εναγομένης (άρθρο 281 ΑΚ) , να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει το μικτό ποσό των 29.080,86 ευρώ (ή το καθαρό ποσό των 20.264,70 ευρώ), ως υπόλοιπο αποζημίωσης λόγω αποχώρησής του από την υπηρεσία, νομιμοτόκως από 30. 9.2007, άλλως και επικουρικώς από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 257/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε την εν λόγω αγωγή, κατά την κύρια βάση, ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 29.080,86 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη ημέρα που έγινε η επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση. Κατά της αποφάσεως αυτής, άσκησε έφεση η αναιρεσείουσα, παραπονούμενη για την επιδίκαση στον εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) του άνω ακαθαρίστου ποσού ως υπολοίπου της αποζημιώσεως και όχι του καθαρού υπολοίπου των 20.264,70 ευρώ και αντέφεση με τις προτάσεις ο ενάγων παραπονούμενος για το χρόνο ενάρξεως της τοκοδοσίας. Με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση, η αναιρεσείουσα άσκησε πρόσθετο λόγο εφέσεως, παραπονούμενη για την παραδοχή υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως της αγωγής ως νόμω βάσιμης κατά την κυρία βάση της, ισχυριζόμενη ότι αυτή έπρεπε ν' απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη, διότι είχε ήδη καταβληθεί στον ενάγοντα, ως αποζημίωση απόλυσης, λόγω συνταξιοδότησης, ποσό μεγαλύτερο των 15.000 ευρώ, που προβλέπει, ως ανώτατο όριο αυτής, το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967, δεδομένου ότι αυτή (ΔΕΠΟΣ) έχει από της ιδρύσεώς της αμιγώς κοινωφελή σκοπό. Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του τον πρόσθετο αυτό λόγο εφέσεως, απέρριψε ως απαράδεκτο, με την αιτιολογία ότι με αυτόν προσβαλλόταν διαφορετικό κεφάλαιο της πρωτοβάθμιας απόφασης από εκείνο που προσβαλλόταν με την έφεση. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο , κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού ο εν λόγω πρόσθετος λόγος εφέσεως, προσβάλλοντας το ίδιο κεφάλαιο που προσβαλλόταν με τους λόγους του δικογράφου της εφέσεως, δηλαδή της αιτουμένης υπό του ενάγοντος, με την αγωγή, αποζημιώσεως απολύσεως, μη υποκείμενος δε στους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ, δεδομένου, ότι, ως αναφερόμενος στο νόμω βάσιμο της αγωγής, ήταν αρνητικός αυτής (αγωγής) ισχυρισμός και όχι αυτοτελής υπό την έννοια των εν λόγω διατάξεων, ήταν παραδεκτός. Επομένως, οι πρώτος και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως, κρινόμενοι ενιαίως, ως αποδίδοντες αληθώς μόνο την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της κηρύξεως παρά το νόμο απαραδέκτου του προσθέτου λόγου της εφέσεως, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας των λοιπών λόγων της αναιρέσεως, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκασή της, στο ίδιο Εφετείο (Αθηνών), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Κατά την διάταξη του άρθ. 579 § 2 ΚΠολΔ, εάν αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Τα παραπάνω εφαρμόζονται και στην περίπτωση εκούσιας ή αναγκαστικής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, η οποία με την επικύρωσή της από το Εφετείο θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρουμένη απόφαση (ολΑΠ 11/2007, 22/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με αυτοτελές δικόγραφο, που κατέθεσε στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου, κατά την επ` αυτού σημείωση του αρμόδιου γραμματέα, την 5.8.2013, δηλαδή δεκατέσσερις και πλέον μήνες προ της μετ` αναβολή ορισθείσης συζήτησης της υπόθεσης, υπέβαλε παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος σε επιστροφή των ποσών που κατέβαλε σ` αυτόν, σε εκούσια εκτέλεση της προσβαλλομένης απόφασης και της ενσωματωθείσας σ' αυτή 257/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Από τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα και την ομολογία του αναιρεσιβλήτου αποδεικνύεται ότι: α) με την 257/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η αναιρεσείουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο για την παραπάνω αιτία το ποσό των 29.080,87 ευρώ, νομιμότοκα, καθώς και ποσό 1343 ευρώ ως δικαστική της δαπάνη για τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας. Στην συνέχεια με την αναιρουμένη 4660/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε κατ` ουσίαν η έφεση της αναιρεσείουσας (και η αντέφεση του αναιρεσιβλήτου) κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, κατά το κεφάλαιό της με το οποίο επιδικάσθηκε το ανωτέρω ποσό, η οποία, επομένως, επικυρωθείσα από το Εφετείο ενσωματώθηκε κατά τη διάταξή της αυτή στην αναιρουμένη απόφαση του Εφετείου, ενώ έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση κατά το μέρος της με το οποίο προσέβαλε το παρεπόμενο κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης περί τοκοδοσίας και ακολούθως δικαζομένης της αγωγής κατά το κεφάλαιό της αυτό έγινε αυτή δεκτή και καθορίσθηκε το ποσοστό του τόκου, για το επιδικασθέν με την πρωτόδικη απόφαση ως άνω ποσό, σε 6% ετησίως από της επιδόσεως της αγωγής, καταδικάσθηκε δε ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας για την δευτεροβάθμια δίκη ύψους 500 ευρώ. β) Η αναιρεσείουσα σε εκούσια εκτέλεση της αναιρουμένης απόφασης, στην οποία ενσωματώθηκε και η πρωτόδικη, κατέβαλε την 12.12.2012 στον αναιρεσίβλητο: 1) ποσό 28.672,78 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο, 2) ποσό 6.601,83 ευρώ για τόκους υπερημερίας από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι της ως άνω καταβολής και 3) ποσό 843 ευρώ για επιδικασθείσα (μετά συμψηφισμό μεταξύ επιδικασθείσας από το Πρωτοδικείο στον αναιρεσίβλητο και επιδικασθείσας από το Εφετείο στην αναιρεσείουσα) δικαστική δαπάνη, συνολικά δηλ. ποσό 36.117,61 ευρώ. Το ποσό αυτό και όχι τα επί πλέον ποσά, που, ως παρακρατηθέντες φόροι επί του κεφαλαίου και των τόκων, αποδόθηκαν από την αναιρεσείουσα στο δημόσιο (ολ ΑΠ 31/2009), πρέπει ο αναιρεσίβλητος να υποχρεωθεί να επιστρέψει κατά παραδοχή της αίτησης αυτής της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά βάσιμης, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της απόφασης αυτής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 4660/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των τριάντα έξη χιλιάδων εκατόν δέκα επτά ευρώ και εξήντα ενός λεπτών (36.117,61), με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αποφάσεως αυτής. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ