Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1746 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.




Περίληψη:
Σωματική βλάβη που τελέστηκε από πρόσωπο υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή. Λόγος αναιρέσεως η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1746/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Βούρβαχη, περί αναιρέσεως της 319/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε.

Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαΐου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1427/2007.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ.1 εδάφιο α του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται, ότι όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 3 ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δε θα επερχόταν, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια (μη συνειδητή), απαιτείται, αντικειμενικά μεν να προκληθεί σωματική βλάβη σε άλλον, υποκειμενικά δε να διαπιστωθεί αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ιδιαίτερες περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα και τη λογική, αφετέρου να διαπιστωθεί ότι είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί αντικειμενικά σε αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη του. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μια παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρεώσεως του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του 1ου κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Την 3η Απριλίου 2002, ο 1ος κατηγορούμενος Χ1, ως υπεύθυνος υπάλληλος του ΟΤΕ για την επίβλεψη του έργου εκσκαφής προς κάλυψη των τεχνικών αναγκών του ΟΤΕ καθώς και του έργου αποκατάστασης βλάβης υπόγειων καλωδίων επί των οδών ... και ... στα ..., κατά την εκτέλεση του οποίου (έργου) αποξυλώνονταν οι πλάκες των πεζοδρομίων, γίνονταν εκσκαφές σε βάθος μέχρι 0,50 μέτρων και ανοίγονταν ορύγματα, δεν έλαβε τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας (αν και ήταν υποχρεωμένος προς τούτο ως εκ του επαγγέλματος του και ηδύνατο να πράξει τούτο, καταβάλλοντας την επιμέλεια του μέσου συνετού επαγγελματία της ίδιας ειδικότητας και εμπειρίας). Ειδικότερα δεν τοποθέτησε πινακίδες σημάνσεως κινδύνου πέριξ των ορυγμάτων και των σωρών των χωμάτων των εκσκαφών ούτε περιέφραξε τα ορύγματα με προστατευτικά κιγκλιδώματα. Αλλά ενεργώντας από απερισκεψία, προέβαινε στην πρόοδο των παραπάνω εργασιών, αφήνοντας ανοικτά τα ορύγματα και μη απομακρύνοντας τα χώματα των εκσκαφών, δίχως μάλιστα να τοποθετήσει φωτεινά σήματα γύρω από τα σημεία των έργων. Ένεκα των παραλείψεων αυτών κατά την πρόοδο των έργων, τα οποία κατά ένα μέρος εκτελούνταν πλησίον του περιπτέρου της παθούσης Ψ, η τελευταία, κατά την προσπάθεια της να προσεγγίσει το ψυγείο του περιπτέρου, το οποίο βρισκόταν έξωθεν του περιπτέρου, περί ώρα 22.30 της ανωτέρω ημερομηνίας, δεν αντελήφθη προσηκόντως το περίγραμμα του ορύγματος και λόγω της δυσχεράνσεως της βαδίσεως, λόγω των παρακειμένων έργων, παραπάτησε με την είσοδο του ενός ποδιού εντός του υπάρχοντος μικροορύγματος και έπεσε προς την πλευρά της οδού, με αποτέλεσμα να υποστεί κάταγμα κάτω επιφύσεως δεξιάς ωλένης. Επομένως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σ' αυτόν πράξεως της σωματικής βλάβης εξ αμελείας παρ' υπόχρεου". Με τις παραδοχές του αυτές, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, που τελέσθηκε από πρόσωπο υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, για το οποίο καταδικάσθηκε ο εν λόγω αναιρεσείων κατηγορούμενος σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών με τριετή αναστολή, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ 1 β', 28, 314 παρ. 1 α' και 315 του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν αιτιολογείται η ιδιαίτερη υποχρέωση του για τη λήψη των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας προς αποτροπή του επελθόντος αποτελέσματος είναι αβάσιμη, αφού με σαφήνεια εκτίθεται η υποχρέωση του αναιρεσείοντος σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, λόγω της ιδιότητας του ως υπεύθυνου υπαλλήλου του ΟΤΕ, που επέβλεπε την εκτέλεση των εργασιών της αποκαταστάσεως της βλάβης σε υπόγειο καλώδιο του ΟΤΕ, οι οποίες διενεργούνταν, από την οποία, ιδιότητα του ως επιβλέποντος, πήγαζε και η υποχρέωση του για την τοποθέτηση πινακίδων σημάνσεως κινδύνου και προστατευτικών κιγκλιδωμάτων γύρω από τα ορύγματα και τους σωρούς των χωμάτων, πράγμα το οποίο δεν έπραξε, αφήνοντας ανοικτά τα ορύγματα, τα οποία από το συνεργείο το οποίο εκείνος επέβλεπε είχαν δημιουργηθεί. Έτσι, σαφώς προκύπτει ότι ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος δημιουργήθηκε από προηγούμενη πράξη του αναιρεσείοντος, γεγονός το οποίο με σαφήνεια εκτίθεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, η αιτίαση ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, αφού στο πρώτο αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων είχε την ιδιότητα τού επιβλέποντος το έργο εκσκαφής, ενώ στο δεύτερο κηρύσσεται ένοχος ως επιβλέπων την εκτέλεση εργασιών αποκαταστάσεως βλάβης σε υπόγειο καλώδιο τηλεφωνικού δικτύου του ΟΤΕ είναι αβάσιμη, διότι, όπως με σαφήνεια διαλαμβάνεται, τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό, στις εργασίες αποκαταστάσεως τής βλάβης του καλωδίου αποξυλώνονταν οι πλάκες των πεζοδρομίων και ανοίγονταν ορύγματα. Τέλος, η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε εσφαλμένα ότι ο αναιρεσείων ήταν υπεύθυνος και τού έργου εκσκαφής είναι απαράδεκτος, αφού έτσι πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου τής ουσίας. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' του ΚΠΔ δύο λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι. Μετά από αυτά και ενόψει του ότι δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30.5.2007 (αριθ. πρωτ. 5120/4.6.2007) αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., κατά της 319/2007 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή