Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1271 / 2010    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα, Έγκληση.




Περίληψη:
Ψευδής καταμήνυση. Ψευδορκία μάρτυρος. Συκοφαντική δυσφήμιση Έννοια. Στοιχεία στοιχειοθέτησης υποκειμενικώς και αντικειμενικώς. Αιτιολογία πλήρης κι εμπεριστατωμένη. Πότε υπάρχει στην απόφαση. Έγκληση. Προθεσμία υποβολής. Τι πρέπει να διαλαμβάνει η απόφαση για πληρότητα αιτιολογίας επί εκπροθέσμου υποβολής εγκλήσεως. Έγγραφα. Πότε παράγεται ακυρότητα από την λήψη υπόψη χωρίς να αναγνωσθούν. Αρκεί να προκύπτει από το σκεπτικό της αποφάσεως ότι αναγνώσθηκε, έστω κι αν δεν αναφέρεται μεταξύ των αναγνωσθέντων.




Αριθμός 1271/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε ο ίδιος ως δικηγόρος, περί αναιρέσεως της 785/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Ψ1 και 2)Ψ2, κάτοικων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Γκαβάκο. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1070/2009.
Αφού άκουσε Τον αναιρεσείοντα ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των πολιτικώς εναγόντων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής και ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθεια της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Περαιτέρω κατά το άρθρο 224 παρ. 2 Π.Κ. με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, όπως συμβαίνει στις ανωτέρω περιπτώσεις, οπότε απαιτείται αιτιολόγησή του.
Συνεπώς επί των ανωτέρω εγκλημάτων, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως τους, απαιτείται για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας αναφορικώς με τον άμεσο δόλο, να εκτίθενται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η γνώση του κατηγορουμένου. Η επιβαλλόμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Αυτοτελής ισχυρισμός, κατά την ανωτέρω έννοια, τυγχάνει και, η, κατ άρθρο 367 ΠΚ για τους σ αυτό εκτιθέμενους λόγους, άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως της απλής δυσφημίσεως και εξυβρίσεως, όχι όμως και της συκοφαντικής δυσφημίσεως. Πρέπει όμως οι ισχυρισμοί αυτοί να είναι νόμιμοι και να προβάλλονται ορισμένως και παραδεκτώς, διαφορετικά δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστηρίου να διαλάβει περί αυτών αιτιολογία. Από τις διατάξεις των άρθρων 363 και 368 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι η ποινική δίωξη του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 117 παρ.1 του ΠΚ, όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους της. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι επί εγκλήματος που διώκεται κατ' έγκληση, όπως είναι και το της συκοφαντικής δυσφημίσεως, εφόσον αυτή υποβλήθηκε μετά παρέλευση τριμήνου από τον επικαλούμενο χρόνο τέλεσής του, η δικαστική απόφαση πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τον χρόνο γνώσεως του δικαιούχου, αφού το στοιχείο αυτό το οποίο και πρέπει να επικαλείται ο εγκαλών, αποτελεί δικονομική προϋπόθεση για την έναρξη και έγκυρη διεξαγωγή της ποινικής διαδικασίας. Ο κατηγορούμενος όμως, για την πληρότητα του ισχυρισμού του, περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως εκ του λόγου τούτου, πρέπει να επικαλείται ότι η έγκληση υποβλήθηκε μετά την πάροδο του τριμήνου από την γνώση από τον εγκαλούντα της τέλεσης της πράξεως, ή ότι ο χρόνος της γνώσεως είναι διαφορετικός αυτού που επικαλείται ο εγκαλών, οπότε το δικαστήριο έχει υποχρέωση να ερευνήσει πότε ο εγκαλών έλαβε πραγματικά γνώση της τελέσεως της κατ έγκληση διωκομένης πράξεως και να διαλάβει σχετική αιτιολογία επ αυτού. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, εκ του ότι δε εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ούτε εκτίμησε τα άλλα. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν όλα και όχι μερικά από αυτά κατ επιλογή για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ` έφεση, λόγω της ιδιότητας του αναιρεσείοντος ως Δικηγόρου, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τις αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα πράξεις της κατ εξακολούθηση ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρος και της κατ εξακολούθηση συκοφαντικής δυσφημίσεως,: "πως ο τελευταίος 1)στις 7-5-2003 και 17-10-2003 τέλεσε εξακολουθητικά, σε βάρος των εγκαλούντων Ψ2, Λ, Κ και Ψ1 το έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως, ειδικότερα δε με τις από 5-5-2003 και 15-10-2003 μηνύσεις του σε βάρος των ως άνω τους καταμήνυσε (ψευδώς) ότι όντας υπάλληλοι του ΣΔΟΕ, τέλεσαν σε βάρος του τα αδικήματα της παραβάσεως καθήκοντος, καταπιέσεως και ψευδούς καταμηνύσεως, όπως λεπτομερώς αναφέρονται στο κατηγορητήριο. 2)κατά της ως άνω ημεροχρονολογίες υποβολής των δύο μηνύσεών του, κατέθεσε ενόρκως ότι τα αναφερόμενα και εντός πραγματικά περιστατικά είναι αληθή, ενώ εγνώριζε ότι είναι ψευδή, 3)με τα α)από 21-1-2003 έγγραφο υπόμνημά του προς την Δ/ση Επιθ/σεως του Υπουργείου Οικονομικών, β)από 4-12-2002 έγγραφη αναφορά του προς τον Υπουργό Οικονομικών, γ)από 17-10-2003 (προαναφερθήσα) μήνυσή του, ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων ψευδή γεγονότα ως αληθή, σε βάρος των πιο πάνω εγκαλούντων, τα οποία μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη αυτών και ειδικότερα ότι αυτοί διενήργησαν ελέγχους στα βιβλία του δικηγορικού του γραφείου με μεροληπτικό και εν γένει παράνομο τρόπο, εμποδίζοντας την φορολογική ρύθμιση των υποθέσεων του και συντάσσοντας κατασχετήριο έγγραφο, καταχρούμενοι την δημόσια εξουσία που έχουν.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των ως άνω τριών πράξεων". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο των ανωτέρω πράξεων και, αφού του αναγνώρισε τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών για κάθε μία πράξη και συνολική δέκα (10) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι : "Στην .,.. κατά τους παρακάτω χρόνους με περισσότερες από μία πράξεις του και με πρόθεση τέλεσε τα αξιόποινα αδικήματα που αναφέρονται πιο κάτω, τα οποία τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα: α)Στις 7 Μαΐου 2003 και στις 17 Οκτωβρίου 2003,με περισσότερες από μία πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εν γνώσει του κατεμήνυσε άλλους ψευδώς ότι τέλεσαν αξιόποινες πράξεις με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη τους γι' αυτές συγκεκριμένα, με τον παραπάνω σκοπό, κατεμήνυσε εν γνώσει του ψευδώς τους ήδη εγκαλούντες Ψ2 , Λ, Κ και Ψ1, κατοίκους ... υποβάλλοντας εναντίον τους - και εναντίον άλλων - έξι(6) - τις από 5-5-2003 και 15-10-2003 εγγραφές μηνύσεις του, με τις οποίες κατήγγειλε ότι οι εγκαλούντες και οι άλλοι έξι (6) καταμηνυόμενοι υπάλληλοι όλοι του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών και οι εγκαλούντες ειδικότερα, υπάλληλοι του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) τέλεσαν σε βάρος του (δήθεν) τα αξιόποινα αδικήματα της παράβασης καθήκοντος της καταπίεσης και της ψευδούς καταμήνυσης (άρθρα 229 παρ.1,244 και 259 του ΠΚ) και πιο συγκεκριμένα, ότι η εγκαλούσα Λ που διενήργησε έλεγχο στα βιβλία και τα στοιχεία του που είχαν παραλάβει και δεσμεύσει από τις 22 Οκτωβρίου 2001 άλλοι τρεις υπάλληλοι του ΣΔΟΕ από το δικηγορικό του γραφείο και διαπίστωσε (η ελέγχουσα Λ) 162 τυπικές παραβάσεις του ΠΔ 186/1992 (του κώδικα βιβλίων και στοιχείων) συνέταξε την υπ'αριθμ..... έκθεση ελέγχου που συνυπέγραψαν και οι άλλοι τρεις εγκαλούντες και με βάση την έκθεση αυτή ελέγχου η Α'ΔΟΥ ... καταλόγισε σ'αυτόν με τις υπ'αριθμ. 368,369, 370, 371,372,373, 374,375 και 376 από 14-10-2002 αποφάσεις της πρόστιμο συνολικού ύψους 19.400.000 δραχμών (56.933,4 ευρώ), ότι ΟΙ εγκαλούντες και ο συνάδελφός τους, υπάλληλος του ΣΔΟΕ ..., επιχείρησαν να εμποδίσουν τη ρύθμιση της φορολογικής κατάστασης του κατηγορουμένου με τους ευνοϊκούς όρους των σχετικών αποφάσεων του Υπουργείου Οικονομικών, αν και αυτός είχε ζητήσει προφορικώς και εγγράφως από την παραπάνω ΔΟΥ τη ρύθμιση αυτή και ειδικότερα προέβησαν στη σύνταξη του κατασχετηρίου εγγράφου με αριθμό ..., μολονότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμοι λόγοι επιβολής κατάσχεσης στα βιβλία του και έτσι, με την επιβολή της κατασχέσεως αυτής χωρίς προηγούμενη εισαγγελική παραγγελία τελέστηκε σε βάρος του η αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος , ενώ με την επέκταση του φορολογικού ελέγχου και σε προηγούμενες οικονομικές χρήσεις και με τη διενέργεια προανακριτικής πράξεως της εξέτασης της μάρτυρος ...)τελέστηκε και πάλι παράβαση καθήκοντος και με την επιβολή του παραπάνω συνολικού προστίμου τελέστηκε σε βάρος του η αξιόποινη πράξη της καταπίεσης και τέλος , οι δύο πρώτοι εγκαλούντες (Ψ2 και Λ) και οι δύο συνάδελφοι τους ,υπάλληλοι του ΣΔΟΕ ,Ξ και Μ, τέλεσαν σε βάρος του το αξιόποινο αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης γιατί στις 5-11-2002 η Λ και ο Μ συνέταξαν την με την ίδια ημερομηνία έκθεση διαπίστωσης αδικήματος στην οποία βεβαίωναν ότι κατά τη διενέργεια σχετικού ελέγχου διαπίστωσαν ότι ο ήδη κατηγορούμενος , μολονότι προσκλήθηκε να προσκομίσει δύο μπλοκ αποδείξεων παροχής υπηρεσιών με αρίθμηση από τους αριθμούς 160 μέχρι 250 των χρήσεων 1991-1999 παραστατικά δαπανών των χρήσεων 1991-2001 δεν τα προσκόμισε και ότι η συμπεριφορά που συνιστούσε απείθεια (άρθρο 169 του ΠΚ) και την πράξη του αυτή κατεμήνυσαν οι παραπάνω (Λ, Ψ2, Ξ και Μ) στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών με το από 24-2-2ΟΟ3 έγγραφό τους και κατά την εκδοχή του κατηγορουμένου, η καταγγελία τους αυτή στοιχειοθετεί το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης. Για την υπόθεση αυτή όμως (με αφορμή τις από 5 Μαΐου 2003 και 15 Οκτωβρίου 2003 αναφερθείσες μηνύσεις του κατηγορουμένου, καθώς και τις από 31-10-2003 και 27-4-2004 μηνυτήριες αναφορές του εναντίον των παραπάνω υπαλλήλων του ΣΔΟΕ και της Α'ΔΟΥ ...) εκδόθηκε τελικά το βούλευμα με αριθμό 5090/2004 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο κρίθηκε να μη γίνει κατηγορία εναντίον των παραπάνω καταμηνυθέντων (των εγκαλούντων και άλλων υπαλλήλων του ΣΔΟΕ και της Α'ΔΟΥ) γιατί οι ενέργειες τους ήσαν καθόλα νόμιμες και δεν στοιχειοθετούν τα αποδοθέντα σ'αυτούς αξιόποινα αδικήματα, όπως από την αρχή γνώριζε πολύ καλά ο κατηγορούμενος. β) Κατά τους παραπάνω χρόνους, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα συγκεκριμένα εγχειρίζοντας τις αναφερθείσες από 5-5-2ΟΟ3 και 15-10-2003 έγγραφες μηνύσεις του στον αρμόδιο κάθε φορά Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών κατέθεσε ενώπιον του τελευταίου ενόρκως ότι το περιεχόμενο τους είναι αληθινό μολονότι γνώριζε πολύ καλά ότι είναι ψευδές. γ) Κατά τους παρακάτω χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με τον παρακάτω τρόπο ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων για κάποιους άλλους γεγονότα ψευδή, ενώ γνώριζε την αναλήθειά τους, τα οποία μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή τους συγκεκριμένα, με τα αναφερόμενα πιό κάτω έγγραφα του ισχυρίσθηκε (ανακοίνωσε) ενώπιον τρίτων, δηλαδή εκείνων που κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους έχουν λάβει γνώση του περιεχομένου τους, τα παρακάτω δυσφημιστικά για τους εγκαλούντες γεγονότα, τα οποία ήσαν ψευδή και ο ίδιος γνώριζε την αναλήθειά τους ειδικότερα, με το από 21-1-2003 έγγραφο υπόμνημα του προς τη Διεύθυνση Επιθεώρησης Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών αναφέρει ότι "η άδικος και μεροληπτική σε βάρος μου συμπεριφορά των καταγγελομένων υπαλλήλων", στους οποίους περιλαμβάνονται και οι εγκαλούντες, μολονότι γνώριζε ο κατηγορούμενος ότι οι τελευταίοι δεν ενήργησαν σε βάρος του μεροληπτικά και άδικα αλλά αντικειμενικά και σύννομα, όπως κρίθηκε και με το αναφερθέν απαλλακτικό βούλευμα, αλλά και τις πορισματικές εκθέσεις με αριθμούς ... των αρμοδίων επιθεωρητών της υπηρεσίας τους στις 4-12-2002 επέδωσε νόμιμα στον Υπουργό Οικονομικών έγγραφη αναφορά καταγγελία του, στην οποία εκθέτει ότι "···· καθ'όλη την διάρκεια, συνεχώς πιεζόμουν από τους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ Λ και Ψ2, να "συμβιβαστώ" με τον καταγγέλλοντα πελάτη μου, με την καταβολή στην εφορία εξ ημισείας του προστίμου που θα επίβληθεί (δεν ξέρω μήπως, αν δεχόμουν τον συμβιβασμό, κανονιζόταν χαμηλότερα το ύφος του προστίμου) παραιτούμενος κάθε άλλης απαιτήσεως μου εναντίον του καταγγέλλοντος (;) μολονότι γνώριζε πολύ καλά ότι ούτε οι παραπάνω δύο, ούτε οι άλλοι καταμηνυθέντες τον "πίεσαν" να "συμβιβασθεί" και να ενεργήσει με τον τρόπο που αναφέρει στην καταγγελία του στην από 7-5-2003 μνημονευθείσα μήνυσή του αναφέρει ότι η ενεργεία των μηνυμένων - στους οποίους περιλαμβάνονται και οι εγκαλούντες - να προκαλέσουν τη διενέργεια φορολογικού ελέγχου "της κλεισμένης φορολογικώς περιόδου για τα έτη 1993 έως και 2002, αποτελεί σκόπιμη και δολία σε βάρος του παράνομη ενέργεια για να τον βλάψουν ηθικά και υλικά και οτι ενήργησαν εν γνώσει τους και εκ δόλου για να τον βλάψουν και προς επίτευξη άλλων, μη νομίμων σκοπών και επιδιώξεων, μολονότι γνώριζε πολύ καλά ότι οι εγκαλούντες και οι άλλοι καταμηνυθέντες από αυτόν υπάλληλοι ενήργησαν νόμιμα, στα πλαίσια των υπηρεσιακών τους καθηκόντων στην από 17-10-2003 αναφερθείσα πιο πάνω μήνυσή του κατά του πρώτου εγκαλούντος Ψ2, της δεύτερης εγκαλούσας Λ και άλλων τριών υπαλλήλων αναφέρει ότι ".....Η μανία των μηνυομένων να με εξοντώσουν, γιατί δεν υποτάχθηκα στις ορέξεις τους, όπως έχουν φαίνεται συνηθίσει, χρησιμοποιούντες την δημοσίαν εξουσίαν που τους εμπιστευθήκαμε εμείς οι πολίτες με τους "εκπροσώπους" μας στη βουλή. Καταχράστηκαν τη δύναμη της δημόσιας αυτής εξουσίας που "έχουν και την εμπιστοσύνη μας προς αυτούς", μολονότι γνώριζε ότι οι δυσφημηστικοί αυτοί για τους εγκαλούντες ισχυρισμοί του-που έχουν αφορμή την αναφορά τους εναντίον του για απείθεια - είναι εντελώς ψευδείς και η αναφορά των καταμηνυθέντων ήταν αληθής και στηριζόταν στο πραγματικό περιστατικό, ότι ο κατηγορούμενος προσκλήθηκε νόμιμα με τις από αριθμ.... προσκλήσεις των αρμοδίων για τον έλεγχο των βιβλίων του, εκείνος δεν προσκόμισε τίποτε στην ίδια από 17-10-2003 μήνυσή του αναφέρει ότι οι καταμηνυθέντες υπάλληλοι παραβαίνοντες τα καθήκοντά τους, εν γνώσει των και ιδία η πρώτη (Λ) ως βασική ελεγκτής της υποθέσεως, για να τον εκβιάσουν να δεχθεί επαχθή γι'αυτόν συμβιβασμό επί των απαιτήσεών του κατά του καταγγέλοντος πελάτη του για τις αμοιβές του, του δήλωσαν "να βγάλουν ένα μικρό πρόστιμο σε βάρος του" με τη συμφωνία να το πληρώσουν ο ίδιος και ο πελάτης του, εξ ημισείας ενεργώντας ως μεσάζοντες και ότι αυτές οι προτάσεις επαναλείφθηκαν και στο γραφείο του ήδη πρώτου εγκαλούντος Ψ2, που ενεργούσε δήθεν καλοπροαιρέτως για την υπόθεση του κατηγορουμένου αλλά και τηλεφωνικώς από τον παραπάνω εγκαλούντα με κλήση στο κινητό τηλέφωνο του κατηγορουμένου, εις επήκοον μάλιστα και τρίτων, μολονότι γνώριζε ο κατηγορούμενος ότι τέτοιες προτάσεις ποτέ δεν του είχαν κάνει οι εγκαλούντες και οι άλλοι καταμηνυθέντες υπάλληλοι".
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 και 2, 94, 98, 224 παρ. 2 και 229 παρ.1, 363, 362 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεχθέν κατ εξακολούθηση τέλεση των ανωτέρω πράξεων και αληθινή συρροή αυτών μεταξύ τους, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσειβαλλομένης, που προκύπτουν από την αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων των πράξεων για τις οποίες κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, και για την πληρότητα της αιτιολογίας, αναφέρει την δικονομική κατάληξη της σε βάρος των πολιτικώς εναγόντων και των άλλων αναφερομένων συναδέλφων τους υπαλλήλων Δ.Ο.Υ και Σ.Δ.Ο.Ε., κατόπιν δικών του μηνύσεων, ασκηθείσης ποινικής διώξεως για τις αξιόποινες πράξεις της παράβασης καθήκοντος, καταπίεσης και ψευδούς καταμήνυσης, μνημονεύοντας μάλιστα και την αμετάκλητη απαλλακτική απόφαση (βούλευμα) με αριθμό 5090/2004 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο αποφάνθηκε το Συμβούλιο να μη γίνει κατηγορία, για έλλειψη σοβαρών ενδείξεων ενοχής σε βάρος των πολιτικώς εναγόντων και των λοιπών συναδέλφων τους, για τις ανωτέρω πράξεις, για τις οποίες είχε ασκηθεί σε βάρος τους ποινική δίωξη, κατόπιν της υποβολής των από 5-5-2003 και 15-10-2003 μηνύσεων, το περιεχόμενο των οποίων βεβαίωσε ενόρκως ενώπιον του Εισαγγελέως, στον οποίο τις ενεχείρησε και από 31-10-2003 και 27-4-2004 μηνυτήριων αναφορών του. Παραδεκτώς δε γίνεται παραπομπή από το σκεπτικό στο διατακτικό για την περιγραφή των υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων των πράξεων για τις οποίες κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, αφού στο διατακτικό περιλαμβάνονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που εξειδικεύουν τις πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τόσον κατά τα υποκειμενικά, όσον και τα υποκειμενικά στοιχεία τους. Δεν ήταν δε το Δικαστήριο υποχρεωμένο για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρει λεπτομερώς τα αποδεικτικά στοιχεία που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε και να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ούτε εκ του ότι εξαίρονται ορισμένα συνάγεται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα λοιπά, αφού, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκσν υπόψη και αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως αναφέρονται κατ είδος στην αρχή του σκεπτικού. Αιτιολογεί δε πλήρως το Εφετείο και τον άμεσο δόλο του αναιρεσείοντος, που απαιτούν οι ανωτέρω πράξεις, με την λεπτομερή παράθεση πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η γνώση του για την αναλήθεια των όσων ισχυρίσθηκε με τις μηνύσεις του, το περιεχόμενο των οποίων και, όπως λέχθηκε, βεβαίωσε ενόρκως, ενώπιον του Εισαγγελέως, τα οποία, όπως κρίθηκε από το ανωτέρω βούλευμα, ήσαν αναληθή, με αυτά δε σκόπευε και πέτυχε την ποινική δίωξη όλων των καταμηνυθέντων, μεταξύ των οποίων και οι δύο πολιτικώς ενάγοντες, η οποία είχε την ανωτέρω δικονομική εξέλιξη. Ο άμεσος δε δόλος του προκύπτει σαφώς από τις παραδοχές της αποφάσεως ότι οι ενέργειες των καταμηνυθέντων, που αποτελούσαν και την βάση των ως άνω κατηγοριών που βάρυναν τους εγκαλουμένους, έλαβαν χώρα, σύμφωνα με όσα ψευδώς κατάγγειλε, σε βάρος του και όχι σε βάρος τρίτων και συνεπώς γνώριζε την αναλήθεια τους. Τα αυτά ψευδή πραγματικά περιστατικά, κατά τις λεπτομερείς παραδοχές της αποφάσεως, περιήλθαν σε γνώση των αναφερομένων προσώπων και ήσαν πρόσφορα, όπως σκόπευε και πέτυχε, να πλήξουν την τιμή και την υπόληψη των πολιτικώς εναγόντων και των λοιπών καταμηνυθέντων συναδέλφων τους, αφού τους εμφάνισε να παρανομούν, αυθαιρετούν, να τον καταπιέζουν να συμβιβαστεί, κινούμενοι από ιδιοτελή κίνητρα, οικονομικού χαρακτήρα και να κατέχονται από μανία καταδιώξεως σε βάρος του, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και ειδικότερα την διενέργεια του φορολογικού ελέγχου στο δικηγορικό γραφείο του και τον καθορισμό, σε βάρος του, του αναφερομένου προστίμου για φορολογικές και λοιπές παραβάσεις του Κ.Β.Σ. Ενδεικτική της εντάσεως του δόλου του και της επιθυμίας τους να πλήξει υπηρεσιακά, προσωπικά και κοινωνικά τους διενεργήσαντες τον έλεγχο στο γραφείο, ο οποίος αποκάλυψε σωρεία φορολογικών παραβάσεων, εξαιτίας των οποίων επιβλήθηκαν τα αναφερόμενα στην απόφαση πρόστιμα, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως τυγχάνει η υποβολή σε βάρος των ανωτέρω υπαλλήλων, πέραν των εγκλήσεων και των μηνυτήριων αναφορών, που μνημονεύονται επί των οποίων εκδόθηκε το προαναφερθέν απαλλακτικό βούλευμα και οι μνημονευόμενες απορριπτικές των αναφορών πορισματικές εκθέσεις των αρμοδίων επιθεωρητών και της από 4-12-2002 αναφερόμενης στο διατακτικό και στο κεφάλαιο της υπό στοιχείο γ' κατηγορίας της συκοφαντικής δυσφημήσεως αναφοράς καταγγελίας προς τον Υπουργό των Οικονομικών, εκτενές απόσπασμα της οποίας παρατίθεται στο ανωτέρω μέρος του διατακτικού της απόφασης. Δεν απαιτούνταν δε, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, άδεια της ανωτέρω Αρχής για την άσκηση σε βάρος του ποινικής διώξεως. Ούτε προκύπτει από τα πρακτικά της αποφάσεως ότι απαγορεύθηκε στον αναιρεσείοντα να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του κατά την διαδικασία, όπως αβάσιμα αυτός υποστηρίζει. Δεν ήταν δε υποχρεωμένο το Δικαστήριο να απαντήσει και διαλάβει αιτιολογία στον αυτοτελή ισχυρισμό του περί άρσεως του αδίκου της πράξεως της συκοφαντικής δυσφημίσεως κατ άρθρο 367 ΠΚ, αφού η εν λόγω διάταξη, προεχόντως, δεν εφαρμόζεται επί συκοφαντικής δυσφημίσεως, ο δε ισχυρισμός του τύγχανε παντελώς αόριστος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης, ο αναιρεσείων, που, λόγω της ιδιότητας του ως δικηγόρου, υπερασπίσθηκε μόνος τον εαυτό του, περιορίσθηκε να αναφέρει μόνον την ως άνω διάταξη, χωρίς περαιτέρω επίκληση πραγματικών περιστατικών που θα μπορούσαν να υπαχθούν σε κάποια από τις αναφερόμενες σ αυτή περιπτώσεις άρσεως του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, ως εκ περισσού δε απάντησε και τον απέρριψε. Αβάσιμος επίσης τύγχανε και ο έτερος ισχυρισμός περί απαραδέκτου της ασκηθείσης ποινικής διώξεως, διότι δεν αναφέρεται στην έγκληση των πολιτικώς εναγόντων και των λοιπών συναδέλφων τους πότε έλαβαν γνώση των δυσφημιστικών γεγονότων, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση του δικογράφου της μηνύσεως των πολιτικώς εναγόντων και άλλων δύο συναδέλφων τους, επικαλούνται ότι έλαβαν γνώση των σε βάρους τους πράξεων στις 4-5-2004, όταν κλήθηκαν από την διενεργούσα προανάκριση πταισματοδίκη, έκτοτε δε και μέχρι την υποβολή της μηνύσεως στις 2-8-2004 δεν είχε παρέλθει τρίμηνο, ο δε αναιρεσείων δεν επικαλέσθηκε προγενέστερο χρόνο γνώσεως της τελέσεως των πράξεων και της κατ έγκληση διωκομένης συκοφαντικής δυσφημίσεως, με αποτέλεσμα να μη έχει υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει, ερευνήσει και να διαλάβει στην απόφαση οποιαδήποτε αιτιολογία περί του ισχυρισμού αυτού, ως εκ περισσού δε περιέλαβε απορριπτική διάταξη και γι αυτόν. Αόριστο επίσης τύγχανε και το αίτημα του αναιρεσείοντος για αναβολή της δίκης κατ άρθρο 61 ΚΠΔ, αφού ουδέν προσδιοριστικό στοιχείο της εκκρεμούς διοικητικής ή πολιτικής δίκης, η οποία συνδεόταν με την ποινική, παρέθεσε και έτσι το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σ αυτό και δεν γεννάται, εκ του λόγου αυτού, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, αναπτύσσοντας εκτενώς τις αιτιάσεις του (λόγους ανακοπής) κατά της πράξεως επιβολής προστίμου, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αφού, κατά νόμο δεν ήταν υποχρεωμένο το Δικαστήριο να κάνει το αίτημα δεκτό, αλλά η παραδοχή του ή όχι επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου, το οποίο, αν αυτό υποβληθεί, παραδεκτώς και ορισμένως, σε περίπτωση απορρίψεως του, πρέπει να αιτιολογήσει πλήρως την σχετική απόφαση. Ούτε τέλος δημιουργήθηκε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο εκ του ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη για την κρίση περί της ενοχής του αναιρεσείοντος το ανωτέρω 5090/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών, χωρίς αυτό να αναφέρεται στην οικεία θέση των πρακτικών μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων, αφού από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθίσταται σαφές ότι αυτό αναγνώσθηκε και μπορούσε ο αναιρεσείων να ασκήσει τα κατ άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματά του, διότι αναφέρεται ότι με το βούλευμα αυτό αποφάνθηκε το Συμβούλιο να μη γίνει κατηγορία σε βάρος των πολιτικώς εναγόντων και των λοιπών καταμηνυθέντων συναδέλφων τους, για τις πράξεις που ανωτέρω αναφέρθηκαν για τις οποίες και είχε ασκηθεί σε βάρος τους ποινική δίωξη κατόπιν της υποβολής των ψευδών κατά το παρατιθέμενο στην απόφαση περιεχόμενο εγκλήσεων του, αναφορά η οποία θα ήταν αδύνατη χωρίς την ανάγνωσή του. Το περιεχόμενο δε του απαλλακτικού αυτού βουλεύματος άλλωστε γνώριζε ο αναιρεσείων και μπορούσε να ασκήσει τα κατ άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματά του, αφού ο ίδιος το επικαλέσθηκε, λέγοντας ότι δεν παράγει δεδικασμένο στην προς εκδίκαση υπόθεση και ακολούθως υπέβαλε το προαναφερθέν αόριστο αίτημα για αναβολή της δίκης κατ άρθρο 61 ΚΠΔ (βλ. σελ. 3 πρακτικών). Κατ ακολουθία τούτων οι προβαλλόμενοι με τους α-ιβ λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως λόγοι από το άρθρο 510 παρ. 1 Α, Δ, Ε ΚΠΔ τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών της αιτήσεως αναιρέσεως, ειδικότερα δε οι υπό στοιχεία Θ, Ι, ΙΑ και ΙΒ λόγοι καθολοκληρία, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων που παραστάθηκαν (176, 183 ΚΠΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την με αριθμό εκθέσεως 68/6-7-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμ. 785/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) € και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων από πεντακόσια (500) €.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 1 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 24 Ιουνίου 2010

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ