Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1494 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδής βεβαίωση.




Περίληψη:
Στοιχεία ψευδούς βεβαιώσεως (άρθρο 242 §1 Π.Κ.). Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη του αναιρεσείοντος για ψευδή βεβαίωση. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.





Αριθμός 1494/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη- Εισηγητή, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Ασπρίδη, περί αναιρέσεως της 163/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 373/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 242 παρ.1 του ΠΚ, υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου απ'αυτήν εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης (διανοητικής πλαστογραφίας) που είναι έγκλημα σχετικό με την υπηρεσία, απαιτείται α) δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ.α', και 263 Α του ΠΚ, αρμόδιος καθ'ύλην και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και ο οποίος ενεργεί μέσα στα όρια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ.γ' του ΠΚ, και δη δημόσιο και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή αναγόμενες στη δημιουργία ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως, με συνείδηση της αναλήθειας του περιστατικού αυτού. Η έννοια του δημοσίου εγγράφου δεν προσδιορίζεται σε διάταξη του Ποινικού Κώδικα, γι'αυτό έχιε εφαρμογή και στο ποινικό δίκαιο το άρθρο 438 ΚΠολΔ, κατά την έννοια του ποίου δημόσιο έγγραφο είναι αυτό που συντάχθηκε από αρμόδιο κατ'ύλην, και κατά τρόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό, όχι δε και εκείνο το οποίο αφορά την εσωτερική υπηρεσία των δημοσίων υπηρεσιών. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ'αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ'αυτή. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό της και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. 'Οταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η αιτιολογία της αποφάσεως, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ'εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο), με την προσβαλλόμενη 163/2006 απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα στο σκεπτικό κατ'είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος στις .... είχε διορισθεί ως πραγματογνώμονας-ιατρός δυνάμει της υπ'αριθμ. ........ παραγγελίας του Αρχιφύλακα ......., αξιωματικού ανακρίσεως του Τμήματος Τροχαίας Σπάρτης για να ενεργήσει επισταμένη εξέταση της τραυματισθείσης σε οδικό τροχαίο ατύχημα, Γ1 και να προβεί στη σύνταξη εκθέσεως περί των σωματικών κακώσεων αυτής. Ο κατηγορούμενος στη συνέχεια προέβη στη σύνταξη και υπογραφή της από ....... ιατροδικαστικής εκθέσεως, στην οποία βεβαίωσε ότι η εξετασθείς από αυτόν Γ1, έφερε ελαφρά σωματική κάκωση, προκληθείσα τροχαίου ατυχήματος. 'Όμως, η πιο πάνω βεβαίωση είναι ψευδής, αφού το αληθές είναι ότι η ως άνω φερομένη ως παθούσα ουδέποτε μετέβη στο Νοσοκομείο Σπάρτης και ουδέποτε εξετάσθηκε από τον κατηγορούμενο. Για τα παραπάνω με σαφήνεια κατέθεσαν κυρίως οι μάρτυρες κατηγορίας Γ1 και ο σύζυγός της ........ Ειδικότερα, οι άνω μάρτυρες κατέθεσαν χαρακτηριστικά μεταξύ άλλων η πρώτη: "'Εγινε ένα τροχαίο έξω από τη ...... στο δρόμο προς .... 'Ενοιωσα ένα τράνταγμα μόνο. Μετά το ατύχημα πήγα στη δουλειά μου. Το όνομα μου δεν ήταν καταχωρημένο ούτε στο βιβλίο των εξωτερικών ιατρείων". Ο δεύτερος "... Είμαι ο σύζυγος της Γ1 Μας είπε η τροχαία αν θέλαμε να πάμε στο νοσοκομείο. Εμείς δεν πήγαμε στο Νοσοκομείο". Το ως άνω περιστατικό είχε ως έννομες συνέπειες, αφού ο εμπλακείς στο τροχαίο ατύχημα ....... παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης για το αδίκημα της ελαφράς σωματικής βλάβης. Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο της αξιόποινης πράξης της ψευδούς βεβαίωσης και επέβαλε σ'αυτόν ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 242 παρ.1 του ΠΚ που εφάρμοσε, την οποία ούτε ευθέως, αλλ'ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα, αναφέρεται στην αιτιολογία, ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του υπαλλήλου, δηλαδή του ιατροδικαστή που επελήφθη αρμοδίως για να προβεί στην εξέταση της Γ1 και ακολούθως, να συντάξει σχετική έκθεση περί των σωματικών κακώσεων αυτής κατά το τροχαίο ατύχημα και ότι αυτός χωρίς να προβεί στην εξέταση της ανωτέρω στο Νοσοκομείο Σπάρτης, όπου υπηρετούσε ως ιατρός, συνέταξε, και υπέγραψε την από ...... ιατροδικαστική έκθεση, στην οποία εν γνώσει του ψευδώς βεβαίωσε ότι η φερομένη ως παθούσα έφερε ελαφρά σωματική κάκωση, προκληθείσα από τροχαίο ατύχημα. Γίνεται δε ιδιαίτερη μνεία στην αιτιολογία για τις έννομες συνέπειες που είχαν τα ψευδώς βεβαιωθέντα ως αληθή περιστατικά. Περαιτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην κρίση του για την ενοχή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, με παράθεση στο σκεπτικό εξ ολοκλήρου δικών του σκέψεων. Το γεγονός ότι οι σκέψεις αυτές ταυτίζονται εν μέρει με το διατακτικό, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, διότι στην εξεταζόμενη περίπτωση το διατακτικό, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ψευδούς βεβαίωσης, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε που με αυτόν, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας αναφορικώς με την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος και, ως τέτοιος, πρέπει, να απορριφθεί, συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Φεβρουαρίου 2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 163/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2008.


Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή