Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 243 / 2012    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ερημοδικία αναιρεσείοντος.




Περίληψη:
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος.




Αριθμός 243/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ο. ν. Π. συζ. Γ. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Φυλακτόγλου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 579/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Απριλίου 2011 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 578/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 παρ.1 του ΑΝ 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως Οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές προς τους ως άνω Οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τριών τουλάχιστον μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου του ως άνω νόμου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν με σκοπό αποδόσεως στους κατά την παρ.1 Οργανισμούς και δεν καταβάλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω Οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Με το άρθρο 33 ν. 3346/2005 αρχικά οριζόταν ότι για την εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του α.ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών) καθώς και των παρακρατουμένων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων να υπερβαίνει συνολικώς τα δύο χιλιάδες (2000) ευρώ και μετά την αντικατάσταση του άνω άρθρου 33 με άρθρο 4 της ΠΝΠ 16.9.2009 η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο και τροποποιήθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 3814/2010 οριζόταν ότι για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών) καθώς και των παρακρατουμένων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων, να υπερβαίνει συνολικώς τα πέντε χιλιάδες (5000) ευρώ. Στη συνέχεια με το άρθρο 30 του ν. 3904/2010 (ΦΕΚ Α' 218/23.12.2010) αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 33 ν. 3346/2005 και ορίσθηκε ότι για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του α.ν.86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών) να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και για την εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων που παρακρατούνται να υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Στο άρθρο 18 του ν. 2434/1996 "Μέτρα για την απασχόληση. Καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές κ.λπ." ορίζεται ότι οι καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές προς ασφαλιστικούς οργανισμούς κύριας ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων πλην των εισφορών των τριών τελευταίων μηνών που είναι απαιτητές κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, μαζί με τα αναλογούντα σε αυτές πρόσθετα τέλη, υπολογιζόμενα μέχρι το τέλος του μήνα της δημοσίευσης του νόμου αυτού, καθώς και με τα αυτοτελή πρόσθετα τέλη, τόκους, λοιπές προσαυξήσεις ή επιβαρύνσεις δικαστικά έξοδα, έξοδα και δικαιώματα εκτέλεσης κ.λπ κεφαλαιοποιούνται, διακανονίζονται και εξοφλούνται είτε εφάπαξ είτε με δόσεις άτοκες ως κατωτέρω ορίζεται στις παραγράφους 1-10, ενώ στην παράγραφο 11 του ιδίου άρθρου του νόμου αυτού ορίζεται ότι για όσο διάστημα οι εργοδότες τηρούν τους όρους του διακανονισμού: α)Αναστέλλεται η διαδικασία λήψης αναγκαστικών μέτρων, ενώ διατηρούνται οι κατασχέσεις και υποθήκες που έχουν επιβληθεί. β)Αναστέλλεται η ποινική δίωξη για παράβαση του α.ν.86/1967 εξαλείφεται το αξιόποινο σε περίπτωση ολοσχερούς εξόφλησης και αναβάλλεται η εκτέλεση της καταγνωσθείσης ποινής ή διακόπτεται η αρξάμενη εκτέλεση αυτής, η οποία τελικά εξαλείφεται σε περίπτωση ολοσχερούς εξοφλήσεως ... . Επίσης κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 παρ.11 του ν. 1902/1990 αν, ως την προηγουμένη ημέρα εκδικάσεως της υποθέσεως σε πρώτο βαθμό, αποδειχθεί από εξοφλητική απόδειξη ή άλλο έγγραφο του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού ότι καταβλήθηκαν, αποδόθηκαν ή διαγράφηκαν οι κατά τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου εισφορές, οι σχετικές υποθέσεις αποσύρονται από τη δικάσιμο και τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου Εισαγγελέα. Οι οικείοι ασφαλιστικοί οργανισμοί υποχρεούνται να ενημερώνουν αμέσως τον αρμόδιο εισαγγελέα για την καταβολή απόδοση ή διαγραφή ολόκληρης της οφειλής ή ότι ο μηνυθείς δεν είναι υπεύθυνος. Ακόμη κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του άνω α.ν. 86/1967 όπως αναριθμήθηκε και προστέθηκε εκ νέου ως άρθρο 2 με το άρθρο 20 του ν. 2721/1999 το αξιόποινο της πράξης εξαλείφεται αν ο υπαίτιος εξόφλησε πλήρως τις βαρύνουσες αυτόν ασφαλιστικές εισφορές σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης. Σε περίπτωση εξόφλησης και εφόσον δεν έχει επιδοθεί κλητήριο θέσπισμα στον κατηγορούμενο, οι δικογραφίες τίθενται στο αρχείο με διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, η οποία εγκρίνεται από τον Εισαγγελέα Εφετών. Από τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 33 ν. 3346/2005 όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις της ΠΝΠ της 16.9.2009 και του ν. 3904/2010 προκύπτει ότι το όριο των 2000 ευρώ όπως αυξήθηκε εν συνεχεία σε 5000 ευρώ και τέλος σε 20000 ευρώ για τις εργοδοτικές και σε 10000 ευρώ για τις εργατικές εισφορές αναφέρεται στο συνολικό ποσό των κατά περίπτωση εισφορών (εργοδοτικών ή εργατικών) αφού πρόκειται για δύο αυτοτελή εγκλήματα η αντικειμενική υπόσταση των οποίων συγκροτείται από διαφορετικά πραγματικά περιστατικά και ότι αν το συνολικώς οφειλόμενο ποσό ασφαλιστικών εισφορών είναι μικρότερο των ορίων που διαμορφώθηκαν ως άνω διαφοροποιημένα για τις εργοδοτικές και τις εργατικές με το άρθρο 30 ν. 3904/2010 δεν θεμελιώνεται αξιόποινη πράξη μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών ή παρακρατήσεως εργατικών εισφορών. Επί πλέον η εν λόγω διάταξη είναι επιεικέστερη από την προηγουμένως ισχύουσα αφού απαιτεί επιπροςθετα η οφειλή να υπερβαίνει τα ποσά των 20000 για τις εργοδοτικές και των 10.000 ευρώ για τις εργατικές εισφορές και επομένως εν όψει της διατάξεως του άρθρου 2 παρ.1 ΠΚ εφαρμόζεται και για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από τη θέση σε ισχύ στις 23.12.2010 του ν. 3904/2010 ενώ ακόμη προκύπτει ότι το συνολικό ποσό της οφειλής για εργοδοτικές εισφορές και το συνολικό ποσό της οφειλής για εργατικές εισφορές για να θεωρηθεί ότι δεν θεμελιώνεται αξιόποινη πράξη μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών ή παρακρατήσεως εργατικών εισφορών προσδιορίζεται από το συνολικό χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο υπόχρεος καθυστερεί την καταβολή των εισφορών και όχι από το ύψος της κατά μήνα οφειλής. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις η λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ειδική αυτή αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία αλλά για όλες τις αποφάσεις του δικαστηρίου ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν αφορούν σε αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή μείωση του καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για ύπαρξη συγνωστής νομικής πλάνης (άρθρο 31 παρ.2 Π.Κ.), που τείνει στην άρση του καταλογισμού της πράξεως στο δράστη πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο καθώς και όταν δεν πρόκειται για αυτοτελή υπο την άνω έννοια αλλά για αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό δεν υποχρεούται το Δικαστήριο να απαντήσει και μάλιστα ειδικά και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε τέτοιο απαράδεκτο ή αρνητικό μόνον της κατηγορίας ισχυρισμό. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του νόμου. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 579/2011 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, που δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε ότι από τα κατ' είδος αναφερόμενα στην ιδία απόφαση αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στην κατηγορουμένη αποδόθηκε η αξιόποινη πράξη της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ για το προσωπικό που απασχόλησε στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ο. Ν. Π. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΚΑΠΝΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και το οποίο ασφαλιζόταν υποχρεωτικά στον ανωτέρω ασφαλιστικό οργανισμό, για το χρονικό διάστημα από Μάιο του έτους 2003 έως και Σεπτέμβριο του έτους 2007 τις οποίες (εισφορές) όφειλε εντός ενός μηνός από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα στο οποίο πραγματοποιήθηκε η εργασία να καταβάλει, σύμφωνα με τα συναφώς εκτιθέμενα στην νομική σκέψη που προπαρατίθεται. Κατ' αυτήν τα εγκλήματα της μη καταβολής των εργοδοτικών-εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών αυτών μέσα σε χρονικό διάστημα τριάντα ημερών από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία. Τούτο προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ.1 και 5 του ΑΝ 1846/1951, που κυρώθηκε με το ν. 2113/1952, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, από τις οποίες προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται κατά την πληρωμή των μισθών να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους, από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.5 του Α.Ν. 1846/1951, κατά την οποία ως εργοδότης νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων προσφέρουν εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 16 του Κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ κατά το οποίο ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία και με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ.3 του Α.Ν. 1846/1951 κατά το οποίο ως χρόνος υπολογισμού των εισφορών ορίζεται ο ημερολογιακός μήνας εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία και ο υπόχρεος οφείλει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επομένου μηνός από τον ανωτέρω οριζόμενο χρόνο. Οι συνολικές εισφορές για το χρονικό διάστημα από Μάιο έως και τον Αύγουστο του έτους 2003 ήταν καταβλητέες κατά τα μερικότερα αντιστοιχούντα σε κάθε μήνα του ανωτέρω χρονικού διαστήματος κονδύλια τους στο τέλος του επομένου μήνα κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία του προσωπικού της άνω επιχείρησης, χρονικό σημείο στο οποίο εντοπίζεται και η φερόμενη από μέρους της κατηγορούμενης τέλεση των αποδιδόμενων σ' αυτήν αξιοποίνων πράξεων ήτοι για τον μήνα Αύγουστο 2003 στο τέλος του μηνός Σεπτεμβρίου 2003.
Από τα συνημμένα στη δικογραφία αποδεικτικά επίδοσης κλητηρίου θεσπίσματος στους κατηγορουμένους, όμως, προέκυψε ότι η επίδοση αυτή έλαβε χώρα στις 1.10.2008, ήτοι μετά την παρέλευση πενταετίας από την τέλεση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων που αποδόθηκαν στην κατηγορουμένη και συγκεκριμένα για τις εισφορές εκείνες που γεννήθηκαν μέχρι το μήνα Αύγουστο του 2003 με βάση τις αποδοχές για την παρασχεθείσα εργασία των εργαζομένων στην προαναφερόμενη ανώνυμη εταιρία, συνολικού ύψους 93.934,18 ευρώ, ποσοστό 2/3 το οποίο αντιστοιχεί στις εργοδοτικές εισφορές ήτοι ποσό 62622,79 ευρώ και το υπόλοιπο 1/3 στις εργατικές εισφορές ήτοι ποσό 31.311,39 ευρώ σύμφωνα και με την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας και υπαλλήλου του ΙΚΑ Καβάλας. Για τις ανωτέρω μερικότερες πράξεις το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.1 και 3 Π.Κ. και 370 περ.β' Κ.Π.Δ. έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Η εκκαλούσα-κατηγορουμένη ως υπεύθυνη εργοδότρια και δη ως Πρόεδρος, Αναπληρώτρια Διευθύνουσα Σύμβουλος και νόμιμη εκπροςωπος που σύμφωνα με τα από 30.6.2003 και 30.6.2005 πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου, που δημοσιεύθηκαν νόμιμα, της εδρεύουσας στην Καβάλα ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ο. Ν. Π. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΚΑΠΝΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε." και μόνη υπεύθυνη για την προςληψη, απασχόληση, πληρωμή και ασφάλιση του προσωπικού της εταιρίας αυτής, ενώ απασχόλησε στην ανωτέρω επιχείρηση, που εκπροσωπούσε νόμιμα, είκοσι πέντε μισθωτούς ... κατά το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο 2003 έως και το Σεπτέμβριο 2007 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή με συνολικό ύψος αποδοχών 2148782,05 ευρώ, οι οποίοι καλύπτονταν ασφαλιστικά στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) δεν προήλθε στην καταβολή προς τον ασφαλιστικό αυτό οργανισμό τόσο των βαρυνουσών την ίδια την εκπροσωπούμενη από αυτή ανώνυμη εταιρία εργοδοτικών εισφορών όσο και των εργατικών ασφαλιστικών εισφορών που παρακράτησε η ίδια υπό την ανωτέρω ιδιότητά της προς τον σκοπό αυτό από τους εργαζόμενους για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, οι οποίες (εισφορές) ήταν καταβλητέες κατά τα μερικότερα αντιστοιχούντα σε κάθε μήνα του ως άνω διαστήματος, κονδύλιά τους μέσα σε ένα μήνα από το ημερολογιακό τέλος εκάστου μηνός, εντός του οποίου πραγματοποιήθηκε η εργασία. Πλέον ειδικότερα, ενώ είχε νόμιμη υποχρέωση να καταβάλει για το ανωτέρω χρονικό διάστημα τις βαρύνουσες την ίδια ασφαλιστικές εισφορές (εργοδοτικές) ποσού 589174,44 ευρώ και ενώ παρακράτησε τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων στην ανωτέρω ανώνυμη εταιρία (εργατικές) ποσού 294586,92 ευρώ, με σκοπό να τις αποδώσει στο ΙΚΑ, δεν τις κατέβαλε εντός μηνός από τότε που κατέστησαν απαιτητές ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από 1.11.2003 έως και 1.11.2007, χρονικά σημεία στα οποία εντοπίζεται η από μέρους της τέλεση της μη καταβολής των επί μέρους μηνιαίων εργοδοτικών και παρακρατηθεισών εργατικών εισφορών. Τις πράξεις αυτές δε τέλεσε με πρόθεση καθόσον γνώριζε τη νόμιμη υποχρέωσή της καταβολής των προαναφερομένων ασφαλιστικών εισφορών και ήθελε τη μη καταβολή αυτών, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβασίμου του προτεινομένου για λογαριασμό της από τον πληρεξούσιο δικηγόρου της ισχυρισμού περί συγνωστής νομικής της πλάνης. Ως προς τον ισχυρισμό αυτό άλλωστε, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Η πρώτη κατηγορουμένη ισχυρίζεται δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου ότι η ανωτέρω εταιρία που εκπροσωπεί διατηρεί νόμιμη ανταπαίτηση κατά του ΙΚΑ συνολικού ύψους 2.320.590 ευρώ από αχρεωστήτως καταβληθείσες εκ μέρους της εισφορές προς τον Οργανισμό αυτό κατά την εξαγωγή καπνού, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1984 έως 31.12.2000, οι οποίες (εισφορές) κρίθηκαν από το ΔΕΚ με την από 21.9.2000 απόφασή του ότι αντίκειται στη Συνθήκη της Ε.Ε. καθόσον συνιστούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος με δασμό, με συνέπεια να πιστεύει δικαιολογημένα ότι δεν όφειλε να καταβάλει τις επίδικες ασφαλιστικές εισφορές καθόσον η αξίωση της ανωτέρω εταιρίας κατά του ΙΚΑ υπερκάλυπτε την προκειμένη οφειλή της προς αυτό. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, ωστόσο αποδεικνύεται ότι για την καταψήφιση της προαναφερόμενης αξίωσής της η ανωτέρω ανώνυμη εταιρία άσκησε σε βάρος του ΙΚΑ ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Καβάλας την υπ' αριθμ. έκθεση κατάθεσης 14/12.3.2003 αγωγή της επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμό 378/2004 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Καβάλας, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή μόνο για το χρονικό διάστημα από 1-9-2000 έως 31-12-2000 και επιδίκασε υπέρ της ενάγουσας το ποσό των 33909,66 ευρώ, κατά δε της απόφασης αυτής η τελευταία άσκησε έφεση ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η πρώτη κατηγορουμένη, ανεξαρτήτως της προαναφερομένης απαιτήσεως της νόμιμα εκπροσωπούμενης από την ίδια ως άνω εταιρία και του ύψους αυτής, γνώριζε ότι οποιοσδήποτε συμψηφισμός τυχόν οφειλών της τελευταίας προς το ΙΚΑ προϋποθέτει την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως, δεδομένου ότι μόνο αρμόδιο όργανο για να κρίνει επί της βασιμότητας και του ακριβούς ύψους τυχόν ανταπαίτησής της είναι το αρμόδιο δικαστήριο και για το λόγο αυτό άλλωστε άσκησε και την προαναφερόμενη αγωγή της. Μόνη δε η έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως από το ΔΕΚ, το οποίο ερμηνεύει αυθεντικά τις κοινοτικές διατάξεις χωρίς να επιλύει επί της ουσίας το κρίσιμο ουσιαστικό ζήτημα, που έχει καταχθεί προς διάγνωση ενώπιον του εθνικού δικαστή, ο οποίος οφείλει να θέσει ως βάση του δικανικού του συλλογισμού το πόρισμα της δικαστικής αποφάσεως του ΔΕΚ, ουδόλως συνεπάγεται οποιαδήποτε υποχρέωση φυσικού ή νομικού προσώπου να πειθαρχήσει μονομερώς προς το διατακτικό της απόφασης αυτής, ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, δεν δύναται οποιοδήποτε προςωπο να επικαλεστεί μονομερώς τέτοια απόφαση προς ικανοποίηση των αξιώσεών του, χωρίς την προηγούμενη έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης από τα εθνικά δικαστήρια. Ο ισχυρισμός λοιπόν της πρώτης κατηγορουμένης περί νομικής πλάνης, ότι δηλαδή δεν όφειλε να καταβάλει τις επίδικες ασφαλιστικές εισφορές, καθώς η οποιαδήποτε οφειλή της προς το ΙΚΑ θα μπορούσε όπως πίστευε, να συμψηφιστεί με την ανωτέρω ανταπαίτηση της, ενόψει και της προαναφερόμενης απόφασης του ΔΕΚ, δεν κρίνεται σύγνωστη από το Δικαστήριο καθόσον είχε τη δυνατότητα να απευθυνθεί στο νομικό σύμβουλο της εταιρίας της ή σε οποιονδήποτε νομικό παραστάτη της επιλογής της και να πληροφορηθεί την έκταση της ποινικής ευθύνης από την πράξη για την οποία κατηγορείται, λαμβανομένου, μάλιστα, υπόψη και του γεγονότος ότι κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης αυτής δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση από τα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια επί της ως άνω αγωγής της την οποία η ίδια άσκησε, προκειμένου να κριθεί η ουσιαστική βασιμότητα της απαίτησής της κατά του ΙΚΑ. Όσα δε κατέθεσε η μάρτυρας υπεράσπισης περί του ότι η πρώτη κατηγορουμένου δεν κατέβαλε τις επίδικες ασφαλιστικές εισφορές κατόπιν συμβουλής του συνηγόρου της δεν κρίνονται πειστικά από το δικαστήριο, καθόσον η ίδια ως απλή υπάλληλος της προαναφερόμενης εργοδότριας εταιρίας, την οποία εκπροσωπεί η πρώτη κατηγορουμένη, δεν είναι σε θέση να γνωρίζει από προσωπική της αντίληψη για τις νομικές συμβουλές τις οποίες η τελευταία ενδεχομένως ζητεί και λαμβάνει από τους νομικούς της συμβούλους, δεν αποδείχθηκε δε από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ότι η πρώτη κατηγορουμένη την ενημερώνει για τόσο ειδικά και εμπιστευτικά ζητήματα. Συνακόλουθα, η πρώτη κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη των, αποδιδόμενων σ' αυτή με το κατηγορητήριο, αξιόποινων πράξεων της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών προς το ΙΚΑ για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα. Στην κατηγορουμένη όμως, που κρίθηκε ένοχη, πρέπει να αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό ότι στην παραπάνω παράνομη πράξη του ωθήθηκε από αίτια μη ταπεινά και να επιβληθεί σ' αυτόν ποινή μειωμένη κατ' άρθρο 84§2β' ΠΚ. Ακολούθως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ένοχη την κατηγορουμένη του ότι στην Καβάλα από τις 1.11.2003 έως 1.11.2007 ως έχουσα απασχολήσει κατά την χρονική περίοδο από τον 9ο μήνα του έτους 2003 μέχρι τον 9ο μήνα του έτους 2007 στην επιχείρηση της με την επωνυμία "Ο. Ν. Π. ΑΝΩΝΥΜΗ ΚΑΠΝΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με είδος επιχείρησης χονδρικό εμπόριο καπνού προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων ενώ όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ εισφορές 883761,36 ευρώ ως κατωτέρω μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία αφ' ενός δεν κατέβαλε στον ως άνω Οργανισμό μέσα στον μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές τις βαρύνουσες την ίδια ασφαλιστικές εισφορές (εργοδοτικές) ποσού 589174,44 ευρώ και αφ' ετέρου δεν κατέβαλε στον ως άνω Οργανισμό τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση της, τις οποίες είχε παρακρατήσει με σκοπό να τις αποδώσει στον Οργανισμό αυτό ποσού 294586,92 ευρώ μέσα στον μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές και κατέστη έτσι τιμωρητέα για υπεξαίρεση και αφού ανεγνώρισε ως συντρέχουσα υπέρ αυτής την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδαφ.β' του Π.Κ. την κατεδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1 του Π.Κ. 1 παρ.1, 2 του Α.Ν. 86/1967, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο τελέσεως των αυτών των πράξεων σε συνδυασμό προς το άρθρο 375 παρ.1 Π.Κ. 26 παρ.3,5 του Α.Ν. 1846/1951 που κυρώθηκε με το ν. 2110/1952, 31 του ν. δ.1160/1972, 1 του ν. 362/1976 και 16 παρ.1,2 της με αριθμό 55975/1479 αο18/11 - 7/12/1965 αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας και 33 του ν. 3346/2005 όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 30 του ν. 3904/2010, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπής ή ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, με συνέπεια να μη στερείται η απόφαση νομίμου βάσεως. Όσον αφορά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις της ήδη αναιρεσείουσας κατηγορουμένης παρατηρούνται τα εξής: Η τροποποίηση που επέφερε το άρθρο 33 του ν. 3346/2005 και στη συνέχεια το άρθρο 4 της από 16.9.2009 πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, ο κυρωτικός αυτής νόμος 3814/2010 και τέλος το άρθρο 30 του ν. 3904/2010 ως προς το ύψος των οφειλομένων εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών προκειμένου να καθίστανται αξιόποινες οι παραβάσεις των παραγράφων 1 και 2 του α.ν. 86/1967 δεν κατέστησε στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως των αξιοποίνων αυτών πράξεων την ανά μήνα καθυστέρηση οφειλομένων εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών πέραν του εκάστοτε θεσμοθετηθέντος ορίου. Σκοπός του νομοθέτη με την καθιέρωση των παραπάνω ορίων για το αξιόποινο αυτών ήταν η αποποινικοποίηση τέτοιων παραβάσεων για μικρού ύψους καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές προς Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης μεγαλυτέρων χρονικών περιόδων για τις οποίες γίνεται έλεγχος από τα αρμόδια όργανα του ΙΚΑ στους εργοδότες για λογαριασμό των οποίων τα υπαγόμενα στην ασφάλιση του άνω οργανισμού φυσικά πρόσωπα προσφέρουν την εργασία τους η συντάσσονται πράξεις επιβολής εισφορών με βάση τα στοιχεία που υποβάλει κάθε εργοδότης για το απασχολούμενο στην επιχείρηση του προσωπικό, διότι διαφορετικά θα καθίστατο αναποτελεσματική η ποινική κύρωση τέτοιων αδικημάτων. Ήταν αρκετή η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι κατά συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ήτοι αυτό από μηνός Σεπτεμβρίου 2003 μέχρι μηνός Σεπτεμβρίου 2007 απασχολήθηκαν στην επιχείρηση της καπνεμπορικής ανώνυμης εταιρείας στην οποία η αναιρεσείουσα ήταν Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και υπεύθυνη για την πρόσληψη, μισθοδοσία και ασφάλιση των είκοσι πέντε μισθωτών με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αντί συνολικών αποδοχών τους από 2.148782,05 ευρώ που ήταν ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ και ότι αυτή δεν προσήλθε κατά το από 1.11.2003 έως 1.11.2007 διάστημα από πρόθεση αν και γνώριζε την υποχρέωσή της στην καταβολή προς τον ανωτέρω ασφαλιστικό οργανισμό των αναφερομένων εργοδοτικών και εργατικών εισφορών συνολικού ποσού 589174,44 και 294586,92 αντιστοίχως εντός επομένου μηνός από το ημερολογιακό τέλος κάθε μηνός εντός του οποίου πραγματοποιήθηκε η εργασία αυτών των μισθωτών κατά τα επιμέρους ποσά που αντιστοιχούσαν σε κάθε μήνα. Γινόταν μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση υπό τα άνω γενόμενα δεκτά και η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση του προσωπικού της επιχείρησης στην οποία ήταν αυτή ως εκ της θέσεως που αναφέρεται ότι είχε υπεύθυνη για καταβολή των εργοδοτικών και παρακράτηση και απόδοση των εργατικών ασφαλιστικών εισφορών από τον οποίο χρόνο απασχόλησης προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως των αποδιδομένων αξιοποίνων πράξεων και του συνόλου των χρηματικών ποσών που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού της επιχείρησης όφειλε η κατηγορουμένη να καταβάλει στο ΙΚΑ ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε. Επίσης γινόταν μνεία για το δόλο της κατηγορουμένης ο οποίος συνίσταται στη γνώση και θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια των ως άνω αξιοποίνων πράξεων και ο οποίος ενυπάρχει και στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν αντικειμενικώς τα εγκλήματα αυτά και περί του οποίου υποκειμενικού στοιχείου δεν αξιώνει ο νόμος πρόσθετα στοιχεία είτε ως αμέσου είτε ως ενδεχομένου. Δεν ήταν κατόπιν των ανωτέρω απαραίτητο να αναφέρεται στην αιτιολογία της αποφάσεως οι μήνες ασφάλισης και τα επί μέρους κατά μήνα ποσά εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών που αφορούσαν τα συνολικά ποσά καθυστερουμένων ασφαλιστικών εισφορών ούτε να προσδιορισθεί ειδικότερα ποιό ήταν το τέλος επομένου μηνός του ημερολογιακού μηνός απασχόλησης και το μηνιαίο ποσό των οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών καθένα από τους 48 μήνες του χρονικού διαστήματος εντός του οποίου έγινε δεκτό ότι τελέσθηκαν από την ήδη αναιρεσείουσα οι πιο πάνω πράξεις. Κατ' ακολουθίαν οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις από την μη παράθεση των επί πλέον στοιχείων που κατά τις απόψεις της αναιρεσείουσας έπρεπε να υπάρχουν στην προσβαλλόμενη απόφαση είναι απορριπτέες και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την παράθεση στην προσβαλλόμενη απόφαση των στοιχείων που συγκροτούν τις αποδιδόμενες στην αναιρεσείουσα αξιόποινες πράξεις είναι αβάσιμος.
Εξ άλλου ως προς τον προβληθέντα από την κατηγορουμένη δια του συνηγόρου υπεράσπισης της κατά την κατ' έφεση δίκη αυτοτελή ισχυρισμό ότι συνέτρεχε στο πρόσωπό της σύγνωστη νομική πλάνη, που κατά το άρθρο 31 παρ.2 Π.Κ. προκειμένου να μη καταλογιστεί η πράξη στον δράστη πρέπει να συντρέχει και συνιστάται στην πεπλανημένη πίστη αυτού για το δικαίωμα του να εκτελέσει την πράξη και άγνοια του αδίκου χαρακτήρα της, τον οποίο δεν μπορούσε να γνωρίζει οποιαδήποτε και να κατέβαλε επιμέλεια και προσπάθεια ενόψει των πνευματικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων του πιστεύοντας ευλόγως ότι μπορούσε να προβεί στην πράξη του από εσφαλμένη ερμηνεία ή αντίληψη διατάξεων άλλων εκτός του ποινικού δικαίου από τις οποίες παρασύρθηκε, περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση επαρκή αιτιολογία και εκτίθενται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως οι λόγοι για τους οποίους έγινε δεκτό ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις παραδοχής τέτοιας πλάνης στο πρόσωπο της ήδη αναιρεσείουσας και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό αυτόν. Από το δικαστήριο της ουσίας με όσα δέχθηκε αιτιολογείται επαρκώς ότι στο πρόσωπο της ήδη αναιρεσείουσας δεν συνέτρεχε συγνωστή νομική πλάνη καθόσον εγνώριζε ότι δεν μπορούσε να επικαλεσθεί συμψηφισμό των ανταπαιτήσεων της ανώνυμης εταιρείας που νομίμως αυτή εκπροσωπούσε, ισχυριζόταν ότι έχει κατά του ΙΚΑ με τις καθυστερούμενες επίμαχες ασφαλιστικές εισφορές για τη μη καταβολή των οποίων κατηγορείται πριν από την έκδοση τελεσιδίκου αποφάσεως από το αρμόδιο Διοικητικό Εφετείο στο οποίο εκκρεμούσε έφεση της ίδιας ανώνυμης εταιρείας κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως που είχε δεχθεί την ύπαρξη ανταπαίτησης της κατά του ΙΚΑ για ποσό πολύ μικρότερο από το συνολικό ποσό των οφειλομένων στο ΙΚΑ ασφαλιστικών εισφορών που αφορούσαν οι αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στην κατηγορουμένη και ακόμη ότι δεν υπήρξαν προς αυτήν προσδιοριζόμενες κατά ειδικότερο περιεχόμενο συμβουλές και υποδείξεις από συγκεκριμένο νομικό παραστάτη συνέπεια των οποίων να σχημάτισε πεπλανημένη αντίληψη ότι επιτρεπόταν σ' αυτή να παραλείψει την καταβολή των καθυστερουμένων ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ αγνοώντας τον άδικο χαρακτήρα τέτοιας συμπεριφοράς της. Είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για ελλείψεις ασάφειες και λογικά κενά της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού της και είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με την απόρριψή του παραπάνω ισχυρισμού της ενώ οι λοιπές αιτιάσεις ότι τα παρατιθέμενα ως αιτιολογία περιστατικά δεν αποδείχθηκαν και δεν αρκούν να αποκλείσουν την νομική πλάνη της δεν θεμελιώνουν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως διότι πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. Επίσης υπό τα ανωτέρω αναφερόμενα ότι δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκώς εξηγείται ότι δεν ήταν δυνατό να εφαρμοσθεί ούτε το άρθρο 4 της Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 3814/2010 ούτε ως επιεικέστερος νόμος που τέθηκε σε ισχύ μετά τη δημοσίευση της πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας το άρθρο 30 του ν. 3904/2010. Τόσο κατά την ως άνω πράξη νομοθετικού περιεχομένου όπως τροποποιήθηκε αλλά και υπό την ισχύ και του νεότερου αυτού νόμου το αξιόποινο των παραβάσεων του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 καθορίζεται με βάση τις συνολικώς οφειλόμενες εργοδοτικές και τις συνολικώς μη αποδοθείσες εργατικές εισφορές που παρακρατήθηκαν από τους μισθωτούς της επιχειρήσεως για όλο το χρονικό διάστημα που αφορά η καθυστέρηση καταβολής των εισφορών αυτών στον οικείο ασφαλιστικό Οργανισμό και όχι με βάση το ποσό εισφορών που οφείλεται ανά μήνα εντός του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος από τον υπόχρεο εργοδότη ή εκείνο που παρακρατείται ανά μήνα από τις αποδοχές των εργαζομένων για να αποδοθεί στο ΙΚΑ. Επομένως, δεν έσφαλε το δικαστήριο της ουσίας ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου που δεν δέχθηκε ότι δυνάμει των προαναφερθεισών μεταγενεστέρων του αρθρ. 33 του ν. 3346/2005 τροποποιήσεων του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του α.ν.86/1987 κατέστησαν ανέγκλητες οι πράξεις που αποδίδονταν στην κατηγορουμένη όσον αφορά τις κάτω του ορίου των 5000 ευρώ οφειλόμενες αθροιστικά (εργατικές και εργοδοτικές) ασφαλιστικές εισφορές για καθένα από τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο 2005, για τους μήνες Φεβρουάριο, Μάρτιο Δώρο εορτών 2006, Μάιο, Ιούνιο, Αύγουστο 2006, Ιανουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο 2007 και Δώρο Πάσχα 2007 καθώς και τις κάτω του ορίου των 30000 ευρώ οφειλόμενες ασφαλιστικές (εργοδοτικές και εργατικές) εισφορές για καθένα από τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο 2004, Δώρο Πάσχα, Ιούνιο, Ιούλιο, Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο, Δεκέμβριο 2004 και Δώρο Χριστουγέννων 2004, Ιανουάριο, Απρίλιο, Ιούλιο, Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο, Δεκέμβριο 2006, Δώρο Χριστουγέννων 2006, Φεβρουάριο, Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο 2007 και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ περί του αντιθέτου σχετικός λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω είναι αρνητικός της κατηγορίας και όχι αυτοτελής ισχυρισμός υπό την προαναφερθείσα έννοια ο προβληθείς από το συνήγορο υπερασπίσεως της ήδη αναιρεσείουσας ότι δεν ήταν υπόχρεη αυτή να καταβάλει προσωρινά το αναφερόμενο ως οφειλόμενο ποσό ασφαλιστικών εισφορών μέχρι να εκδοθεί απόφαση από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Καβάλας επί της ασκηθείσης ανακοπής κατά της πράξεως ταμειακής βεβαιώσεως της οφειλής από τις άνω ασφαλιστικές εισφορές και τα πρόστιμα και μετά την έκδοση της υπ' αριθμό 27/2010 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Καβάλας με την οποία έγινε δεκτή η από 2/11/2009 αίτηση της εταιρείας Ο. Ν. Π. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΚΑΠΝΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε. και ανεστάλη η εκτέλεση της πράξεως ταμειακής βεβαιώσεως των επίμαχων ασφαλιστικών εισφορών και των επ' αυτών προστίμων οι οικείου περιφερειακού υποκαταστήματος ΙΚΑ μέχρις εκδόσεως οριστικής αποφάσεως επί της ανακοπής κατ' αυτής. Δεν ήταν υποχρεωμένο το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο να απαντήσει ειδικώς επί του ως άνω αρνητικού ισχυρισμού τον οποίο με την κήρυξη ενόχου της κατηγορουμένης για τις παραπάνω αποδιδόμενες σ' αυτή πράξεις κατ' αποτέλεσμα δεν δέχθηκε, εφόσον υπεδήλωνετο με όσα ισχυρίσθηκε η κατηγορουμένη δια του συνηγόρου υπεράσπισης της ότι είχε δημιουργηθεί διαφορά περί την ταμειακή βεβαίωση της οφειλής που ήταν εκκρεμής στα διοικητικά δικαστήρια. Η προσβολή των διοικητικών πράξεων που εκδίδονται από την ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία της διοικητικής εκτελέσεως για την οφειλή από ασφαλιστικές εισφορές που οφείλονται στο ΙΚΑ και αν ακόμη έγινε δεκτή αίτηση αναστολής της εκτελέσεως της πράξεως ταμειακής βεβαιώσεως των ασφαλιστικών εισφορών και των προστίμων ως δημοσίου εσόδου μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της κατ' αυτής κατά τα άρθρα 217 έως 228 Κώδικα Δικονομίας ασκηθείσης ανακοπής δεν εξομοιώνεται ούτε συνεπάγεται τα αποτελέσματα αναστολής της ποινικής δίωξης για παράβαση του α.ν. 86/1967 για την οποία γίνεται λόγος στην παράγραφο 11β του άρθρου 18 του ν. 2434/1996 σε περίπτωση που ο υπόχρεος στην καταβολή των καθυστερουμένων ασφαλιστικών εισφορών σε ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης όπως το ΙΚΑ εργοδότης κατά του οποίου έχει ασκηθεί δίωξη για τέτοιες παραβάσεις, έχει προβεί σε διακανονισμό σε δόσεις των οφειλών του από κύρια εισφορά, προςθετα τέλη κ.λπ και τηρεί τους όρους του διακανονισμού. Δεν προβλέπεται από άλλη διάταξη νόμου ότι καθίσταται ανένεργος η ποινική δίωξη και ότι αναστέλλεται περαιτέρω η ποινική διαδικασία κατά του κατηγορουμένου για παράβαση του Α.Ν. 86/1967 σε περίπτωση αναστολής από το Διοικητικό Πρωτοδικείο της διοικητικής εκτελέσεως για την αναγκαστική είσπραξη των οφειλομένων από αυτόν ως υπόχρεο εργοδότη στο ΙΚΑ καθυστερουμένων ασφαλιστικών εισφορών μετά την άσκηση ανακοπής κατά της πράξεως ταμειακής βεβαιώσεως. Η περίπτωση αυτή δεν εμπίπτει ούτε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 1 παρ.5 του α.ν. 86/1967 απόσυρση της υποθέσεως από τη δικάσιμο και την αρχειοθέτησή της αν μέχρι την προηγουμένη της εκδικάσεως της αποδεικνυόταν από έγγραφο του οικείου οργανισμού ασφάλισης διαγραφή των οφειλομένων εισφορών. Θα είχε έννομες συνέπειες στην ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου επί εκκρεμούς στο ποινικό δικαστήριο υποθέσεως για τέτοια παράβαση του ανωτέρω νόμου εάν διατασσόταν με μη υποκείμενη σε ένδικα μέσα απόφαση του αρμοδίου Διοικητικού Δικαστηρίου ακύρωση ή διαγραφή των πράξεων ταμειακής βεβαιώσεως που να αφορούν τις καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές για τις οποίες σε βάρος του υπόχρεου σε καταβολή ή απόδοση των στο ΙΚΑ ασκήθηκε ποινική δίωξη, που δεν ισχυρίσθηκε η ήδη αναιρεσείουσα ούτε συνέτρεχε κατά την υποβολή του σχετικού ισχυρισμού της στην κατ' έφεση δίκη. Επομένως οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας οτι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.1 και 2 και 2 του Α.Ν. 86/1967 σε συνδυασμό προς τα άρθρα 1, 375 παρ.1 Π.Κ. 18 του ν. 2434/1996 και 228 Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας καθώς και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ που κατοχυρώνει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, οτι επληρούτο η αντικειμενική υπόσταση των αποδιδομένων αξιοποίνων πράξεων καθόν χρόνον είχε ανασταλεί από τα διοικητικά δικαστήρια η εκτέλεση της πράξεως βεβαιώσεως των οφειλομένων εισφορών και δεν ανέστειλε την ποινική δίωξη κατά το διάστημα της ισχύος της αναστολής εκτέλεσης είναι απορριπτέες και οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' και στοιχ.Η' ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ομοίως απορριπτέοι είναι και οι συναφείς λόγοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του αυτού Κώδικα ότι απορρίφθηκε σιγή και χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία ο προβληθείς σχετικός περί των ανωτέρω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας και ότι κατά παραβίαση του δικαιώματος ακροάσεώς της δεν απεφάνθη το δικαστήριο επί του εν λόγω προβληθέντος ισχυρισμού της υποπίπτοντας στην πλημμέλεια που θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου η ποινική δίκη και το αποτέλεσμα της για τις πράξεις της μη καταβολής ασφαλιστικών εισφορών και τη μη απόδοση των παρακρατούμενων και αποδοτέων στο ΙΚΑ εργατικών εισφορών δεν συνεπάγεται ότι απαλλάσσεται ο υπόχρεος εργοδότης από την υποχρέωση καταβολής στο ΙΚΑ των σχετικών εισφορών για τις οποίες του υποβλήθηκε η μήνυση και το ΙΚΑ δικαιούται για να εισπράξει τις οφειλόμενες εισφορές να λάβει όλα τα αναγκαστικά μέτρα που προβλέπονται από το νόμο. Από την αντιπαραβολή δε των όσων ορίζονται στα άρθρα 60, 61 και 62 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι το ποινικό δικαστήριο κρίνει περί των ενώπιον του ζητημάτων αστικής ή διοικητικής φύσεως παρεμπιπτόντως, όταν κατά νόμον δεν απαιτείται να προηγηθεί απόφαση του πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου προκειμένου να χωρήσει η ποινική δίωξη. Δεν υφίσταται διάταξη από την οποία να καθίσταται υποχρεωτική η αναστολή της ποινικής δίωξης για τη μη καταβολή οφειλομένων στο ΙΚΑ εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών και την παρακράτηση και μη απόδοση εργατικών ασφαλιστικών εισφορών κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 μέχρι να αποφανθούν αμετακλήτως τα διοικητικά δικαστήρια επί ανακοπής κατά της πράξεως βεβαιώσεως από τα αρμόδια όργανα του ΙΚΑ ως οφειλομένων δημοσίων εσόδων των οφειλομένων ως άνω ασφαλιστικών εισφορών. Επομένως το ποινικό δικαστήριο κρίνει εκ των ενόντων επί αναφυομένων ενώπιόν του ζητημάτων διοικητικής φύσεως και δεν υποχρεούται να αναστείλει την πρόοδο της ποινικής δίκης αυτεπαγγέλτως μέχρι να εκδοθεί απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου για τα ζητήματα αυτά διοικητικής εκτελέσεως προς είσπραξη οφειλομένων στο ΙΚΑ από τον υπόχρεο εργοδότη ασφαλιστικών εισφορών. Ως εκ τούτου δεν επήλθε στην προκειμένη περίπτωση απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ.1 εδαφ.γ' ΚΠοινΔ από το ότι δεν διετάχθη από το δικαστήριο της ουσίας αναστολή της ποινικής δίωξης έως την έκδοση της αποφάσεως του διοικητικού δικαστηρίου επί της ανακοπής που ασκήθηκε από την ανώνυμη εταιρεία, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της οποίας ήταν κατά τον κρίσιμο χρόνο οφειλής των επίμαχων καθυστερουμένων ασφαλιστικών εισφορών η ήδη αναιρεσείουσα κατά της πράξεως βεβαιώσεως των οφειλών από τις ως άνω ασφαλιστικές εισφορές ούτε ενόψει της μη υπάρξεως διατάξεως περί υποχρεωτικής αναστολής της προκείμενης ποινικής δίκης από το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπερέβη αυτό την εξουσία του από την παράλειψη να διατάξει την αναστολή της ποινικής δίωξης και της περαιτέρω ποινικής διαδικασίας και οι περί του αντιθέτου σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α και στοιχ.Η ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 παρ.2 Π.Κ. όπως ισχύουν το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε ετών και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ.314, 320-321, 336, 339-340 και 343 ΚΠοινΔ, αρχίζει δε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος με τα οποία έγγραφα καλείται στο ακροατήριο είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Περαιτέρω κατά το άρθρο 174 παρ.2 ΚΠοινΔ η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος που παράγεται από έλλειψη των στοιχείων του άρθρου 321 παρ.1,2 η εκ του ότι δεν επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα κατά το άρθρο 166 παρ.1,2 ή εκ του ότι δεν επιδόθηκαν καθόλου καλύπτεται αν ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στο ακροατήριο και δεν εναντιωθεί στη συζήτηση της υποθέσεώς του. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι σε περίπτωση άκυρης επίδοσης της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος αρχίζει η κύρια διαδικασία και ως εκ τούτου αναστέλλεται η παραγραφή από της ημέρας της επίδοσης εφόσον όμως ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στο ακροατήριο και δεν προτείνει κατά την έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δηλαδή πριν από την απαγγελία της κατηγορίας ή πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου την ακυρότητα αυτής προβάλλοντας αντιρρήσεις στην πρόοδο της καλύπτεται η ακυρότητα και η επίδοση θεωρείται έγκυρη και απ' αυτή αρχίζει η κυρία διαδικασία, με περαιτέρω συνέπεια την αναστολή της προθεσμίας παραγραφής για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κυρία διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Αν προβληθεί εγκαίρως η ακυρότητα της κλητεύσεως του από τον κατηγορούμενο που εμφανίσθηκε στη δίκη στον πρώτο βαθμό και προέβαλε σαφώς αντιρρήσεις στην πρόοδο της και η σχετική ένσταση απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μπορεί να προβληθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο εφέσεως και αν απορριφθεί και από το εφετείο μπορεί να προβληθεί ως λόγος αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως κάποιος από τους προβλεπομένους στο άρθρο 510 παρ.1 ΚΠοινΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η ήδη αναιρεσείουσα δια του συνηγόρου υπεράσπισής της προέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο μεταξύ άλλων και τον ισχυρισμό περί μερικής παραγραφής των αποδιδομένων σ' αυτήν αξιοποίνων πράξεων για το χρονικό διάστημα από 5/2003 έως 16/9/2005 με την επίκληση α)ότι η παραγραφή του αδικήματος για το οποίο κατηγορείτο είναι πενταετής και καθίσταται οκταετής στην περίπτωση μόνο που το κλητήριο θέσπισμα επιδίδεται νόμιμα στους κατηγορουμένους β)ότι από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι φέρεται από το από 1/10/2008 αποδεικτικό του αρχιφύλακα Α.Τ. Καβάλας να θυροκολλήθηκε το Β08/75 κλητήριο θέσπισμα (που είναι άσχετο με την υπό κρίση υπόθεση) και όχι το κλητήριο θέσπισμα Β08/755, δυνάμει του οποίου κατηγορείται αυτή και το οποίο δεν αποδεικνύεται από κανένα έγγραφο στη δικογραφία ότι έχει επιδοθεί και γ)ότι δεν προκύπτει με σαφήνεια ο τόπος επιδόσεως με θυροκόλληση του κλητηρίου θεσπίσματος αφού αναφέρεται σε αυτό ότι επιδόθηκε στην οδό ... ή ... και ότι κατά τον ΚΠοινΔ το επιδοτήριο συντάσσεται στον τόπο της επίδοσης που είναι ένας και επομένως η αναφορά δύο εναλλακτικών διευθύνσεων ως τόπου επιδόσεως δια θυροκολλήσεως την κάνει να πιστεύει ότι δεν επιδόθηκε διόλου το κλητήριο θέσπισμα και ως εκ τούτου η επίδοση είναι για το λόγο αυτό μη νόμιμη. Ελλείψει δε νομίμου κλητεύσεως έχει επέλθει παραγραφή του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται για το χρονικό διάστημα από 5/2003 έως 16/9/2005 που αφορά ποσό συνολικών εισφορών κατά την ΠΕΕ 759777,14 ευρώ. Την ίδια ένσταση είχε προβάλει η ήδη αναιρεσείουσα δια του συνηγόρου υπεράσπισής της και ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας κατά την εκδίκαση της ίδιας ποινικής υποθέσεως σε πρώτο βαθμό και την είχε απορρίψει και περαιτέρω την περιέλαβε ως λόγο εφέσεως στην από 17/9/2010 (υπ' αριθμό εκθέσεως 343/8/2010 έφεση που άσκησε αυτή κατά της 2205/16.9.2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας που την είχε καταδικάσει για τις πράξεις της έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών εισφορών και της μη έγκαιρης αποδόσεως εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ. Το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να απορρίψει τον ως άνω ισχυρισμό της κατηγορουμένης για μερική παραγραφή των αξιοποίνων πράξεων που αποδίδονται σ' αυτήν λόγω άκυρης επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, μετά παράθεση νομικών σκέψεων ομοίων προς τις αμέσως ανωτέρω αναφερόμενες στην απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου για την έναρξη της κυρίας διαδικασίας για την κάλυψη ή όχι των ακυροτήτων της κλήσεως στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου και του χρόνου προβολής των αντιρρήσεων στην πρόοδο της δίκης από εκείνου που δεν κλητεύθηκε εγκύρως και για την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως με την παραγραφή και τον χρόνο έναρξης της επί πλημμελημάτων καθώς και για το χρόνο αναστολής της όσο διαρκεί η κύρια διαδικασία όπως και για την κάλυψη της ακυρότητας της επιδόσεως και την συνέπεια αυτής έναρξη της κυρίας διαδικασίας με τη διευκρίνιση ότι σε περίπτωση που μια από τις ακυρότητες για τις οποίες γίνεται λόγος στο άρθρο 174 παρ.2 ΚΠοινΔ προβάλλεται για πρώτη φορά σε μετ' αναβολή δίκη, γίνεται δεκτό ότι εάν η αναβολή είχε αποφασιστεί για κρείσσονες αποδείξεις (ΚΠοινΔ 352 παρ.3) η ακυρότητα έχει καλυφθεί και δεν μπορεί να προταθεί αφού δεν προβλήθηκε μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώ εάν η αναβολή είχε δοθεί για οποιονδήποτε άλλο λόγο είτε δηλαδή λόγω υπάρξεως σημαντικών αιτιών κατ' άρθρο 349 ΚΠοινΔ είτε λόγω απουσίας ουσιωδών μαρτύρων κατ' άρθρο 352 παρ.1 ΚΠοινΔ χωρίς να έχει αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία η ακυρότητα δεν έχει καλυφθεί και μπορεί να προταθεί στη μετ' αναβολή δίκη, προτού ξεκινήσει η αποδεικτική διαδικασία, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα: "Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπείται για την εξέταση των προτεινόμενων από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των κατηγορουμένων αυτοτελών ισχυρισμών περί ακυρότητας του επιδοθέντος στους τελευταίους κλητηρίου θεσπίσματος και μερικής εξάλειψης του αξιοποίνου των αποδιδόμενων σ' αυτούς με το κατηγορητήριο αξιόποινων πράξεων λόγω παραγραφής, ενόψει ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, κατά την αρχική, στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάσιμο της 8ης-12-2008 η κατηγορούμενη εμφανίστηκε στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, οπότε, μαζί με τον εκεί συγκατηγορούμενο της υπέβαλαν αίτημα αναβολή της δίκης, κατ' άρθρο 349 παρ. 1 ΚΠΔ, λόγω σημαντικών αιτίων στο πρόσωπο του συνηγόρου υπεράσπισης τους. Το αίτημα αυτό έγινε δεκτό από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας με την υπ' αριθμ. 3241/8-12-2008 απόφαση του και ορίστηκε ρητά ως νέα δικάσιμος η 11η -5-2009. Κατά τη νέα αυτή μετ' αναβολή δικάσιμο εμφανίστηκε στο ακροατήριο ο δικηγόρος Αθηνών Ιωάννης Πετρόγλου, ο οποίος προσκόμισε τις από 5-5-2009 έγγραφες δηλώσεις των κατηγορουμένων, με τις οποίες οι τελευταίοι τον εξουσιοδοτούσαν να παρασταθεί για λογαριασμό τους κατά την ανωτέρω δικάσιμο ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού και να τους εκπροσωπήσει. Το Δικαστήριο δέχθηκε την εκπροσώπηση των κατηγορουμένων στη δίκη αυτή από τον προαναφερόμενο πληρεξούσιο δικηγόρο τους, ο οποίος ουδόλως υπέβαλε ενστάσεις περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και μερικής παραγραφής του αξιοποίνου λόγω ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος. Ακολούθως και μετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας το Δικαστήριο, αφού προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, ανέβαλε τη συζήτηση της υπόθεσης και την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ουσίας για κρείσσονες αποδείξεις, κατ' άρθρο 352 παρ. 3 ΚΠΔ, προκειμένου να προσκομιστούν με επιμέλεια των εκεί κατηγορουμένων η απόφαση περί ρύθμισης των επίδικων οφειλών τους προς το ΙΚΑ και εξοφλητική απόδειξη, όρισε δε νέα δικάσιμο την 9η -11-2009, την οποία γνωστοποίησε στον παριστάμενο ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο των κατηγορουμένων και στον παρόντα, μάρτυρα κατηγορίας, όπως προκύπτει από το συνημμένο στη δικογραφία ακριβές υπηρεσιακό απόσπασμα της υπ' αριθμ. 1175/11-5-2009 αναβλητικής απόφασης του Δικαστηρίου αυτού. Κατά τη νέα, εξάλλου, δικάσιμο της 9η -11-2009, οπότε παραστάθηκε για λογαριασμό των κατηγορουμένων ο ανωτέρω πληρεξούσιος δικηγόρος τους, ο οποίος και πάλι δεν πρότεινε τους προαναφερόμενους αυτοτελείς ισχυρισμούς, η συζήτηση της παρούσας υπόθεσης αναβλήθηκε εκ νέου για κρείσσονες αποδείξεις, κατ' άρθρο 352 παρ. 3 ΚΠΔ, παρόντος και του μάρτυρα κατηγορίας, προκειμένου να προσκομιστεί με επιμέλεια των κατηγορουμένων απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Καβάλας επί ασκηθείσας εκ μέρους τους ανακοπής, για τη ρητή δικάσιμο της 26ης-5-2010, όπως προκύπτει από το συνημμένο στη δικογραφία ακριβές υπηρεσιακό απόσπασμα της υπ' αριθμ. 2184/9-11-2009 αναβλητικής απόφασης του Δικαστηρίου αυτού. Ακολούθως, η συζήτηση της προκείμενης υπόθεσης αναβλήθηκε άλλες τρεις φορές, κατ' άρθρο 349 παρ. 3 ΚΠΔ, λόγω αποχής του συνηγόρου υπεράσπισης των κατηγορουμένων, όπως προκύπτει από τα συνημμένα στη δικογραφία ακριβή υπηρεσιακά αποσπάσματα των υπ' αριθμ. 1810/26-5-2010, 1861/3-6-2010 και 2115/23-6-2010 αναβλητικών αποφάσεων του Δικαστηρίου αυτού, με την τελευταία δε απόφαση ορίστηκε νέα δικάσιμος η 16-9-2010. Κατά τη δικάσιμο της 1615-9-2010 ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας ο πληρεξούσιος δικηγόρος των κατηγορουμένων, πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου, υπέβαλε το πρώτον τους ανωτέρω ισχυρισμούς περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και μερικής παραγραφής του αξιοποίνου λόγω ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος στους κατηγορουμένους για τους ως άνω ειδικότερα αναφερόμενους λόγους. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς. Με ειδικό λόγο στην με αριθμό 343/8/17-9-2010 έφεση της η εκκαλούσα παραπονείται ειδικά για την απόρριψη των ισχυρισμών της αυτών. Σύμφωνα, όμως, και με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, οι εν λόγω ισχυρισμοί, όπως αυτοί υποβλήθηκαν εκ νέου ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου είναι απορριπτέοι, καθόσον ο ανωτέρω πληρεξούσιος δικηγόρος των κατηγορουμένων εμφανισθείς ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο της 11ης-5-2009 δεν πρότεινε για λογαριασμό των κατηγορουμένων, τους οποίους εκπροσωπούσε, την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος και της επίδοσης του, ούτε εναντιώθηκε για το λόγο αυτό στην πρόοδο της δίκης, με συνέπεια την έναρξη της κύριας διαδικασίας και την επέλευση της αναστολής της πενταετούς παραγραφής, οπότε μετά την ολοκλήρωση της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά την οποία εξετάστηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως, επίσης, εξετάστηκε και ο μάρτυρας κατηγορίας, αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης και η έκδοση οριστικής επί της ουσίας απόφασης για κρείσσονες αποδείξεις, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα. Απαραδέκτως, λοιπόν, προβλήθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου οι ισχυρισμοί αυτοί, ορθά δε το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του τους απέρριψε. Απαραδέκτως δε, προβάλλονται και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, δεδομένου ότι τυχόν ακυρότητες του κλητηρίου θεσπίσματος και της επίδοσής του στην κατηγορούμενη έχουν ήδη καλυφθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 174 παρ. 2 ΚΠΔ. Συνακόλουθα, οι προβαλλόμενοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των κατηγορουμένων αυτοτελείς ισχυρισμοί περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και μερικής παραγραφής των αποδιδόμενων στους κατηγορουμένους αδικημάτων λόγω ακυρότητας της κοινοποίησης του κλητηρίου θεσπίσματος σ' αυτούς πρέπει να απορριφθούν".Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκή αιτιολογία ως προς το ότι εκαλύφθη οποιαδήποτε τυχόν ακυρότητα της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος στην ήδη αναιρεσείουσα λόγω της μη εγκαίρου προβολής των και δη κατά την μετ' αναβολή αναφερόμενη δικάσιμο ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά την οποία δεν προέβαλε τέτοιο ισχυρισμό ο συνήγορος που την εκπροσώπησε και δεν εναντιώθηκε για το λόγο αυτό ρητώς στην πρόοδο της δίκης αλλά άρχισε η αποδεικτική διαδικασία και το δικαστήριο εκείνο προχώρησε στην εξέταση της υποθέσεως κατ' ουσία και μετ' αυτήν εξέδωσε αναβλητική απόφαση για κρείσσονες αποδείξεις και ότι έτσι απαραδέκτως κατά μεταγενέστερη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δικάσιμο της 16.9.2010 οι παραδεκτώς προβλήθηκε για πρώτη φορά ο ως άνω ισχυρισμός περί ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος στην κατηγορουμένη με συνέπεια να είναι απαράδεκτη και η προβολή του ιδίου ισχυρισμού και με την έφεση κατά της πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως αλλά και πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Συνακόλουθα δεν έσφαλε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο ούτε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 111, 112, 113 Π.Κ. με αυτά που δέχθηκε ότι άρχισε η κύρια διαδικασία από την επίδοση στις 1-10-2008 του κλητηρίου θεσπίσματος στην κατηγορουμένη αυτήν και ότι ανεστάλη η πενταετής παραγραφή των αποδιδομένων σ' αυτήν αξιοποίνων πράξεων για όσες από αυτές, για τις οποίες προεβλήθη από την πλευρά της κατηγορουμένης μερική παραγραφή, δεν είχε γίνει δεκτό από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι είχαν ήδη μέχρι πριν την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος υποκύψει σε παραγραφή.
Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' για ασαφείς, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την επίδοση με θυροκόλληση του κλητηρίου θεσπίσματος και την εγκυρότητα αυτής παρά τις επικαλούμενες ελλείψεις και πλημμέλειες του αποδεικτικού επιδόσεως μεταξύ των οποίων και η αναγραφή διαζευκτικώς δύο διευθύνσεων κατοικίας της κατηγορουμένης στο σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως και από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των περί παραγραφής διατάξεων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331 παρ.2, 333, 364, 369 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη το δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε για το σχηματισμό της κρίσης του, για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου ή την επιβλητέα σ' αυτόν ποινή δημιουργεί τον από το άρθρο 501 παρ.1 στοιχ. Α' και Γ' του αυτού Κώδικα, λόγο αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα γιατί με τον τρόπο αυτόν αφ' ενός μεν δεν δίδεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις παρατηρήσεις του για αυτό το αποδεικτικό μέσο, όπως έχει δικαίωμα από το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα και αφ' ετέρου παραβιάζονται οι αρχές της προφορικότητας της συζητήσεως στο ακροατήριο και της κατ' αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης. Περαιτέρω κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ιδίου Κώδικα η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά του παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί επί σχετικής αιτήσεώς του. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος σύμφωνα με το άρθρο 364 παρ.1 ΚΠοινΔ υποβάλλει αίτημα αναγνώσεως εγγράφου που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Το Δικαστήριο της ουσίας οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως αν αρνηθεί ή παραλείψει να αποφανθεί δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Για να επέλθει όμως ακυρότητα της διαδικασίας από την έλλειψη αυτή πρέπει να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και σε περίπτωση παραλείψεως αναγνώσεως από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, του εγγράφου που προσκομίστηκε και του οποίου την ανάγνωση εζήτησε ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του κατά την ακροαματική διαδικασία να προσφύγει αμέσως αυτός σε ολόκληρο το δικαστήριο και σε περίπτωση παραλείψεως τούτου να αποφανθεί ή παρά το νόμο απορρίψεως της προσφυγής τότε υφίσταται έλλειψη ακροάσεως και δημιουργείται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β' ΚΠοινΔ. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ.1 ΚΠοινΔ σε κάθε περίπτωση αναγιγνώσκονται και λαμβάνονται υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν. Εφόσον όμως η διάταξη αυτή δεν απαγγέλει ρητώς ακυρότητα της διαδικασίας από τη μη ανάγνωση των πρακτικών, επέρχεται τέτοια ακυρότητα για έλλειψη ακροάσεως μόνον εάν ζητηθεί ειδικώς η ανάγνωσή τους από τον κατηγορούμενο και το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν επέτρεψε αυτή. Από τα παραπάνω και από όσα ορίζονται στο άρθρο 364 παρ.1 εδαφ.α' ΚΠοινΔ κατά το οποίο στο ακροατήριο διαβάζονται οι εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων που συντάσσονται κατά τους νόμιμους τύπους, καθώς και τα υπόλοιπα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους, προκύπτει ότι δεν αποκλείεται χωρίς να επέρχεται ακυρότητα η συνεκτίμηση εγγράφων χωρίς προηγουμένως να αναγνωσθούν εφόσον τα έγγραφα αυτά δεν υπάγονται σε εκείνα που δύνανται να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα και να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο κατά την έκδοση της αποφάσεως του για την ενοχή ή την αθωότητά του κατηγορουμένου όπως η πρωτόδικη απόφαση καθώς και ότι η ανάγνωση από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση του εισαγγελέα εγγράφου που δεν αναφέρεται στο κατηγορητήριο ή δεν έχουν αποτελέσει έγγραφα της προδικασίας, αλλά είναι στη δικογραφία, χωρίς να αντιλέξει στην ανάγνωση του ο κατηγορούμενος, δεν επιφέρει καμία ακυρότητα της διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας ανέγνωσε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο του αναφερομένου πίνακα ληξιπρόθεσμων χρεών οφειλέτη με την επωνυμία Ο. Ν. Π. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΚΑΠΝΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ κατόπιν προτάσεως του εισαγγελέα, χωρίς να προβληθεί εκ μέρους της κατηγορουμένης οποιαδήποτε αντίρρηση για την ανάγνωση του εν λόγω εγγράφου είτε από το ότι δεν αναφερόταν στο κατηγορητήριο ή δεν είχε αποτελέσει έγγραφο της προδικασίας είτε ως προς το κύρος και την γνησιότητά του. Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας σε σχέση με την ανάγνωση του εν λόγω πίνακα χρεών από 16.3.2011 προς το ΙΚΑ και τη λήψη αυτού υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού εγγράφου εντοπίζονται στο ότι ετέθη το εν λόγω έγγραφο στη δικογραφία κατά τρόπο άγνωστο και μη προσδιοριζόμενο άτομο και χωρίς να αντιληφθεί η κατηγορουμένη να γίνει καμία πρόταση εκ μέρους του εισαγγελέα για την ανάγνωσή του. Επίσης η μη ανάγνωση των πρακτικών της δίκης στον πρώτο βαθμό καθώς και των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στην δίκη εκείνη επί της οποίας εκδόθηκε η 2205/2010 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας δεν συνιστά παραβίαση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων της κατηγορουμένης που να ιδρύει λόγω αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα εφόσον προκύπτει από τα πρακτικά της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι ζητήθηκε από εκείνην ή από το συνήγορο υπεράσπισής της κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου η ανάγνωση των. Εξ άλλου η πρωτόδικη ως άνω απόφαση που δεν σημειώνεται στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκε επιτρεπτώς λήφθηκε υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο σε σχέση με την αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως σε όσα είχε δεχθεί το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για την παύση της ποινικής δίωξης κατά της κατηγορουμένης λόγω παραγραφής για τις πράξεις που αφορούσαν την μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών που είχαν γεννηθεί μέχρι και τον μήνα Αύγουστο 2003 αφού δεν υπαγόταν η εν λόγω απόφαση στα έγγραφα που αναγιγνώσκονται κατά το άρθρο 364 ΚΠοινΔ και έτσι δεν δημιουργήθηκε ακυρότητα από τη μη ανάγνωση αυτής κατά την ακροαματική διαδικασία στη δίκη κατ' έφεση. Επίσης από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο συνήγορος της τότε εκκαλούσης και ήδη αναιρεσείουσας ενεχείρισε στο δικαστήριο μετά την έναρξη της συζητήσεως και ανέπτυξε προφορικώς αυτοτελείς κατ' αυτόν και αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς και προσκόμισε την 27/2010 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Καβάλας περί αναστολής εκτελέσεως της ταμειακής βεβαίωσης της συγκεκριμένης οφειλής μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί της εκκρεμούς ανακοπής της εργοδότριας εταιρείας. Δεν προκύπτει όμως από την επισκόπηση των ως άνω πρακτικών της κατ' έφεση δίκης ότι η κατηγορουμένη ή ο συνήγορος υπεράσπισής της ζήτησαν ορισμένως και σαφώς την ανάγνωση της αναφερομένης ως προσκομιζόμενης ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Καβάλας ούτε ότι ζήτησαν την ανάγνωση και ετέρων εγγράφων που να προσκομίσθηκαν από την πλευρά της κατηγορουμένης και ειδικότερα των αναφερομένων στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως προσκομισθέντων στη δίκη στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο επί πλέον της ως άνω 27/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Καβάλας κα δη α)ιδιοχείρου σημειώματος του μάρτυρα κατηγορίας υπαλλήλου του ΙΚΑ Κ. Σ., που αναφέρει το κατά μήνα οφειλόμενο ποσό των ασφαλιστικών εισφορών από τον μήνα 9/2003 έως και 9/2007 του οποίου τη σύνταξη και παράδοση στο δικαστήριο ζήτησε ο ίδιος ο διευθύνων τη συζήτηση Πρόεδρος του Δικαστηρίου από τον ως άνω μάρτυρα και προς τούτο προέβη και σε διακοπή της επ' ακροατηρίου διαδικασίας που δεν μνημονεύεται σε αυτήν και το οποίο (πάντοτε κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας) σημείωμα ο ίδιος Πρόεδρος του Δικαστηρίου θεώρησε αναγνωστέο πλην δεν το ανέγνωσε, β)της από 15.7.2010 επιστολής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αναφορικά με την εκκρεμή καταγγελία της ως άνω εργοδότριας εταιρείας περί μη συμμόρφωσης της Ελλάδος στις αποφάσεις του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με την ανταπαίτηση της και γ)της από 8/6/2010 καταγγελίας-επιστολής της εργοδότριας εταιρείας προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με την ανταπαίτησή της έναντι του ΙΚΑ και τη μη συμμόρφωση της Ελλάδος στις αποφάσεις του Δ.Ε.Κ. Ούτε περαιτέρω προκύπτει από τα ίδια πρακτικά της δίκης κατ' έφεση τα οποία δεν προσβλήθηκα ως πλαστά ότι από την ήδη αναιρεσείουσα ή από τον συνήγορό της έγινε προσφυγή στο δικαστήριο για παράλειψη ανάγνωσης των αναφερομένων ως προσκομισθέντων εγγράφων και ότι τούτο αρνήθηκε να αποφανθεί ή ότι απέρριψε τέτοια προσφυγή της. Κατ' ακολουθίαν αυτών και της (παρά την διατυπούμενη στο τέλος του κειμένου του δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως επιφύλαξη της αναιρεσείουσας για τέτοιο δικαίωμά της) μη διορθώσεως των πρακτικών και της προσβαλλόμενης αποφάσεως από το δικαστήριο που εξέδωσε αυτήν με την μεταγενέστερη υπ' αριθμ. 1489/7.7.2011 απόφαση του που είναι στη δικογραφία και που εκδόθηκε επί της από 5/5/2011 αιτήσεως διορθώσεως της ίδιας αναιρεσείουσας, είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις της για προσβολή των υπερασπιστικών της δικαιωμάτων από τη ανάγνωση μόνον του πίνακα χρεών και τη μη ανάγνωση κατά την αποδεικτική διαδικασία στην κατ' εφεση δίκη των πρακτικών της δίκης στον πρώτο βαθμό της εκκαλούμενης απόφασης καθώς και την παράλειψη αναγνώσεως των λοιπών εγγράφων που αναγνώσθηκαν πρωτοδίκως καθώς και των ανωτέρω αναφερομένων ως προσκομισθέντων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο εγγράφων, για την ανάγνωση των οποίων δεν αρκούσε μόνον η προσκόμιση αυτών καθώς και οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 εδαφ.δ' ΚΠοινΔ και το άρθρο 6 της κυρωθείσης με το ν. δ.53/1974 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καθώς και τα άρθρα 14 παρ.1, 2,3,5 και 15 παρ.1γ του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα που κυρώθηκε με το Νόμο 2462/1997 για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ενώ από την έλλειψη συγκεκριμένου αιτήματος για ανάγνωση των αναφερομένων εγγράφων προς το δικαστήριο δεν τίθεται ζήτημα ακυρότητος της διαδικασίας στο ακροατήριο από παράλειψη ή άρνηση αυτού να αποφανθεί επί τέτοιου αιτήματος με συνέπεια να είναι απορριπτέος και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β' σε συνδυασμό με το άρθρο 170 παρ.2 ΚΠοινΔ έτερος λόγος αναιρέσεως από έλλειψη ακροάσεως. Περαιτέρω κατά το άρθρο 577 παρ.2 ΚΠοινΔ το δελτίο ποινικού μητρώου επισυνάπτεται υποχρεωτικά με ευθύνη του αρμοδίου γραμματέα σε κάθε δικογραφία για εγκλήματα αρμοδιότητας Τριμελούς Πλημμελειοδικείου και άνω, μέσα σε σφραγιστό αδιαφανή φάκελο και αποσφραγίζεται μόνο μετά την απαγγελία της περί ενοχής αποφάσεως του δικαστηρίου, γενομένης ειδικής μνείας στα πρακτικά. Σε περίπτωση εφέσεως κατά της καταδικαστικής απόφασης το δελτίο ποινικού μητρώου σφραγίζεται και πάλι με ευθύνη του γραμματέα του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου σε αδιαφανή φάκελο, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των του προηγουμένου εδαφίου. Από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο μετά την έκδοση της καταδικαστικής για την ήδη αναιρεσείουσα αποφάσεως διάβασε το αποσφραγισθέν μετά την κήρυξη της ενόχου υπάρχον στη δικογραφία αντίγραφο ποινικού μητρώου της κατηγορουμένης στο οποίο βεβαιώνεται υπό ημερομηνία 28.2.2011 από την αρμόδια δικαστική υπάλληλο η ποινική κατάσταση της όπως προκύπτει από τηρούμενο στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Καβάλας Ποινικό Μητρώο της και έλαβε στη συνέχεια υπόψη το δικαστήριο το δελτίο αυτό, στα πλαίσια διερευνήσεως του ποινικού παρελθόντος της κατηγορουμένης και εκτιμήσεως της προσωπικότητας της για την επιμέτρηση της ποινής αλλά και προκειμένου να αποφανθεί επί της αναστολής ή της μετατροπής της στερητικής της ελευθερίας ποινής στην οποία την κατεδίκασε, και αφού άκουσε τον Εισαγγελέα που πρότεινε την μετατροπή της συνολικής ποινής φυλακίσεως των 24 μηνών σε χρηματική καθώς και τους πληρεξουσίους δικηγόρους της κατηγορουμένης που ζήτησαν επίσης την μετατροπή της συνολικής ποινής φυλακίσεως που επιβλήθηκε σε βάρος της κατηγορουμένης με βάση τα κατώτατα όρια της μετατροπής αποφάσισε κατ' άρθρο 82 Π.Κ. την μετατροπή της ποινής σε χρηματική καθορίζοντας ως ποσό της μετατροπής ανά ημέρα φυλακίσεως εκείνο των δέκα (10) ευρώ, ως πρωτοδίκως αφού δέχθηκε ότι προέκυπτε από το εν λόγω αντίγραφο ποινικού μητρώου της οι η κατηγορουμένη ως έχουσα καταδικασθεί πριν αμετακλήτως σε ποινή περιοριστική της ελευθερίας μεγαλύτερη των δώδεκα μηνών και δεν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις για να τύχει του ευεργετήματος της κατ' άρθρο 99 Π.Κ. αναστολής της εκτελέσεως της ποινής φυλακίσεως των 24 μηνών που της επιβλήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Προσεπιβεβαιώνεται από την επισκόπηση και από το παρόν δικαστήριο του ως άνω αντιγράφου ποινικού μητρώου της κατηγορουμένης που υπάρχει στη δικογραφία ότι σε αυτό ήταν καταχωρημένες έξι καταδικαστικές αποφάσεις σε στερητικές της ελευθερίας ποινές το σύνολο των οποίων υπερέβαινε το όριο του ενός έτους που τίθεται από το άρθρο 99 Π.Κ. όπως ισχύει μετά την τροποποίηση της παραγράφου 1 αυτού με το άρθρο 2 του ν. 3904/2010 (α. με την υπ' αριθμ. 30/7.1.1999 απόφαση Μον. Πλημ/κείου Καβάλας φυλάκιση 15 ημερών μετατραπείσα, β. με την υπ' αριθμ.1849/14.5.1999 απόφαση Μον. Πλημ/κείου Καβάλας φυλάκιση 30 ημερών μετατραπείσα, γ. με την 81/25.1.2001 απόφαση Τριμ. Πλημ/κείου Καβάλας φυλάκιση 18 μηνών μετατραπείσα, δ. με την 2622/28.1.2003 απόφαση Τριμ. Πλημ/κείου Καβάλας φυλάκιση δύο μηνών, ανασταλείσα, ε. με την υπ' αριθμ. 97/23.1.2003 απόφαση Τριμ. Πλημ/κείου Καβάλας φυλάκιση 30 ημερών, ανασταλείσα και στ. με την υπ' αριθμ. 2452/20.10.2005 απόφαση Τριμ. Πλημ/κείου Καβάλας φυλάκιση 18 μηνών, μετατραπείσα). Το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο συννόμως διάβασε το αντίγραφο του ποινικού μητρώου μετά την έκδοση της περί ενοχής της κατηγορουμένης αποφάσεως σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 577 χωρίς να δημιουργηθεί ακυρότητα από το ότι δεν το ανέγνωσε στο ακροατήριο, αφού δεν περιλαμβάνεται στα έγγραφα που αναγιγνώσκονται κατά το άρθρο 364 ΚΠοινΔ. Εξάλλου δεν προβλήθηκε από την πλευρά της κατηγορουμένης και την υπεράσπιση της αίτημα να αναγνωσθεί το παραπάνω αντίγραφο του ποινικού μητρώου της ούτε αμφισβητήθηκε ότι η αναγραφόμενη σ' αυτό ποινική κατάσταση της ήταν διαφορετική και δη ότι οι στερητικές της ελευθερίας ποινές στις οποίες προηγουμένως είχε αυτή καταδικασθεί αμετακλήτως ήταν μικρότερες συνολικά του ενός έτους και έτσι να δικαιολογείται να τύχει του ευεργετήματος της αναστολής της επιβληθείσης με την προσβαλλόμενη απόφαση ποινής φυλακίσεως υπό τους όρους του άρθρου 99 παρ.1 ΠΚ όπως ισχύει. Εν όψει των ανωτέρω και του ότι δεν είχαν διατυπωθεί μέχρι και τη συνεδρίαση του δικαστηρίου κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αμφισβητήσεις από την πλευρά της κατηγορουμένης επιλυόμενες κατ' άρθρο 580 ΚΠοινΔ με διάταξη του αρμοδίου Εισαγγελέα Πλημ/κείου ως προς την εξακολούθηση να συμπεριλαμβάνεται στο ποινικό μητρώο της και η καταδίκη της με την 81/25.1.2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας που απέρριψε ως ανυποστήρικτη έφεση της κατά της καταδικαστικής στην άνω ποινή αποφάσεως 704/1998 του Μονομελούς Πλημ/κείου Καβάλας στην ποινή φυλάκισης 18 μηνών δεν επήλθε καμία παραβίαση υπερασπιστικών δικαιωμάτων της κατηγορουμένης λόγω λήψεως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας μετά την περί ενοχής αυτής απόφαση του αντιγράφου ποινικού μητρώου της. Η εκ των υστέρων επίκληση εκ μέρους της αναιρεσείουσας με την υπό κρίση αίτηση ότι η αναφερόμενη στο αντίγραφο ποινικού μητρώου της που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ποινή φυλακίσεως 18 μηνών που της επιβλήθηκε για άλλη παράβαση σχετική με την καταβολή στο ΙΚΑ ασφαλιστικών εισφορών με ερήμην της και στους δύο βαθμούς εκδοθείσα απόφαση ακυρώθηκε κατόπιν αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας με το 173/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, που έχει καταστεί αμετάκλητο δεν συνεπάγεται ότι το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του δελτίο ποινικού μητρώου της κατηγορουμένης που δεν ίσχυε από το ότι δεν είχε διαγραφεί από αυτό η ποινή φυλάκισης 18 μηνών που είχε επιβληθεί στην τελευταία με την 704/1998 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας και που είχε καταστεί τελεσίδικη μετ' απόρριψη της κατ' αυτής εφέσεως με την 86/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θράκης, μετά την ακύρωση της εν λόγω καταδικαστικής αποφάσεως του ανωτέρω Μονομελούς Πλημμελειοδικείου με το 173/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών. Όπως προαναφέρθηκε στο πιο πάνω ποινικό μητρώο της κατηγορουμένης ήταν καταχωρημένες και οι λοιπές πέντε προαναφερθείσες καταδικαστικές αποφάσεις με τις οποίες είχαν επιβληθεί αμετακλήτως στην ίδια κατηγορουμένη στερητικές της ελευθερίας ποινές το σύνολο των οποίων ανερχόταν σε είκοσι δύο (22) μήνες και 15 ημέρες. Ανεξάρτητα από το εάν είχε παρέλθει για δύο από αυτές ο χρόνος αναστολής της ποινής εξακολουθούσαν να παραμένουν κατά τα λοιπά σε ισχύ και οι πέντε άνω καταδικαστικές αποφάσεις και το άθροισμα των ποινών φυλακίσεως που είχε επιβληθεί με αυτές στην κατηγορουμένη υπερέβαινε το ένα έτος. Έτσι δεν συνέτρεχε περίπτωση διαφορετικής ποινικής μεταχειρίσεως και χορηγήσεως αναστολής της ποινής φυλακίσεως 24 μηνών που επιβλήθηκε σ' αυτήν με την προσβαλλόμενη απόφαση και εάν δεν ελάμβανε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας σε περίπτωση που είχαν προβληθεί αμφισβητήσεις από την πλευρά της κατηγορουμένης για διόρθωση του ποινικού μητρώου της κατά το άρθρο 580 ΚΠοινΔ αφότου αυτό τέθηκε σε εφαρμογή από 1.1.2002, για την μη διαγραφή της καταδίκης της εκείνης, την ποινή φυλακίσεως 18 μηνών που είχε επιβληθεί στην κατηγορουμένη με την καταδικαστική απόφαση που ακυρώθηκε με το προαναφερθέν βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. Επομένως, δεν συνέτρεξε ούτε χειροτέρευση της θέσεως της κατηγορουμένης από τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των καταχωρημένων στο ποινικό μητρώο της κατηγορουμένης προηγουμένων καταδικαστικών σε στερητικές της ελευθερίας ποινών αποφάσεων ούτε περίπτωση ελλείψεως ακροάσεων από το ότι δεν δόθηκε ειδικά ο λόγος σε σχέση με το ποινικό μητρώο σε αυτήν αφού δόθηκε ο λόγος στους συνηγόρους υπεράσπισης της κατηγορουμένης, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της κατ' έφεση δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τόσο πριν από την επιβολή της ποινής όσο και πριν αποφανθεί το ίδιο δικαστήριο επί της αναστολής ή μετατροπής της ποινής.
Συνεπώς είναι απορριπτέες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της ήδη αναιρεσείουσας και ο σχετικός λόγος με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α', Β' ΚΠοινΔ από τη λήψη υπόψη του από 28.2.2011 αντιγράφου ποινικού της μητρώου ως αποδεικτικού μέσου στο οποίο εμπεριέχετο εσφαλμένη καταχώρηση για την ποινική της κατάσταση είναι αβάσιμοι.
Μετά τα ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27/4/2011 (υπ' αριθμό εκθέσεως 2/2011) αίτηση της Ο. ν. Π. συζ. Γ. Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 579/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή