Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 928 / 2008    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ακυρότητα απόλυτη, Αλλοδαπού παράνομη μεταφορά, Μάρτυρες.




Περίληψη:
Παράνομη μεταφορά λαθρομεταναστών. Παράνομη είσοδος στο Ελληνικό έδαφος. Παραβάσεις αρ. 88 παρ. 1α, και 83 παρ. 1 Ν. 3386/2005. Μεταφορά αλλοδαπών με ταχύπλοο στη Σάμο από την Τουρκία. Η κατά παράβαση του άρθρου 211 εδ. α΄ του ΚΠΔ εξέταση στο ακροατήριο ως μάρτυρα εκείνου ο οποίος στην ίδια υπόθεση άσκησε ανακριτικά καθήκοντα, επερχομένη ακυρότητα είναι σχετική. (ΑΠ 1473/02 ΠΧ ΝΓ.520, ΑΠ 315/01 ΠΧ ΝΑ.1075). Μόνη η σύλληψη του κατηγορουμένου δεν συνιστά και άσκηση ανακριτικών καθηκόντων (ΑΠ 721/2005). Απορρίπτει.





Αριθμός 928/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Αναστάσιο Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου χ1, κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή Λάρισας, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Σοφία Συμίνη, για αναίρεση της 45/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1457/2007.

Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 88 παρ.1 του Ν. 3386/2005 (αντίστοιχη του άρθρου 55 παρ.1 του Ν. 2910/2001) "1. Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια και αντίστροφα προς το έδαφος κράτους μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθηση τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη τιμωρούνται: α. Με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο...." . Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι θεσμοθετείται αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, τελούμενο με οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους τρόπους, από τα πρόσωπα τα οποία αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς που δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της, ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας, ή διευκολύνουν την μεταφορά ή την προώθησή τους, γνωρίζοντας τη αυθαίρετη είσοδο τούτων ως λαθρομεταναστών. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 83 παρ.1εδ.α του ίδιου νόμου (3386/05), ο υπήκοος τρίτης χώρας, που εξέρχεται ή επιχειρεί να εξέλθει από το ελληνικό έδαφος ή εισέρχεται ή επιχειρεί να εισέλθει σε αυτό χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ . Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη όμως του δόλου, που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι κατ'αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων, εκτός αν αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, που δίκασε στην μεταβατική του έδρα στη Σάμο έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα εξής. "......ο κατηγορούμενος, στη .... στις .... και περί ώρα 02.50', με περισσότερες από μία πράξεις, του τέλεσε περισσότερα από ένα ποινικά αδικήματα και ειδικότερα: 1) όντας κυβερνήτης πλωτού μέσου, μετέφερε από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, οι οποίοι δεν είχαν την Ελληνική ιθαγένεια ούτε την ιθαγένεια άλλου κράτους- μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος. Συγκεκριμένα, όντας κυβερνήτης ενός ταχύπλοου σκάφους, χρώματος λευκού, με το όνομα "...." μήκους 7, 20 μ. πλάτους 2, 25 μ. με εξωλέμβια μηχανή, μάρκας ...., μετέφερε με αυτό, από τη θαλάσσια περιοχή της .... σε άγνωστη στην προανάκριση ερημική παραλία της ....., τους παρακάτω αναφερόμενους, έναν (1) υπήκοο Αφγανιστάν, δεκαπέντε (15) υπηκόους Σομαλίας και πέντε (5) υπηκόους Παλαιστινιακής καταγωγής, οι οποίοι στερούμενοι ταξιδιωτικών εγγράφων, δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, γεγονός, το οποίο ο κατηγορούμενος γνώριζε (στη συνέχεια παρατίθενται τα στοιχεία των 21 συνολικά λαθρομεταναστών) 2) Όντας υπήκοος τρίτης χώρας, ο οποίος δεν έχει την ελληνική ιθαγένεια ούτε την ιθαγένεια άλλου κράτους- μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εισήλθε στο ελληνικό έδαφος χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις. Συγκεκριμένα όντας υπήκοος ..., καταγωγής ..... και κυβερνήτης του ανωτέρω σκάφους, εισήλθε με αυτό σε άγνωστη στην προανάκριση ερημική παραλία της ...., χωρίς να υποστεί τον νόμιμο αστυνομικό και τελωνειακό έλεγχο....". Κατ' ακολουθίαν του αιτιολογικού αυτού, το Τριμελές Εφετείο κήρυξε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (84 παρ. 2α ΠΚ), για προώθηση στη χώρα αλλοδαπών, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα και για είσοδο στο ελληνικό έδαφος, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1 ΠΚ, 1, 2, 4, 5, 83 παρ.1α και 88 παρ.1α του Ν. 3386/2005) και επέβαλε σε αυτόν, για την πρώτη μεν πράξη, ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών για το καθένα μεταφερόμενο άτομο, για δε την δεύτερη πράξη, ποινή φυλάκισης τριών μηνών και συνολική ποινή φυλακίσεως επτά ετών και πέντε μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς πέντε ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων των άρθρων 83 παρ.1 και 88 παρ.1 α του Ν. 3386/2005, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Η κατά παράβαση του άρθρου 211 εδ. α' του ΚΠΔ εξέταση στο ακροατήριο, ως μάρτυρα, εκείνου ο οποίος στην ίδια υπόθεση άσκησε ανακριτικά καθήκοντα, επερχομένη ακυρότητα, είναι σχετική, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 170 και 171 του ίδιου Κώδικα και, εφόσον δεν προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, καλύπτεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ. 1 και 174 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Έτσι, εάν ο κατηγορούμενος δεν εναντιωθεί στην κατάθεση του μάρτυρα, ο οποίος στην ίδια υπόθεση άσκησε ανακριτικά καθήκοντα, η προβλεπόμενη από τον λόγο αυτό ακυρότητα της διαδικασίας, εφόσον δεν προτάθηκε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας έχει καλυφθεί και δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο αναιρέσεως για ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Μόνη η σύλληψη του κατηγορούμενου δεν συνιστά και άσκηση ανακριτικών καθηκόντων και, συνεπώς, δεν επέρχεται ακυρότητα από την εξέταση ως μαρτύρων στο ακροατήριο των προσώπων που ενήργησαν την υλική πράξη της σύλληψης του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου που την εξέδωσε εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας, χωρίς να προβληθεί οποιαδήποτε αντίρρηση από τον κατηγορούμενο, ο ....., λιμενικός, ο οποίος συμμετείχε στην επιχείρηση σύλληψης του κατηγορουμένου και των λοιπών πιο πάνω λαθρομεταναστών. Ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων προβάλλει, με την κρινόμενη αίτηση, την αιτίαση, ότι δεν ήταν επιτρεπτή η εξέταση του εν λόγω μάρτυρα, διότι αυτός άσκησε καθήκοντα προανακριτικού υπαλλήλου και προέβη στη σύλληψή του. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί, διότι, ανεξαρτήτως του ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δεν εναντιώθηκε στην εξέταση του μάρτυρα αυτού, όπως αυτό προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, και, επομένως, τυχόν ακυρότητα από την εξέταση αυτή, κατά τα προεκτιθέμενα, ως σχετική, καλύφθηκε, επιπλέον, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο μάρτυρας αυτός είχε ασκήσει προανακριτικά καθήκοντα στην υπόθεση αυτή, η δε συμμετοχή του στην επιχείρηση σύλληψης του κατηγορουμένου και των λοιπών λαθρομεταναστών δεν συνιστά, όπως προαναφέρθηκε, άσκηση ανακριτικών ή προανακριτικών καθηκόντων. Επομένως, ο σχετικός λόγος της κρινομένης αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της ακυρότητας της διαδικασίας, για το λόγο ότι εξετάσθηκε στο ακροατήριο του δικαστηρίου ο ανωτέρω μάρτυρας, που είχε ασκήσει στην ίδια υπόθεση προανακριτικά καθήκοντα, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, ο κατηγορουμένος- αναιρεσείων προβάλλει τις αιτιάσεις, ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα αυτού για δίκαιη δίκη (άρ. 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ), διότι καταδικάστηκε για την πράξη της παράνομης μεταφοράς λαθρομεταναστών, με βάση την μαρτυρική κατάθεση του πιο πάνω λιμενικού, σύμφωνα με την οποία αυτός αναγνωρίστηκε από όλους τους λαθρομετανάστες, ως δράστης της πράξεως αυτής, χωρίς όμως αυτοί να καταθέσουν στο ακροατήριο, τόσο πρωτοδίκως, όσο και στο εφετείο, με αποτέλεσμα να μη διαπιστωθεί, αν όντως τον αναγνώρισαν, και χωρίς αυτός να μπορεί να τους υποβάλει διευκρινιστικές ερωτήσεις, ώστε να ανευρεθεί η ουσιαστική αλήθεια, ενώ αυτοί όταν εξετάστηκαν στο στάδιο της προδικασίας, ως συγκατηγορούμενοί του, κατέθεσαν οι περισσότεροι (πλην δύο), ότι δεν τον αναγνωρίζουν και, τέλος, ότι καταδικάστηκε, χωρίς να υπάρχουν επαρκή σε βάρος του αποδεικτικά στοιχεία. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες. Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, αφού το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, μεταξύ των οποίων και την κατάθεση του πιο πάνω μάρτυρα, ο οποίος, άλλωστε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, διαπίστωσε ο ίδιος την παράνομη πράξη για την οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος και δεν κατέθεσε μόνο ότι ο αυτός αναγνωρίσθηκε ως δράστης του πιο πάνω αδικήματος από τους λοιπούς λαθρομετανάστες, που αυτός μετέφερε. Η μη κλήτευση των τελευταίων, ανεξαρτήτως του ότι αυτοί δεν ήταν μάρτυρες της υποθέσεως, αλλά συγκατηγορούμενοι του αναιρεσείοντος, δεν παραβιάζει τα από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ δικαιώματα του κατηγορουμένου, αφού ο ίδιος, κατά την διαδικασία, δεν ζήτησε την εξέταση των εν λόγω λαθρομεταναστών, το δε Δικαστήριο του απέρριψε αναιτιολόγητα το αίτημα αυτό, ώστε να δύναται να προβάλει τις πιο πάνω αιτιάσεις. Κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις του αυτού αναιρεσείοντος απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη, στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).



ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5/7/2007 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως (αρ, πρωτ. 6243/6-7-2007) του χ1, και ήδη κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή Λάρισας, κατά της 45/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, που συνεδρίασε στην μεταβατική του έδρα στη Σάμο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή