Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2019 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ναρκωτικά, Ε.Σ.Δ.Α., Ακροάσεως έλλειψη, Διερμηνέα διορισμός.




Περίληψη:
Εισαγωγή, μεταφορά, κατοχή ναρκωτικών ουσιών από Αλβανό κατηγορούμενο. Καταδικαστική απόφαση Πενταμελούς Εφετείου. Αίτηση αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη ακροάσεως. Απορρίπτεται η αίτηση τόσο ως προς την έλλειψη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας σε σχέση με τους προβληθέντες στο δικαστήριο της ουσίας αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικών καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη και πρότερου εντίμου βίου διότι αιτιολογημένα απορρίφθηκαν από το Εφετείο. Επίσης απορρίπτεται η αίτηση και ως προς τους από τα άρθρα 510 παρ. 1 αντίστοιχα. Α΄ και Δ΄ και 171 παρ. 1 εδαφ. β, δ ΚΠΔ λόγους ότι ο Πρόεδρος αναιτιολόγητα κατά την ακροαματική διαδικασία και ειδικότερα πριν από την απολογία του κατηγορουμένου που είχε δηλώσει στην αρχή της διαδικασίας ότι γνώριζε την ελληνική γλώσσα καλώς και μπορούσε να συνεννοηθεί στα ελληνικά κατόπιν αιτήματος αυτού ότι για να απολογηθεί καλλίτερα θέλει να του διορισθεί διερμηνέας της αλβανικής γλώσσας για να απολογηθεί μιλώντας στην αλβανική, διόρισε στον κατηγορούμενο διερμηνέα της αλβανικής από τα παρευρισκόμενα στο δικαστήριο άτομα την κατονομαζόμενη που ορκίστηκε και στη συνέχεια μετέφραζε όσα ειπώθηκαν στη διαδικασία και τις αποφάσεις του δικαστηρίου χωρίς να γίνει μνεία ότι η διορισθείσα περιλαμβανόταν στον οικείο πίνακα διερμηνέων του πρωτοδικείου η ότι ήταν αδύνατο να διορισθεί άτομο από τον άνω πίνακα για συγκεκριμένη αιτία λόγω κατεπείγοντος και ότι δόθηκε πριν το διορισμό της ο λόγος στον Εισαγγελέα για να προτείνει και στον κατηγορούμενο για να ακουστεί ως προς το ζήτημά του διορισμού καθόσον ο διορισμός αυτής της διερμηνέως δεν έγινε κατά το άρθρο 233 ΚΠΔ λόγω άγνοιας ή όχι ικανοποιητικής γνώσεως από τον κατηγορούμενο της ελληνικής γλώσσας αλλά κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ για να μη στερηθεί ο κατηγορούμενος το προβλεπόμενο από αυτήν δικαίωμα του να απολογηθεί πληρέστερα.




Αριθμός 2019/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Δημητρακόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 117/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 216/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται είτε από τον ίδιο, είτε από το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς είναι απαράδεκτοι οπότε το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο από τα άνω άρθρα ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περιστάσεως. Εφ' όσον, όμως, υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός περί αναγνωρίσεως σ'αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση όμως της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλουμένης ελαφρυντικής περιστάσεως. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α' και ε', ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α') και β) ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών, δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για εισαγωγή στην Ελληνική Επικρατεία, κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών (13.275 γραμμάρια ηρωΐνης) και τον καταδίκασε σε κάθειρξη δέκα εννέα ετών και χρηματική ποινή 150.000 ευρώ, του επέβαλε δε επίσης στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων επί πενταετία και διέταξε την ισόβια απέλασή του από τη χώρα μετά την έκτιση της ποινής καθείρξεως. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων κατηγο-ρούμενος, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσαν οι συνήγοροί του εγγράφως και ανέπτυξαν και προφορικώς στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις από το άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ. μεταξύ των οποίων και αυτές από τα εδάφια α' και ε'. Σχετικά με το ελαφρυντικό από το εδάφιο ε' του άρθρου 84 παρ. 2 Π.Κ. εξέθεσε ο κατηγορούμενος ότι "από της τελέσεως των πράξεων που του αποδίδονται έχει επιδείξει καλή συμπεριφορά, απόλυτη υποταγή και σεβασμό τους σωφρονιστικούς κανόνες και ειρηνική και ήρεμη διαβίωση στη φυλακή, όπως προκύπτει από το αναγνωσθέν πιστοποιητικό καλής συμπεριφοράς της Διεύθυνσης των δικαστικών Φυλακών Λάρισας. Τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε με την αιτιολογία ότι αναιρεσείων δεν αποδείχθηκε ότι συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του καθόσον όλο αυτό το διάστημα ήταν κρατούμενος στη φυλακή και η καλή διαγωγή που επέδειξε δεν ήταν προϊόν ελεύθερης απόφασης αλλά υπαγορεύθηκε από σκοπιμότητα εν όψει δίκης του και του φόβου για την επιβολή πειθαρχικών κ.λ.π. ποινών. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη του άνω ισχυρισμού χωρίς να σφάλει ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 84 παρ. 2 εδαφ. Ε' Π.Κ., διότι, όπως προαναφέρθηκε, η διάταξη αυτή αναφέρεται στη διαγωγή του υπαιτίου ελεύθερα στην κοινωνία και η ήρεμη και ειρηνική διαβίωση του κατηγορουμένου στη φυλακή με σεβασμό και υποταγή στους σωφρονιστικούς κανόνες (όπως βεβαιώνεται ότι ήταν η συμπεριφορά του στην αναγνωσθείσα βεβαίωση της Διεύθυνσης Δικαστικών Φυλακών Λάρισας κατά τη διάρκεια που εκρατείτο εκεί) δεν στοιχειοθετεί την απαιτουμένη από την άνω διάταξη ελαφρυντική περίπτωση που πρέπει να κρίνει το Δικαστήριο ότι συντρέχει για να επιβάλει μειωμένη κατά το μέτρο που προβλέπεται στο άρθρο 83 Π.Κ.
Όσον αφορά τον έτερο ισχυρισμό για αναγνώριση ελαφρυντικής περιστάσεως υπό στοιχείο α' της παρ. 2 του άρθρου 84 Π.Κ., ο αναιρεσείων, με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που είχαν κατατεθεί από τους συνηγόρους υπεράσπισής του και καταχωρίσθηκαν στα πρακτικά συνεδρίαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και αναπτύχθηκαν προφορικώς από αυτούς, είχε επικαλεσθεί ότι στο πρόσωπό του έπρεπε να αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό της έως του χρόνου τελέσεως των αποδιδομένων σ' αυτόν εγκλημάτων έντιμης ατομικής, οικογενειακής, επαγγελματικής και γενικά κοινωνικής ζωής υποστηρίζοντας ειδικότερα ότι κατά το χρονικό διάστημα από το 1991 έως και το 1995 εργάσθηκε με αφοσίωση και εντιμότητα στα διοικητικά όργανα του χωριού ... Νομού ... στην ..., χωρίς ποτέ να έχει απασχολήσει τις τυπικές αρχές, όπως αποδεικνυόταν από έγγραφο της Αλβανικής Δημοκρατίας που προσκόμισε στο Δικαστήριο. Ακόμη υποστήριξε ότι από το 1995 έως το 1997 εργαζόταν στα αστυνομικά όργανα του Αλβανικού Κράτους, όπως αυτό προέκυπτε από σχετική βεβαίωση του Αστυνομικού Διευθυντή Κορυτσάς και κατά την περίοδο 1999 ως τελωνειακός υπάλληλος έχοντας λάβει και εύφημη μνεία λόγω της έντονης δράσης του κατά της εγκληματικότητας, εργαζόμενος σκληρά όλο αυτό το διάστημα έχοντας αναπτύξει σταθερή δραστηριότητα και με μοναδικό του πόρο τα έσοδα από τη δουλειά του και όντας μέχρι τη σύλληψή του ευυπόληπτος πολίτης, όπως δεχόταν το φιλικό και το ευρύτερο οικογενειακό του περιβάλλον και επιβεβαιωνόταν και από το λευκό ποινικό μητρώο του τόσον στην Ελλάδα όσο και στην Αλβανία. Είχε επικαλεσθεί ο αναιρεσείων προς ευδοκίμηση του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του επιπροσθέτως και τα όσα ανέφερε προς υποστήριξη ετέρων επίσης απορριφθέντων με την προσβαλλόμενη απόφαση ισχυρισμών του για συνδρομή καταστάσεως ανάγκης που απέκλειε τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως μεταφοράς ναρκωτικών στην Ελλάδα και τον καταλογισμό αυτής στον ίδιο ως ενεργήσας αυτήν την μεταφορά υπό το βάρος σοβαρότατης απειλής και τρομοκρατημένος από το ενδεχόμενο της θανάτωσης του υιού του από τους δύο κακοποιούς που ανέφερε ότι τον απείλησαν ότι εάν δεν τους βοηθούσε θα είχε πρόβλημα με τα τέκνα του και για τους οποίους υποστήριξε ότι θεωρούσαν ότι δεν θα γινόταν έλεγχος στο αυτοκίνητό του από τις ελληνικές αρχές λόγω της ιδιότητός του ως τελωνειακού υπαλλήλου και ότι δεν θα τολμούσε (ο αναιρεσείων) να απευθυνθεί στην αστυνομία όσο ο υιός του απειλείτο. Τον εν λόγω ισχυρισμό αναγνώρισης ελαφρυντικού προτέρου εντίμου βίου του αναιρεσείοντος απέρριψε το δικαστήριο της ουσίας ως αβάσιμο με την εξής αιτιολογία: "Από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου οι αιτούμενες ελαφρυντικές περιστάσεις και το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί. Ειδικότερα αναφορικά με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ. αποδείχθηκε ότι η ενασχόληση του κατηγορουμένου, όντας τελωνειακού υπαλλήλου της Αλβανικής Δημοκρατίας με το εμπόριο ναρκωτικών και μάλιστα μιας τόσο μεγάλης ποσότητας ηρωΐνης αξίας εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, προϋποθέτει γνώση των ανθρώπων που συμμετέχουν στο κύκλωμα εμπορίας ναρκωτικών και συνάφεια μ' αυτούς, γεγονός που σημαίνει ότι δεν ζούσε έντιμη ατομική ζωή". Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι η κατά την ανωτέρω έννοια απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη για την απόρριψη του παραπάνω αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος. Το Δικαστήριο απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος εκθέτοντας τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυπταν από την αποδεικτική διαδικασία και το οδήγησαν στην κρίση ότι ο κατηγορούμενος δεν έζησε έως το χρόνο κατά τον οποίο έλαβε χώρα το έγκλημα έντιμη ατομική ζωή και δεν έκρινε παραβλέποντας να αξιολογήσει και να συνεκτιμήσει τις αποδείξεις μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα που προσεκόμισε και επικαλέσθηκε ο κατηγορούμενος και αναγνώσθηκαν όπως προκύπτει από τα πρακτικά και το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Η αιτιολογία του Δικαστηρίου της ουσίας για την απόρριψη του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος δεν στηρίζεται στα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση των πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος αλλά σε αρνητικά περιστατικά από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου έως το χρόνο που έλαβαν χώρα οι εγκληματικές πράξεις που έγινε δεκτό ότι τέλεσε. Για να θεμελιωθεί το από το άρθρο 84 παρ. 2α Π.Κ. ελαφρυντικό πρέπει ο έντιμος βίος του υπαιτίου να ανάγεται σε όλες τις εκδηλώσεις της προσωπικής, επαγγελματικής και κοινωνικής του ζωής και στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται μνεία περιστατικών που προέκυψαν από τα έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσεκόμισε η υπεράσπιση του κατηγορουμένου και από την αξιολόγηση των κατά τις ορθές άλλωστε παραδοχές της προσβαλλομένης δεν θεμελιωνόταν η άνω ελαφρυντική περίσταση. Το Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτουμένη σαφή, χωρίς λογικά κενά, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος περί συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων που ζητήθηκε από την υπεράσπιση του αναιρεσείοντος και προβλέπονται από τις άνω διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 2 Π.Κ., τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Είναι επομένως απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. σχετικοί δύο πρώτοι λόγοι για αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Από τις διατάξεις του άρθρου 138 παρ. 2, 3 και αυτές του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. β' και δ' Κ.Ποιν.Δ. συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται να εκδίδεται απόφαση ή οποιαδήποτε διάταξη του δικαστή κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αν προηγουμένως δεν προτείνει ο εισαγγελέας, ακουσθούν δε οι παρόντες διάδικοι. Η παράλειψη της προηγουμένης ακροάσεως είτε του εισαγγελέα, είτε ειδικά του κατηγορουμένου, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το ανωτέρω άρθρο 171 παρ. 1 εδ. β' και δ' Κ.Ποιν.Δ., η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 233 παρ. 1 και 2 Κ.Ποιν. Δ., όπως η δεύτερη παράγραφος προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 10 ν.2408/1996, όταν πρόκειται να εξετασθεί κατηγορουμένος, αστικώς υπεύθυνος ή μάρτυρας που δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα, εκείνος που διενεργεί την ανάκριση ή εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση, διορίζει διερμηνέα. Ο διορισμός του διερμηνέα γίνεται από πίνακα που καταρτίζεται κάθε χρόνο, όπως αναλυτικά προβλέπει η προαναφερόμενη διάταξη. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις και εφόσον δεν είναι δυνατόν να διορισθεί διερμηνέας από εκείνους που είναι εγγεγραμμένοι στο σχετικό πίνακα, μπορεί να διοριστεί διερμηνέας και πρόσωπο που δεν περιλαμβάνεται σ' αυτόν". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 139 Κ.Ποιν.Δ. που προστέθηκε επίσης με τον ανωτέρω νόμο και ορίζει "ότι αιτιολογία απαιτείται σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε", προκύπτει ότι η διάταξη του διευθύνοντος τη συζήτηση, με την οποία διορίζεται ως διερμηνέας πρόσωπο, το οποίο δεν περιλαμβάνεται στον οικείο πίνακα, που καταρτίζεται κάθε έτος από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν περιέχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (ΑΠ 1635/2008, ΑΠ 1125/2008, ΑΠ 725/2009). Για να σημειωθεί η παραβίαση από το μη διορισμό διερμηνέα, πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά ότι ο αλλοδαπός κατηγορούμενος δήλωσε τη μη επαρκή γνώση (μη ικανοποιητικού βαθμού επικοινωνίας) της ελληνικής γλώσσας ή ότι εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση διαπίστωσε τούτο με οποιονδήποτε τρόπο. Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων δεν προκύπτει ότι δήλωσε ο κατηγορούμενος κατά την έναρξη της διαδικασίας ότι δεν ομιλεί ή ότι δεν γνωρίζει επαρκώς την Ελληνική αλλά μόνο την Αλβανική γλώσσα. Έτσι προχώρησε το Δικαστήριο κατά τη λήψη των στοιχείων ταυτότητός του στην έρευνα του τυπικά παραδεκτού της εφέσεως, για το οποίο δόθηκε ο λόγος και στον κατηγορούμενο, όπως και στη λήψη πληροφοριών από τον τελευταίο για τις πράξεις που του αποδίδονται, υπενθυμίζοντάς του ότι η απολογία του θα γίνει στο τέλος της διαδικασίας καθώς και στην εξέταση των μαρτύρων μετά την υποβολή των αυτοτελών ισχυρισμών από τους συνηγόρους του κατηγορουμένου. Προκύπτει ακόμη από τα άνω πρακτικά συνεδριάσεως όταν ο Διευθύνων τη συζήτηση μετά την εξέταση των μαρτύρων υπερασπίσεως κάλεσε τον κατηγορούμενο να απολογηθεί ο τελευταίος δήλωσε ότι ενώ γνωρίζει και ομιλεί την ελληνική γλώσσα και μέχρι το σημείο εκείνο κατάλαβε τη διαδικασία, πλην όμως δυσκολευόταν να απολογηθεί στα ελληνικά και ζήτησε το διορισμό διερμηνέα, προκειμένου να απολογηθεί με μεγαλύτερη σαφήνεια και ακρίβεια και ότι ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου γι' αυτό διόρισε, σύμφωνα με το άρθρο 233 Κ.Ποιν.Δ. διερμηνέα την ευρισκόμενη στο ακροατήριο ..., η οποία ορκίσθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 218 και 236 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. ότι θα μεταφράσει με ακρίβεια και πιστότητα όλα όσα θα ειπωθούν κατά τη συζήτηση και στη συνέχεια απολογήθηκε ο κατηγορούμενος μέσω της διερμηνέα που μετέφραζε προς το Δικαστήριο και τον κατηγορούμενο όλα όσα ειπώθηκαν κατά τη διαδικασία καθώς και τις αποφάσεις του Δικαστηρίου. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι δεν διορίσθηκε στην προκειμένη περίπτωση διερμηνέας στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο λόγω αγνοίας όχι ικανοποιητικής γνώσεως της ελληνικής γλώσσας από αυτόν, ούτε διότι ο διευθύνων τη συζήτηση στο ακροατήριο του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος δεν γνωρίζει καλά την ελληνική γλώσσα αλλά ομιλεί μόνο την αλβανική. Ο Πρόεδρος του άνω δικαστηρίου εξετίμησε ως αναγκαίο το διορισμό διερμηνέα στην αλβανική γλώσσα για να μη στερηθεί ο κατηγορούμενος δικαίωμά του προβλεπόμενο και από το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. που ζήτησε να ασκήσει, να απολογηθεί δηλαδή πληρέστερα, εκφραζόμενος στην αλβανική λόγω δυσκολίας του να απολογηθεί στα ελληνικά. Διαπιστώνεται από τα παραπάνω ότι δεν συνέτρεχαν οι τιθέμενες από το άρθρο 233 Κ.Ποιν.Δ. προϋποθέσεις παντελούς άγνοιας ή μη επαρκούς γνώσεως της ελληνικής γλώσσας από τον κατηγορούμενο για να είναι επιβεβλημένο να τηρηθούν όσες διατυπώσεις αναφέρονται στο άρθρο αυτό για τον τρόπο διορισμού διερμηνέα στον κατηγορούμενο στο ακροατήριο στην κατ' έφεση δίκη προς διευκόλυνσή του στο στάδιο της απολογίας του και ειδικότερα ότι προκειμένου να θεωρηθεί ως περιέχουσα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία έπρεπε να αναφέρεται στη διάταξη του Προέδρου για το διορισμό διερμηνέα ότι η διερμηνέας που ορίστηκε περιλαμβανόταν στον οικείο πίνακα των διερμηνέων του Πρωτοδικείου που καταρτίζεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 233 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δικ. και αν διορίσθηκε άλλος ως διερμηνέας εκτός από τους αναφερόμενους στον οικείο πίνακα για ποιά αίτια ήταν αδύνατο να ορισθεί από εκείνους τους άνω πίνακα ή ότι συνέτρεχε κάποια επείγουσα περίπτωση που να επέβαλε διορισμό διερμηνέα εκτός του πίνακα. Ήταν επαρκώς αιτιολογημένη η παραπάνω διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου στην προσβαλλόμενη απόφαση για διορισμό προσώπου που ήταν στο ακροατήριο, χωρίς να ανήκει στους περιλαμβανόμενους στον πίνακα του Δικαστηρίου, ως διερμηνέα προς διευκόλυνση του κατηγορουμένου, παρά το ότι εγνώριζε καλώς την ελληνική γλώσσα να εκφρασθεί με μεγαλύτερη σαφήνεια και πληρότητα μιλώντας στην αλβανική ενώ στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είχε εξ αρχής δηλώσει ότι αγνοεί την ελληνική και ομιλεί μόνον την αλβανική και ζήτησε και του διορίσθηκε διερμηνέας κατά την απολογία του στο ακροατήριο του Πενταμελούς Εφετείου. Και δεν επρόκειτο για διάταξη πριν την έκδοση της οποίας έπρεπε να δοθεί ο λόγος στον Εισαγγελέα για να προτείνει και να ακουσθεί και ο κατηγορούμενος για να μην προκληθεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω παράλειψης προηγούμενης ακροάσεως των κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. β' και δ' Κ.Ποιν.Δ. Είναι κατ' ακολουθίαν απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' Κ.Ποιν.Δικ. σχετικοί δύο τελευταίοι λόγοι αναιρέσεως για το ότι δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία που περιέχεται στην παραπάνω διάταξη που διόρισε την αναφερόμενη διερμηνέα χωρίς να αναφέρεται ότι περιλαμβανόταν στον οικείο πίνακα των διερμηνέων του Πρωτοδικείου ούτε τους λόγους που συνέτρεχαν για τον εκτός των διερμηνέων του πίνακα αυτού διορισμό της και για απόλυτη ακυρότητα των κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο από παράλειψη προηγουμένης ακροάσεως του Εισαγγελέα και του κατηγορουμένου. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.).

Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 22.1.2009 αίτηση του ... για αναίρεση της 117/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Οκτωβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ