Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 834 / 2013    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Αγωγή αναγνωριστική, Γαίες, Έλλειψη νόμιμης βάσης, Προτάσεις.




Περίληψη:
Τήρηση προδικασίας αρθρ. 8 Ν. 1539/38, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με Ν. 2732/1999 (αρθρ. 24). Για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης κατά 562 Κ.Πολ.Δικ. πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός και αν ακόμη είναι δημοσίας τάξεως υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. 559 αρ. 19 δεν ιδρύεται ο λόγος όταν υπό την επίφαση της ελλείψεως νόμιμου βάσεως πλήττεται η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.




Αριθμός 834/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Βαρδακαστάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Χ. του Κ., 2) Δ. Χ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βουκελάτο, και 3) Α. χήρας Κ. Χ., η οποία δεν παραστάθηκε.
Στο σημείο αυτό ο δικηγόρος δήλωσε ότι η τρίτη αναιρεσίβλητη απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους 1ο και 2ο των ήδη αναιρεσιβλήτων καθώς και από τις κόρες της: α) Θ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., β) Κ. συζ. Κ. Κ., το γένος Κ. Χ., κατοίκου ..., και γ) Ε. χήρας Δ. Κ., το γένος Κ. Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/5/2003 αγωγή των 1ου και 2ου ήδη αναιρεσιβλήτων και της αρχικής διαδίκου Α. Χ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 133/2005 του ιδίου Δικαστηρίου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων λόγω αρμοδιότητας, 424/2007 μη οριστική και 231/2009 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16/12/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 27/9/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Δημάδη με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999, με το οποίο αντικαταστάθηκε η παραγρ. 1 του άρθρου 8 του ΑΝ 1539/1938, ορίζει ότι: "οποιοσδήποτε αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο, εκτός της νομής, εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, ανεξάρτητα αν αυτό κατέχεται από το Δημόσιο ή τον ίδιο, οφείλει, πριν υποβάλλει σχετική αγωγή στο αρμόδιο, κατά τις κείμενες διατάξεις, δικαστήριο, να κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αίτηση, η οποία θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, δηλαδή το δικαίωμά του, το είδος, την έκταση, την ακριβή θέση όπου κείται το ακίνητο, και τα όριά του, μετά τοπογραφικού διαγράμματος, συνταγμένου από μηχανικό, και τους τίτλους στους οποίους στηρίζει το δικαίωμά του, ως και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση κατοικίας των μαρτύρων, οι οποίοι μπορούν να καταθέσουν υπέρ αυτού", καθώς και ότι "αγωγή, που ασκείται χωρίς να έχει τηρηθεί η ως άνω προδικασία, κηρύσσεται απαράδεκτη από το αρμόδιο δικαστήριο". Γίνεται φανερό ότι με το άρθρο αυτό, η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευση του νόμου τούτου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 28 του ίδιου νόμου) στις 30.7.1999, καθιερώνεται, κατά τροποποίηση της σχετικής ρυθμίσεως του άρθρου 8 παρ.1 του ΑΝ 1539/1938, η τήρηση της προδικασίας της αιτήσεως θεραπείας, πριν από την άσκηση οποιασδήποτε κατά του Δημοσίου διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής ανεξαρτήτως αν το ακίνητο κατέχεται ή όχι από το Δημόσιο. Η νέα αυτή νομοθετική ρύθμιση εναρμονίζεται, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου, πληρέστερα από την συνταγματικώς επιβαλλόμενη προστασία των δασών και του περιβάλλοντος γενικότερα (άρθρα 24 και 117 του Συντάγματος), είναι δε διάταξη δημοσίας τάξεως, ως θεσπισθείσα προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, ενώ παράλληλα , διευκολύνει και τους έναντι του δημοσίου προβάλλοντες εμπράγματα δικαιώματα ιδιώτες, δεν αντίκειται δε στο Σύνταγμα (άρθρ. 4 και 20 παρ.1 αυτού - αρχή της ισότητας και της παροχής εννόμου προστασίας), ούτε στην αρχή της δίκαιης δίκης και της απαγόρευσης διακρίσεων, καθώς και τις προστασίας της περιουσίας των άρθρων 6 και 14 της ΕΣΔΑ και του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής (ΑΠ 1128/2012). Έτσι από τις 30.7.1999 και εφεξής η τήρηση της εν λόγω διοικητικής προδικασίας, αποτελούσα προϋπόθεση του παραδεκτού της σχετικής αγωγής και εξεταζομένη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης (ΑΠ 1738/2012), απαιτείται όχι μόνο εφόσον το ακίνητο κατέχεται από το Δημόσιο, όπως γινόταν δεκτό από το προηγούμενο καθεστώς, αλλά και όταν δεν κατέχεται από το Δημόσιο (ΑΠ 692/2009). Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔικ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων της αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο (ΑΠ 179/2013, ΑΠ 1103/2011). Πρέπει δηλαδή ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο. Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί το πρώτο στον Άρειο Πάγο, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τους στηρίζουν προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 1401/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε αυτεπάγγελτα απαράδεκτη την αγωγή λόγω μη τηρήσεως της προδικασίας της αναφερομένης στη νομική σκέψη διατάξεως του άρθρου 8 του Ν. 1539/1939, όπως τούτο, ενόψει του χρόνου ασκήσεως της αγωγής (2003), ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999. Ο λόγος αυτός, που κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, ανάγεται σε ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη, είναι αόριστος, καθόσον οι αιτιάσεις του περιορίζονται στο ότι το επικαλούμενο απαράδεκτο δεν λήφθηκε υπόψη αυτεπάγγελτα, ενώ δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν ο εν λόγω ισχυρισμός και τα περιστατικά που τον στηρίζουν υποβλήθηκαν στο Εφετείο και δη είτε με νόμιμη επαναφορά τους (άρθρο 240 ΚΠολΔικ), είτε το πρώτον στο Εφετείο, ενόψει του ότι αφορούν σε ισχυρισμό που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα (άρθρ. 269 και 527 παρ.3 ΚΠολΔικ). Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί με την επισήμανση ότι από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔικ) προκύπτει ότι στις από 1.11.2004 προτάσεις των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων στο πρωτόδικο δικαστήριο γίνεται επίκληση της τηρήσεως της παραπάνω προδικασίας. Επειδή κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 12-13/1995). Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των όρων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της (ΑΠ 481/2013, ΑΠ 486/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στα πλαίσια της αξιολογήσεως των επί μέρους αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα των καταθέσεων των μαρτύρων, της από 22-5-2002 εκθέσεως αυτοψίας, της από 25-11-2008 εκθέσεως δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την υπ' αριθμ. 424/2007 παρεμπίπτουσα απόφαση του Εφετείου πραγματογνώμονα Γεωργίου Γκούρα, του υπ' αριθμ. 9805/2.11.2004 εγγράφου των υπηρεσιακών απόψεων του Δασαρχείου Ιωαννίνων και του από 12-4-1996 Πρωτοκόλλου Οριστικού Αποτερματισμού και Οριοθέτησης των Δημοσίων και Δασικών Εκτάσεων της Περιφέρειας Κοινότητας Αναργύρων Δωδώνης, κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ότι η επίδικη εδαφική έκταση ήταν καλλιεργήσιμη και όχι δασική, ήδη από τα χρόνια της τουρκοκρατίας και ότι λόγω της φύσεώς της αυτής ήταν επιδεκτική αποκτήσεως δικαιώματος εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), με την επί συνεχή δεκαετία καλλιέργειά της από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων. Ο λόγος αυτός στον οποίο δεν διαλαμβάνονται οι αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες και τα ζητήματα στα οποία αφορούν και που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, είναι απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίφασης της επίκλησης της ελλείψεως νομίμου βάσεως πλήττεται η ορθότητα της εκτιμήσεως των αποδείξεων και η αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του Εφετείου. Ειδικότερα η αιτίαση ως προς την εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων και την αξιοπιστία τους είναι απαράδεκτη, αφού τούτο ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων των αναιρεσιβλήτων μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος, όπως τούτο συνάγεται από την καθιερώνουσα την αρχή της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔικ (Ολ.ΑΠ 907/2006, ΑΠ 92/2013, ΑΠ 1740/2012). Επίσης απαράδεκτη είναι η αιτίαση ως προς την ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και την μη ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, καθόσον οι επικαλούμενες αυτές ελλείψεις δεν συνιστούν, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού το αποδεικτικό πόρισμα, όπως δεν αμφισβητείται διατυπώνεται σαφώς, ενώ η αιτίαση περί του ότι το πόρισμα αυτό είναι αντίθετο με τις αποδείξεις, πλήττει την περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, η οποία κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔικ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 92/2013, ΑΠ 193/2013). Αυτά ανεξάρτητα από το ότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η προσβαλλομένη απόφαση στηρίχθηκε στις διατάξεις περί Γαιών της Οθωμανικής Νομοθεσίας (δικαίωμα Εξουσιάσεως κατά το άρθρο 78 του νόμου περί Γαιών της 7ης Ραμαζάν), ενώ τούτο δεν συμβαίνει, καθόσον η κρίση του Εφετείου περί της κυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, στηρίχθηκε αποκλειστικά στην παραδοχή ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός τους Δ. Ζ., έγινε κύριος και νομέας του επιδίκου, το οποίο ταυτίζεται εξ ολοκλήρου με το περιγραφόμενο στο νόμιμα μεταγεγραμμένο και εκδοθέν στο όνομά του υπ' αριθμ. 2748/1932 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας, με βάση το παραχωρητήριο αυτό, καθώς και στο γεγονός ότι μετά τον θάνατό του, το έτος 1972, οι αναιρεσίβλητοι-ενάγοντες τον διαδέχθηκαν στη νομή του επιδίκου ως κληρονόμοι και ότι άσκησαν τη νομή αυτή επί συνεχή εικοσαετία. Η αναφορά του Εφετείου στη φύση του επιδίκου ως "καλλιεργησίμου εκτάσεως" γίνεται διηγηματικά και στα πλαίσια της γενικότερης πραγματικής επιχειρηματολογίας του προς υποδήλωση και μόνο του γεγονότος ότι το παραχωρηθέν ακίνητο ταυτίζεται με το επίδικο και προς αντίκρουση του αρνητικού της αγωγής ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι δεν υφίσταται η ταύτιση αυτή. Πρέπει λοιπόν και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της να απορριφθούν. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του (άρθρ. 183 και 186 ΚΠολΔικ) πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, (που έχουν κοινή νομική συμπαράσταση), τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν. 3693/1997, που διατηρήθηκε σε ισχύ, με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝ ΚΠολΔικ και όπως τούτο ισχύει, μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'11/20.1.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 του Ν. 1738/1987 (ΑΠ 481/2013, ΑΠ 193/2013).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.12.2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 231/2009 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή