Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1710 / 2008    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Ακυρότητα απόλυτη, Κατηγορίας μεταβολή, Καταδολίευση δανειστών.




Περίληψη:
Έννοια και στοιχεία καταδολίευσης δανειστών. Υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα. Η παραδοχή από το εφετείο άλλου τρόπου τελέσεως του εγκλήματος (απόκρυψη αντί μεταβίβαση) από εκείνον με τον οποίο έγινε η παραπομπή σε δίκη και καταδικάστηκε πρωτοδίκως ο κατηγορούμενος, δεν συνιστά μεταβολή της κατηγορίας. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη.





ΑΡΙΘΜΟΣ 1710/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο (ο οποίος ορίστηκε, προς συμπλήρωση της συνθέσεως, με την 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Σιέτο, περί αναιρέσεως της 2919/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2037/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 397 του ΠΚ, ο οφειλέτης που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, βλάπτοντας, καταστρέφοντας ή καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνονται χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξιες, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή σύμφωνα με άλλη διάταξη. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της καταδολίευσης δανειστών είναι υπαλλακτικώς μικτό, υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι τελέσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος μπορούν να εναλλαχθούν. Εξάλλου, μεταβολή της κατηγορίας, που συνεπάγεται, κατά το άρθρο 171 παρ.1β' ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και καθιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα αναιρετικό λόγο, συνεπεία της μη τήρησης των διατάξεων των άρθρων 27 και 43 ΚΠΔ, οι οποίες καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα, υπάρχει, όταν η πράξη, για την οποία επήλθε η καταδίκη του κατηγορουμένου, είναι ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, και παραπέμφθηκε αυτός σε δίκη, κατά χρόνο, τόπο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις που θεμελιώνουν το έγκλημα, για το οποίο η κατηγορία, και όχι όταν, κατ' άρθρο 371 παρ.3 ΚΠΔ, προσδιορίζονται με περισσότερη ακρίβεια τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία ή υπό τα αυτά περιστατικά δίδεται ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της ιδίας πράξης. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή για τον έλεγχο της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι κατά του αναιρεσείοντος ασκήθηκε ποινική δίωξη και με το από 23-6-2004 κλητήριο θέσπισμα παραπέμφθηκε να δικασθεί, καταδικάσθηκε δε με την υπ'αριθμ. 289/2006 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για το ότι " .... Την 13-12-2001 μεταβίβασε χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα το με αρ. κυκλοφορίας ...... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο μάρκας CITROEN τύπου .... ιδιοκτησίας του στον πατέρα του Γ1 με αποτέλεσμα να ματαιώσει ολικά την ικανοποίηση της ως άνω εγκαλούσας... ". Ακολούθως, επί εφέσεώς του εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 2919/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία στο διατακτικό της και σε συνέπεια των παραδοχών της στο σκεπτικό, ο κατηγορούμενος κηρύσσεται ένοχος του ότι " ... την 13-12-2001 απέκρυψε από την εγκαλούσα Ψ1 το με αριθμό κυκλοφορίας ...... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο μάρκας CITROEN τύπου .... ιδιοκτησίας του, το οποίο βρισκόταν ακόμη στην κυριότητά του με αποτέλεσμα να ματαιώσει ολικά την ικανοποίηση της άνω εγκαλούσας...". Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, την καταδικαστική κρίση στήριξε στα ίδια πραγματικά περιστατικά, κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις που θεμελιώνουν το έγκλημα για το οποίο παραπέμφθηκε σε δίκη ο κατηγορούμενος, εκτιμώντας δε ορθότερα τα περιστατικά αυτά, ως προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, δέχεται ότι η ολική ματαίωση της ικανοποιήσεως της παθούσας επήλθε όχι δια της μεταβιβάσεως του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου που αυτός εξακολουθούσε να έχει στην κατοχή του, αλλά δια της αποκρύψεως και μη ανευρέσεως αυτού από τον δικαστικό επιμελητή ο οποίος επρόκειτο να εκτελέσει δικαστική απόφαση. Δέχεται, δηλαδή, το δικαστήριο άλλο τρόπο από τους υπαλλακτικώς οριζομένους στο άρθρο 397 ΠΚ και δη εκείνο της απόκρυψης, χωρίς από τον κατά τρόπο αυτό πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος να επέρχεται μεταβολή της κατηγορίας, υπό την έννοια ότι ο κατηγορούμενος δικάστηκε για άλλη πράξη από εκείνη για την οποία ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη.
Συνεπώς, όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ότι δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση επήλθε ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας και κατά συνέπεια απόλυτη ακυρότητα, είναι αβάσιμα, και πρέπει ο συναφής από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ.- Η κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια, και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις στις οποίες θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατ' είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή των διατάξεων αυτών, που συνιστά τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υφίσταται, όταν ο δικαστής προσδίδει σε αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη, που έχουν πραγματικά, ή όταν δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στις εφαρμοσθείσες διατάξεις, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής τους συντρέχει και όταν η παράβαση των διατάξεων αυτών γίνεται εκ πλαγίου, για το ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ".. ο κατηγορούμενος στις 13-12-2001 όταν μετέβη στην οικία του, που βρίσκεται στο .....και επί της οδού ......., ο δικαστικός επιμελητής του Πρωτοδικείου Πειραιώς ...., προκειμένου να προβεί στην εκτέλεση των κατωτέρω απαιτήσεων σύμφωνα με τις υπ' αριθ. 6837 και 6836/2001 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας Ασφαλιστικών μέτρων), με τις οποίες είχαν επιδικάσει στην εγκαλούσα μηνιαία διατροφή και έξοδα τοκετού και στο ανήλικο τέκνο της διατροφή, σε βάρος του (κατηγορουμένου), και οι οποίες αποφάσεις είχαν επιδοθεί σ' αυτόν στις ..... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού Αθηνών .....) και επομένως είχε λάβει γνώση των εις βάρος του απαιτήσεων της πολιτικώς ενάγουσας, εκδήλωσε στον ανωτέρω, δικαστικού Επιμελητή ......, ότι το υπ' αριθμ. ...... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του, το είχε μεταβιβάσει την ίδια ημέρα δηλαδή στις 13-12-2001 στον πατέρα του Γ1 αρνηθείς μάλιστα να του παραδώσει τα κλειδιά του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να αποχωρήσει ο εν λόγω δικαστικός επιμελητής χωρίς να προβεί σε εκτέλεση των απαιτήσεων της πολιτικώς ενάγουσας. Όπως, όμως αποδείχτηκε τα ως άνω αποδεικτικά μέσα ο κατηγορούμενος την ως άνω ημεροχρονολογία (15-12-2001) είχε στην κατοχή του του ως άνω αυτοκινήτου του και το μεταβίβασε στη Ι.Δ. ΜΕΡΚΟΥΡΑΚΗΣ ΑΕΕ στις 20-12-2001, δηλαδή μετά το χρόνο που ο δικαστικός επιμελητής........προσπάθησε να εκτελέσει τις παραπάνω αποφάσεις. Με τη δήλωση του κατηγορούμενου προς τον δικαστικό επιμελητή ότι έχει μεταβιβάσει το αυτοκίνητο στο πατέρα του γ1 την μη παράδοση σ' αυτόν των κλειδιών του ανωτέρω αυτοκινήτου, απέκρυψε από την δανείστρια εγκαλούσα περιουσιακό του στοιχείο, με εντεύθεν συνέπεια την ματαίωση της αξιώσεως κατ' αυτού της τελευταίας, καθόσον αυτός δεν είχε άλλα περιουσιακά στοιχεία. Με βάση τα ανωτέρω πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος διότι απέκρυψε περιουσιακά του στοιχεία ματαιώνοντας ειδικά την ικανοποίηση της απαιτήσεως της δανείστριας εγκαλούσας. Με τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της καταδολίευσης δανειστών, για την οποία, κατά επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, όπως εκτέθηκε, καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ειδικότερη αιτίαση ότι κακώς δέχεται το δικαστήριο απόκρυψη του αυτοκινήτου ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι τούτο είχε μεταβιβασθεί χωρίς αντάλλαγμα στον πατέρα του είναι απαράδεκτη και απορριπτέα διότι πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, και οι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, με τους οποίους προβάλλεται η πλημμέλεια αφενός της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι.
Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 426/29-11-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 2919/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2008.


Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ