Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1311 / 2012    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ανθρωποκτονία από αμέλεια.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία επιτόκου κατά την καισαρική τομή, από αμέλεια αναισθησιολόγου και γυναικολόγου χειρουργού ιατρού. Έννοια 15,28,302 ΠΚ. (ΑΠ 221, 535, 543/2008, 2024/2007). Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. παραδεκτά γίνεται χρήση στο αιτιολογικό της κατάθεσης μάρτυρος εξετασθέντος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εφόσον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αναγνώσθηκαν, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, η πρωτοβάθμια απόφαση με τα πρακτικά αυτής, γιατί μέσω των πρακτικών αυτών αναγνώσθηκε στο Εφετείο και η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν προκύπτει ότι πρόκειται για μη αναγνωσθείσα προανακριτική κατάθεση ή για ανύπαρκτη κατάθεση του μάρτυρος αυτού. δεν υπάρχει ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας όταν το δικαστήριο προσδιορίζει ακριβέστερα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τον τρόπο τελέσεως της πράξεως και ειδικότερα όταν προσδιορίζει ακριβέστερα, τα κατά την αποδεικτική διαδικασία, προκύψαντα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αμέλεια του κατηγορουμένου, ούτε όταν, μετά την ποινική δίωξη για σωματική βλάβη από αμέλεια, επήλθεν από την ίδια αιτία ο θάνατος του παθόντος, οπότε οι δύο αυτές αξιόποινες πράξεις σωματικής βλάβης και ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ταυτίζονται ως προς όλα τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της υπόστασης τους, διαφέρουν δε μόνον ως προς το επελθόν αποτέλεσμα, το οποίο όμως εμπεριέχεται στην αιτιώδη δυναμικότητα της διωχθείσας αρχικά πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια (βλ. και ΑΠ 1438/2001, 650/1992).




Αριθμός 1311/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Σ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Εμμανουηλίδη και 2) Σ. Ν. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Κοψαχείλη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1435/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Κ. του Σ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Πακιρτζίδου.

Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 12 και 9 Σεπτεμβρίου 2011 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1077/2011.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 2 και 498 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Προκειμένου, ειδικότερα, για έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, η διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19 του Ν. 2408/1996, ορίζει ότι "η άσκηση εφέσεως από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αιτιολόγηση της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και πρέπει να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, δηλαδή, πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση (ΟλΑΠ 9/2005). Αν η έφεση του Εισαγγελέα δεν έχει τέτοια ειδική αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, την κρίνει παραδεκτή και, ακολούθως, εξετάζοντας την ουσία της υποθέσεως, καταλήγει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση της εξουσίας του, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 1435/2011 απόφαση, όπως από αυτή και τα πρακτικά της προκύπτει, το δίκασαν Τριμελές Εφετείο Λάρισας δέχθηκε τυπικά την 109/8-4-2010 έφεση που άσκησε ο Αντεισαγγελέας Πλημμελειοδικών Λάρισας κατά της με αριθ. 186/2010 αθωωτικής για σωματική βλάβη από αμέλεια αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας και, στη συνέχεια, αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, κήρυξε ενόχους τους δύο κατηγορούμενους -αναιρεσείοντες ιατρούς για ανθρωποκτονία από αμέλεια της ίδιας παθούσας που στο μεταξύ απεβίωσε μετά την αρχικά ασκηθείσα ποινική δίωξη. Στην έκθεση που συντάχθηκε για την ανωτέρω έφεση του Εισαγγελέα από την αρμόδια Γραμματέα Πλημμελειοδικών Λάρισας, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για την έρευνα του κατωτέρω λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, αναφέρεται ότι ο εν λόγω Εισαγγελέας ασκεί έφεση κατά της πρωτόδικης απαλλακτικής αποφάσεως διότι: "Από τα στοιχεία της δικογραφίας και την εν γένει ακροαματική διαδικασία, τα έγγραφα, τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, τις καταθέσεις του πολιτικώς ενάγοντος και των μαρτύρων, καθώς και τις απολογίες των κατηγορουμένων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: η ’. Χ.-Κ., γεννηθείσα στις 9-11-1963, δηλαδή ηλικίας 40 ετών περίπου, έγκυος, διανύουσα την 36η εβδομάδα της κυήσεως, κατόπιν υπόδειξης του μαιευτήρα-χειρουργού-γυναικολόγου της Σ. Ν., δηλαδή του δευτέρου κατηγορουμένου, εισήχθη στις 16-10-2003 περί ώρα 06:30 περίπου στην ιδιωτική μαιευτική κλινική της Λάρισας "...", προκειμένου να υποβληθεί σε τοκετό με καισαρική τομή. Κατά τους ισχυρισμούς του δευτέρου κατηγορουμένου, που προσκόμισε σχετικές εκτυπώσεις στοιχείων καταχωρισμένων στον υπολογιστή του, ήταν απαραίτητο η ανωτέρω να υποβληθεί σε τοκετό με καισαρική τομή, λόγω του ότι σε πλείονα του ενός καρδιοτοκογραφήματα είχε διαπιστώσει χαμηλή διαφοροποίηση του βασικού καρδιακού ρυθμού του εμβρύου, που επέβαλε τη διενέργεια του τοκετού, ο οποίος κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, χαρακτηρίζεται ως πρόωρος με βάση την εβδομάδα της κύησης. Περά από την ηλικία των 40 ετών, η επίτοκος παρουσίαζε και διαβήτη κυήσεως, η εμφάνιση του οποίου είναι συνήθης στις εγκύους και δεν συνιστά παθολογική κατάσταση, ενέχει δε περισσότερους κινδύνους για το έμβρυο παρά για την επίτοκο, ενώ κατά τα λοιπά ήταν υγιέστατη. Ο συγκεκριμένος τοκετός ήταν καθ' όλα προγραμματισμένος, δεν επρόκειτο δηλαδή για τοκετό επείγοντος χαρακτήρα, λ.χ. εξαιτίας κινδύνου για τη ζωή της επιτόκου ή του εμβρύου η δε επιλογή της καισαρικής τομής προς διενέργεια του τοκετού από τον δεύτερο κατηγορούμενο ήταν ορθή δεδομένου ότι προ δύο και πλέον ετών η ’. Χ. Κ. είχε γεννήσει στην ίδια ιδιωτική κλινική με καισαρική τομή, γεγονός που αποτελούσε ένδειξη για την εκ νέου διενέργεια καισαρικής τομής (βλ. ενδεικτικά Μαιευτική και Γυναικολογία Ιω. Μεσσήνη). Κατά την προετοιμασία του χειρουργείου, ο πρώτος κατηγορούμενος Σ. Μ., ιατρός-αναισθησιολόγος, ο οποίος σε συνεργασία με τον Σ. Ν. είχε αναλάβει την αναισθησιολογική επιμέλεια της επέμβασης, υπέδειξε στην ’. Χ. τη μέθοδο της γενικής αναισθησίας ως κατάλληλη για την περαίωση της καισαρικής τομής. Είναι προφανές ότι η επιλογή της συγκεκριμένης μεθόδου, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι συμφωνεί η επίτοκος, στην πραγματικότητα αποτελεί απόφαση του αναισθησιολόγου. Εδώ ας σημειωθεί ότι η γενική αναισθησία πράγματι εμφανίζει ορισμένα πλεονεκτήματα όπως ταχεία εισαγωγή, καρδιαγγειακή σταθερότητα, ασφαλέστερο έλεγχο της αναπνευστικής οδού κ.α. ωστόσο παρουσιάζει ορισμένα σοβαρά μειονεκτήματα που συνδέονται με αυξημένους σε σχέση με την περιοχική αναισθησία κινδύνους θανάτου της επιτόκου, όπως είναι η πιθανότητα εισρόφησης γαστρικού περιεχομένου (1:500-400) και η αδυναμία διασωλήνωσης της τραχείας (1:300), για τους λόγους δε αυτούς εφαρμόζεται όλο και λιγότερο στη μαιευτική πρακτική (βλ. συνδυαστικά Αναισθησιολογία - Ανάνηψη, Λήδας Παπαδημητρίου - Παπακώστα και Κλινική Αναισθησιολογία, Morgan-Mikhail). Όσον αφορά ειδικότερα στην περίπτωση της εισρόφησης, θα πρέπει ιδιαίτερα να επισημανθεί ότι η έγκυος είναι επιρρεπής σε σοβαρές πνευμονίτιδες από αυτή την αιτία, διότι έχει αυξημένη ποσότητα γαστρικού υγρού με χαμηλό ρΗ εξαιτίας των ορμονικών μεταβολών, της υπερέντασης, των μηχανικών εμποδίων και των ναρκωτικών φαρμάκων που δίνονται στον τοκετό. Η επίτοκος δεν μπορεί να θεωρείται με άδειο στομάχι ακόμη και μετά από παρατεταμένη ασιτία (βλ. Σύνοψη Μαιευτικής και Γυναικολογίας, Σέργιου Μανταλενάκη). Έτσι πριν από την εισαγωγή της γενικής αναισθησίας πρέπει να εξασφαλισθούν ιδανικές συνθήκες για την πρόληψη της εισρόφησης γαστρικού περιεχομένου, και μεταξύ άλλων, να χορηγηθούν ειδικά αντιόξινα φάρμακα προ 30 λεπτών με στόχο τη διατήρηση του γαστρικού ρΗ πάνω από 2,5 καινά επιτευχθεί η ταχεία διασωλήνωση της τραχείας με στόχο την ελάττωση της πιθανότητας σοβαρής πνευμονίας από εισρόφηση (βλ. συνδυαστικά Κλινική Αναισθησιολογία, Morgan-Mikhail και Σύνοψη Μαιευτικής και Γυναικολογίας, Σέργιου Μανταλενάκη). Επιπροσθέτως ο αναισθησιολόγος πρέπει εξαρχής να εκτιμήσει τον δύσκολο αεραγωγό, να είναι προετοιμασμένος για δύσκολη διασωλήνωση και αν του επιτρέπουν οι συνθήκες να εφαρμόσει περιοχική αναισθησία και να μην προχωρήσει σε γενική (βλ. Στοιχεία Περιεγχειρητικής Ιατρικής Νικ. Μπαλαμούτσου). Εξάλλου, όπως συνάγεται από το πρωτόκολλο αναισθησιολογίας της Αμερικανικής Εταιρείας Αναισθησιολογίας (ΑSΑ) η απολύτως ενδεδειγμένη μέθοδος για την εξασφάλιση του αερισμού της επιτόκου όταν πρόκειται να γεννήσει με καισαρική τομή υπό γενική αναισθησία είναι εκείνη της διασωλήνωσης, σε περίπτωση δε που αυτή δεν καταστεί δυνατή, ο αναισθησιολόγος οφείλει να ακολουθήσει τα προβλεπόμενα από το ανωτέρω πρωτόκολλο.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος κατήγορου μένος, επιλογή του οποίου ήταν ουσιαστικά, η γενική αναισθησία, πριν προχωρήσει σε εφαρμογή της εν λόγω μεθόδου στην ’. Χ.-Κ. δεν εκτίμησε ορθώς αλλά πλημμελώς τις δυσκολίες διασωλήνωσης της με αποτέλεσμα να θεωρεί περίπου δεδομένη την επιτυχία της διασωλήνωσης. Επιπροσθέτως, διενήργησε μεν προοξυγόνωση της τελευταίας, όμως θεωρώντας εσφαλμένως ότι η διασωλήνωση ήταν εξασφαλισμένη δεν χορήγησε αντιόξινα φάρμακα σε αυτή, οι δε αντίθετοι σχετικοί ισχυρισμοί του δεν επιβεβαιώθηκαν από πουθενά. Εν συνεχεία, περί ώρα 07:45 περίπου η επίτοκος εισήχθη στο χειρουργείο αφού προηγουμένως είχε υποβληθεί σε γενική αναισθησία, παρόντες δε πλην των κατηγορουμένων ήταν ως βοηθός χειρουργός ο μαιευτήρας-γυναικολόγος Α. Κ. και η μαία Κ. Λ.. Κατά την ανωτέρω χρονική στιγμή, ο Σ. Μ. επιχείρησε να διασωληνώσει την επίτοκο, πλην όμως είτε για λόγους υποκειμενικής αδυναμίας είτε για λόγους αντικειμενικής αδυναμίας, τους οποίους δεν είχε διαγνώσει προηγουμένως κατά την εκτίμηση του αεραγωγού της δεν το κατόρθωσε, παρά τις προσπάθειες (τρεις στον αριθμό) που κατέβαλε. Τελικώς, ο πρώτος κατηγορούμενος, μολονότι είχε εν τω μεταξύ καλέσει τηλεφωνικώς τον ιατρό-αναισθησιολόγο Χ. Κ. για να συνδράμει στη διασωλήνωση, δεν προχώρησε σε αφύπνιση της επιτόκου, παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη επέμβαση δεν ήταν επείγουσα αλλά προγραμματισμένη, ο αερισμός της επιτόκου επαρκής κατά την επιχείρηση της διασωλήνωσης (η μάρτυρας-πραγματογνώμονας Χ. Τ. αν και μάλλον ασαφής στην κατάθεση της ως προς το ζήτημα αυτό, φαίνεται να αποδέχεται ότι η επάρκεια του αερισμού αφορούσε στη χρήση της προσωπικής μάσκας κατά τη διάρκεια της επιχείρησης της διασωλήνωσης) και δεν υπήρχε εμβρυϊκή δυσπραγία αλλά αντί για την εν λόγω μέθοδο επέλεξε να εξασφαλίσει τον αερισμό της επιτόκου με τη χρήση λαρυγγικής μάσκας. Η τελευταία (λαρυγγική μάσκα) εφαρμόζεται με τυφλό τρόπο (χωρίς λαρυγγοσκόπηση). Σε περίπτωση που δεν τοποθετηθεί σωστά επιτρέπει τη διαφυγή αέρος με συνέπεια μείωση του αερισμού και διάταση του στομάχου. Δεν εξασφαλίζει στεγανό αεραγωγό και υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος εισρόφησης ιδίως στις περιπτώσεις με πλήρη στόμαχο. Εφαρμόζεται σε μικροεπεμβάσεις και στην καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση (βλ. Αναισθησιολογία - Ανάνηψη, Λήδας Παπαδημητρίου - Παπακώστα). Τα παραπάνω σημαίνουν ότι ο ούτως ή άλλως υπαρκτός κίνδυνος αναγωγής γαστρικού περιεχομένου εξαιτίας της εφαρμογής της τεχνικής της γενικής αναισθησίας ενισχύεται σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί διασωλήνωση και χρησιμοποιηθεί αντί αυτής η λαρυγγική μάσκα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την ανάγνωση του περιλαμβανομένου στη δικογραφία αναισθησιολογικού διαγράμματος που συνέταξε ο πρώτος κατήγορου μένος, ο κορεσμός του οξυγόνου στο αίμα της επιτόκου κατά το ίδιο χρονικό σημείο, δηλαδή στις 07:45 με 08:00 ήταν με χρήση της λαρυγγικής μάσκας 98%, δηλαδή επαρκής, ενώ οι σφίξεις αυτής ήταν 95 ανά λεπτό. Όμως, πέρα από αυτό το χρονικό σημείο δεν υφίσταται καμία καταγραφή του κορεσμού, ενώ μετά τις 10:00 δεν καταγράφονται πλέον ούτε οι σφίξεις. Όσον αφορά στον ίδιο τον τοκετό, αυτός διεκπεραιώθηκε επιτυχώς με τη γέννηση ενός υγιούς θήλεος τέκνου, η δε επέμβαση ολοκληρώθηκε, περί ώρα 08:10 περίπου, οπότε το μεν νεογνό παρεδόθη σε παιδίατρο, η δε λεχωίδα πλέον ’. Χ. Κ. παρέμεινε στο χειρουργείο προς ανάνηψη. Η τελευταία συνήλθε από το χειρουργείο, περίπου στις 08:30, σε κακή όμως κατάσταση, δεδομένου ότι εμφάνιζε δύσπνοια, υποξαιμία, δηλαδή χαμηλό κορεσμό του οξυγόνου στο αίμα, και ταχυκαρδία. Για την αντιμετώπιση της υποξαιμίας, χρησιμοποιήθηκε από τους κατηγορουμένους προσωπική μάσκα οξυγόνου (που είναι διαφορετική της λαρυγγικής μάσκας), όμως τα ως άνω συμπτώματα όχι μόνο παρέμεναν αλλά έδιδαν σαφή εικόνα προοδευτικά σοβαρής επιδείνωσης τους. Οι κατηγορούμενοι, που υπέχουν από κοινού ευθύνη για την ομαλή μετεγχειρητική εξέλιξη της ασθενούς, βλέποντας ότι η κατάσταση της δεν βελτιωνόταν με τη μάσκα αλλά επιδεινωνόταν, κάλεσαν περί ώρα 09:00 περίπου τον ιατρό- αναισθησιολόγο Γ. Π., που και ο ίδιος διαπίστωσε τα προαναφερθέντα συμπτώματα, σύμφωνα δε με όσα κατέθεσε επ' ακροατηρίου η ασθενής, με μάσκα οξυγόνου είχε κορεσμό κατά τις ενδείξεις του μόνιτορ 95-96% και χωρίς μάσκα οξυγόνου, είχε κορεσμό περίπου 80% (δηλαδή κορεσμό χωρίς μάσκα σε κάθε περίπτωση μη φυσιολογικό). Μετά την εξέταση της ασθενούς από τον Γ. Π. και ενώ τα συμπτώματα παρέμεναν χωρίς να υπάρχει ουδεμία ένδειξη και προοπτική βελτίωσης, οι κατηγορούμενοι θεωρώντας εσφαλμένα, όπως θα αναλυθεί ειδικότερα παρακάτω, ότι ενδεχομένως τα αίτια της κατάστασης αυτής είναι καρδιολογικής φύσης κάλεσαν περί ώρα 09:30 περίπου τον ιατρό-καρδιολόγο Σ. Κ. για να εξετάσει την ασθενή. Ο τελευταίος, χρησιμοποιώντας καρδιογράφο 12 απαγωγών, που έφερε από το ιατρείο του, καθόσον το σχετικό μηχάνημα που διέθετε η κλινική ήταν 3 απαγωγών, εξέτασε την ’. Χ. Κ. και διαπίστωσε ότι εμφάνιζε έντονη δύσπνοια, υγρούς ρόγχους στους πνεύμονες (σύμπτωμα το οποίο ο ίδιος χαρακτηρίζει ως αρχόμενο πνευμονικό οίδημα), φλεβοκομβική ταχυκαρδία, ενώ σύμφωνα με την επ' ακροατηρίου κατάθεση του, ο κορεσμός οξυγόνου της ασθενούς, προφανώς με τη χρήση της μάσκας ήταν 95%, χορήγησε δε σε αυτή φάρμακα καρδιοτόνωσης και διούρησης, που όμως δεν είχαν αποτέλεσμα. Εν τω μεταξύ όμως, η κατάσταση της ασθενούς συνέχιζε να επιδεινώνεται, οι δε σφίξεις της μετά τις 10:00 είχαν φτάσει τουλάχιστον τις 120 ανά λεπτό (κατά τη σχετική καταγραφή του αναισθησιολογικού διαγράμματος). Ας τονιστεί ότι σε αντίθεση προς τα αναφερόμενα από τους ανωτέρω μάρτυρες ως προς τα ποσοστά κορεσμού, οι πραγματικές τιμές αυτών ήταν οπωσδήποτε χαμηλότερες λαμβανομένου υπόψη ότι: α)στις καταθέσεις των ιδίων μαρτύρων στην προδικασία που βρίσκονται πλησιέστερα χρονικά προς τα γεγονότα, δεν αναφέρονται συγκεκριμένα ποσοστά κορεσμού και επομένως τίθεται το εύλογο ερώτημα πως είναι δυνατόν με τις μεταγενέστερες επ' ακροατηρίου καταθέσεις τους να προσδιορίζουν με ακρίβεια αυτά, β)τα εν λόγω ποσοστά δεν επιβεβαιώνονται από το αναισθησιολογικό διάγραμμα, όπου δεν υφίστανται σχετικές καταγραφές, ενώ ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι δεν καταγράφεται ο κορεσμός διότι παρέμενε συνεχώς στα ίδια επίπεδα που ήταν στις 07:45 (δηλαδή 98%) δεν κρίνεται πειστικός, αφού αν ήταν έτσι τα πράγματα δεν είχε λόγο ταυτόχρονα να καταγράψει τις σφίξεις της ασθενούς κατά το χρονικό διάστημα 09:00 έως 10:00 αφού ήταν ίδιες με του αμέσως προηγουμένου χρονικού διαστήματος και γ)η ακριβής μέτρηση των ποσοστών κορεσμού, προϋποθέτει εξέταση των αερίων αίματος (όπως άλλωστε και ο αναισθησιολόγος Γ. Π. καταθέτει), που δεν μπορούσε να γίνει εντός της ιδιωτικής κλινικής. Τελικώς, οι κατηγορούμενοι, αντιλήφθηκαν επιτέλους ότι απαιτείτο επείγουσα διακομιδή της ασθενούς σε οργανωμένη νοσηλευτική μονάδα δημόσιου νοσοκομείου και περί ώρα 11:05 κάλεσαν το ΕΚΑΒ, το οποίο μετέβη στην Κλινική ... στις 11:12 και συνοδεία του πρώτου κατηγορουμένου, του αναισθησιολόγου Γ. Π. και του συζύγου της ασθενούς τη μετέφερε στις 11:28 στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας (βλ. τη σχετική βεβαίωση του Ε.Κ.Α.Β.). Εκεί ανέλαβαν την ασθενή οι αναισθησιολόγοι Β. Κ. και Α. Φ. και η καρδιολόγος Τ. Ν.. Υποβλήθηκε δε αυτή σε άμεσο καρδιολογικό, ακτινολογικό και εργαστηριακό έλεγχο και εν συνεχεία οι αναισθησιολόγοι προέβησαν σε επείγουσα διασωλήνωση της και επειδή δεν υπήρχαν κλίνες εντατικής θεραπείας μεταφέρθηκε την ίδια ημέρα περί ώρα 15:00 περίπου στο Γενικό Νοσοκομείο Βόλου. Όπως προκύπτει από τη συνδυαστική αξιολόγηση των εγγράφων του Γ.Ν. Λάρισας και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία (καταθέσεις κ,λπ.) η ασθενής παρουσίαζε κατά τη διακομιδή της στο Τ.Ε.Π. τα ακόλουθα συμπτώματα: έντονη δύσπνοια, κορεσμό οξυγόνου 65% προφανώς με μάσκα (αφού δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι της αφαιρέθηκε η μάσκα στην κατάσταση της για να διαπιστωθεί ο κορεσμός χωρίς αυτή) που είναι ποσοστό ιδιαίτερα χαμηλό και υποδηλώνει έντονη υποξαιμία, ακτινολογική εικόνα θολερότητας των πνευμονικών πεδίων, οξύ πνευμονικό οίδημα, ταχυκαρδία (140 σφίξεις ανά λεπτό), μειωμένο κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας (ποσοστό 25%). Γενικά η εικόνα που έδινε η ασθενής ήταν εκείνη ενός σοβαρότατου περιστατικού που αν δεν αντιμετωπιζόταν άμεσα ενείχε κίνδυνο για την ίδια τη ζωή της (βλ. επ' ακροατηρίου κατάθεση Α. Φ. που χαρακτηρίζει το περιστατικό αυτολεξεί ως "βαρύ"). ’λλωστε, αν δεν εμφάνιζε την εικόνα αυτή, είναι προφανές, κατά την κοινή τουλάχιστον λογική, ότι δεν θα χρειαζόταν εισαγωγή της σε Μ.Ε.Θ. Ως προς το ζήτημα περί του αν η ασθενής κατά το χρονικό διάστημα από την έξοδο της από το χειρουργείο της ιδιωτικής κλινικής έως την διακομιδή και διασωλήνωσή της στο Τ.Ε.Π. είχε ή όχι τις αισθήσεις της ή είχε ήδη υποστεί εγκεφαλοπάθεια οφειλόμενη σε ελλιπή οξυγόνωση του εγκεφάλου της, δηλαδή περιέλθει ουσιαστικά σε κώμα, θα πρέπει να επισημανθεί ότι από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, δεν μπορεί να συναχθεί με βεβαιότητα το συμπέρασμα ότι ο εγκέφαλος της παθούσας κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα παρέμεινε χωρίς καθόλου οξυγόνο επί 3 έως 4 συνεχή λεπτά, γεγονός που θα είχε ως αποτέλεσμα τη νέκρωση του. Είναι γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μαρτυρικών καταθέσεων, που βέβαια κατά κύριο λόγο προέρχονται από συναδέλφους των κατηγορουμένων, αναφέρει ότι η παθούσα είχε τις αισθήσεις της τόσο μετά την ανάνηψη της από χο χειρουργείο όσο και κατά τη διακομιδή της στο Γ.Ν.Λ. Από την άλλη όμως δεν κρίνονται πειστικές οι ως άνω καταθέσεις, κατά το μέρος τους που εμφανίζουν μια εξωραϊσμένη εικόνα μιας ασθενούς που μιλούσε κανονικά, μετακινούνταν, ήταν σε πλήρη εγρήγορση μεν, πλην όμως "ζορισμένη". Η αλήθεια, είναι όπως προεκτέθηκε ότι η κατάσταση της παθούσας κατά τη διακομιδή της στο ΤΕΠ ήταν σοβαρότατη, λαμβανομένου υπόψη ότι από την έξοδο της από το χειρουργείο έως την τελική διασωλήνωση της είχαν ήδη παρέλθει τρεις κρισιμότατες ώρες, κατά τις οποίες διατελούσε σε καθεστώς παρατεταμένης και έντονης δύσπνοιας, συνεχιζόμενης υποξαιμίας, αφού ο αερισμός της ακόμη και με μάσκα δεν ήταν επαρκής (όπως συνάγεται από το ποσοστό κορεσμού 65% που εμφάνισε κατά τη διακομιδή της στο Γ.Ν.Λ.) και ταχυκαρδίας, που είχαν ως αποτέλεσμα να προκληθεί οξύ αναπνευστικό οίδημα που επέβαλε την άμεση διασωλήνωση της διότι κινδύνευε πλέον η ίδια η ζωή της. Το χρονικό αυτό σημείο είναι κρίσιμο διότι τότε είναι που εν γένει εγκαθίστανται όλες εκείνες οι σοβαρές βλάβες της υγείας της που προοδευτικά θα οδηγήσουν την ασθενή σε κώμα. Εξάλλου, είναι χαρακτηριστικό και θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο πρωτόκολλο αντιμετώπισης επείγοντος δεν καταγράφεται η προβλεπόμενη με βάση την κλίμακα Γλασκώβης νευρολογική εκτίμηση, γεγονός που σε συνδυασμό με την κατάθεση του συζύγου της ασθενούς επιβεβαιώνει ότι ήδη από τότε η νευρολογική εικόνα της δεν ήταν φυσιολογική. Αυτό δεν αναιρείται από τη δυνατότητα της ενδεχομένως να αντιληφθεί τους ιατρούς και να συνεννοηθεί με αυτούς σε στοιχειώδες επίπεδο (όπως λ.χ. με νεύματα). Περαιτέρω, με βάση το ίδιο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι η ασθενής παρέμεινε στη Μ.Ε.Θ. του Γ.Ν. Βόλου από τις 16-10-2003 έως τις 27-10-2003 οπότε και διακομίσθηκε στη Μ.Ε.Θ. του Γ.Ν. Λάρισας. Ειδικότερα, κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, σύμφωνα με τα σχετικά έγγραφα της Μ.Ε.Θ. του Γ.Ν. Βόλου, όπου μεταφέρθηκε σε καταστολή και διασωληνωμένη με διάγνωση εισαγωγής πνευμονικό οίδημα-αναπνευστική ανεπάρκεια, παρουσίασε: στις 16-10-2003 (μικρή) διάταση αριστεράς κοιλίας με έκδηλη υποκινησία του μυοκαρδίου και ενώ το σχετικό σχετικό ΗΚΔ ήταν κατά φύση (έδειξε φλεβοκομβική ταχυκαρδία), στις 17-10-2003 διεγνώσθη και πάλι διάταση αριστεράς κοιλίας με διάχυτη υποκινησία με κλάσμα εξώθησης 15-20%, στις 19-10-2003 παρουσίαζε επεισόδια ταχυκαρδίας 180 σφίξεων ανά λεπτό και περί τις 19:00 έγινε ηλεκτρική ανάταξη από τον καρδιολόγο Β. Σ., ενώ έγιναν και 2 ΗΚΓ, στις 20-10-2003 παρουσιάζει και πάλι διάταση αριστεράς κοιλίας με κλάσμα εξώθησης 25%, στις 22-10-2003 μετά από αξονική τομογραφία εγκεφάλου δεν ανευρίσκονται παθολογικά ευρήματα, δεν παρατηρείται ενδοεγκεφαλική αιμορραγία ούτε παρεκτόπιση μέσης γραμμής, παρατηρείται καλός διαχωρισμός φαιάς-λευκής ουσίας και επασβεστώσεις χοριοειδών πλεγμάτων και επίφυσης, όμως κλινικά η ασθενής εμφανίζει δείκτη κλίμακας Γλασκώβης 6/15 με τετραπάρεση, δηλαδή ουσιαστικά βρίσκεται σε κώμα, στις 24-10-2003 η αριστερή κοιλία παρουσιάζει φυσιολογικά όρια και εμφανίζει καλό κλάσμα εξώθησης (60%). Ακολούθως, στις 27-10-2003 η ασθενής εισάγεται διασωληνωμένη στη Μ.Ε.Θ. του Γ.Ν. Λάρισας. Η διάγνωση εισαγωγής είναι ισχαιμικού τύπου εγκεφαλοπάθεια μετά από καισαρική τομή και η μαγνητική τομογραφία (ΜRI) εισαγωγής καταδεικνύει εκτεταμένη περιοχή παθολογικής έντασης σήματος στα βασικά γάγγλια άμφω, στη λευκή ουσία των ημιωοειδών στο σπληνίο του μεσολοβίου και λιγότερο στο μεσεγκέφαλο και το φλοιό. Η ασθενής τίθεται σε μηχανικό αερισμό και ενδοκράνιο monitoring. Στις 11-11-2003 ο έλεγχος καρδιάς αναδεικνύει υποκινησία τοιχωμάτων αριστεράς κοιλίας με κλάσμα εξώθησης 45%, ενώ οι νέες μαγνητικές τομογραφίες που έγιναν στις 4-11-2003 και 13-11-2003 δεν δείχνουν σημαντική βελτίωση. Στις 27-1-2004 η ασθενής μεταφέρεται στο Π.Π.Ν.Λ. για τοποθέτηση βαλβίδας αντιμετώπισης υδροκεφάλου και συνέχιση της υποστηρικτικής αγωγής όπου νοσηλεύεται έως τις 9-2-2004 και έκτοτε παρέμεινε σε κατάσταση άγρυπνου κώματος, υποφέροντας από πόνους, δακρύζοντας κατά διαστήματα, φέροντας τραχειοστομία και γαστροστομία, αντιδρώντας στα επώδυνα εξωτερικά ερεθίσματα, μέχρι που τελικά το προηγούμενο έτος απεβίωσε μετά από λοίμωξη του αναπνευστικού απότοκη της μακροχρόνιας νοσηλείας της στη Μ.Ε.Θ. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά τίθεται το ζήτημα αν τα συμπτώματα της ασθενούς μετά την έξοδο της από το χειρουργείο είναι απότοκα καρδιογενών αιτίων (λ.χ. της λεγόμενης μυοκαρδιοπάθειας της λοχείας), όπως ισχυρίζονται οι κατήγορουμενοι ή οφείλονται σε πράξεις και παραλείψεις των τελευταίων, σε περίπτωση δε που ισχύει το τελευταίο θα πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα αν ο χρόνος μεσολάβησε από την εμφάνιση τους μέχρι τη διακομιδή της ασθενούς στο ΤΕΠ του ΓΝΛ ήταν ή όχι κρίσιμος για την εξέλιξη της κατάστασής της. Επιπροσθέτως θα πρέπει να κριθεί το ζήτημα αν η κωματώδης κατάσταση στην οποία τελικά περιήλθε η ασθενής και τελικά ο θάνατος της συνδέονται αιτιωδώς με τις πράξεις και παραλείψεις των κατηγορουμένων κατά τη διάρκεια και μετά την επέμβαση έως τη διακομιδή της στο ΤΕΠ. Όσον αφορά στη λεγόμενη μυοκαρδιοπάθεια της λοχείας και εν γένει τα καρδιογενή αίτια των μετεγχειρητικών συμπτωμάτων της ασθενούς, ο σχετικός υπερασπιστικός ισχυρισμός των κατηγορουμένων καταρρίπτεται από το προμνησθέν αποδεικτικό υλικό. Ειδικότερα: α)πλείστα όσα έγγραφα των εμπλεκομένων στην υπόθεση νοσοκομείων δεν θέτουν ως διάγνωση κάποιου είδους καρδιοπάθεια (για πρώτη φορά αναφέρονται σε καρδιακή ανεπάρκεια με την έννοια πάντως του συμπτώματος και όχι της αιτιολογίας εμφάνισης του οι καρτέλες της Μ.Ε.Θ. του Βόλου από τις 21-10-2003 και μετά, ενώ χαρακτηριστικό είναι ότι προηγουμένως γινόταν στις εν λόγω καρτέλες αναφορά σε οξύ πνευμονικό οίδημα), β)αν η ασθενής πράγματι είχε τέτοιου είδους μυοκαρδιοπάθεια, τότε δεν δικαιολογείται σε καμία περίπτωση η θεαματική άνοδος του κλάσματος εξώθησης της αριστερής κοιλίας από 25% στις 16-10-2003, 15-20% στις 17-10-2003 και 25% στις 20-10-2003 σε 60% στις 24-10-2003 (κάτι τέτοιο αποκλείει και η καρδιολόγος Τ. Ν., η οποία θεώρησε ως πιθανή τη μυοκαρδιοπάθεια). Ο ισχυρισμός ότι η τιμή 60% του κλάσματος εξώθησης που καταγράφεται στις 24-10-2003 είναι εσφαλμένη είναι αστήρικτος, αφού δεν επιβεβαιώνεται από τη μετέπειτα σαφώς βελτιωμένη καρδιολογική εικόνα της ασθενούς, ενώ όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε ο καρδιολόγος του Γ.Ν. Βόλου Β. Σ. δεν υπάρχει περίπτωση τέτοιου λάθους ούτε μία στο εκατομμύριο, γ)η εν λόγω νόσος σε καμία περίπτωση δεν είναι συνηθισμένη αλλά αντιθέτως είναι σπανιότατη (η πιθανότητα εμφάνισης της είναι 1 στις 3000 με 15.000 τελειόμηνες κυήσεις), δ)ακόμη και οι ιατροί που κάνουν λόγο για τη συγκεκριμένη ασθένεια είναι επιφυλακτικοί και ομιλούν απλώς για πιθανότητα να πρόκειται για αυτή και σε καμία περίπτωση για βεβαιότητα. Επομένως, είναι εσφαλμένη η πραγματογνωμοσύνη του ιατρού-καρδιολόγου Δ. Μ., η οποία χρησιμοποιείται από τους κατήγορου μένους για την υποστήριξη της εκδοχής της μυοκαρδιοπάθειας, αφού υιοθετεί κατ' ουσίαν την εκδοχή αυτή χωρίς όμως προηγουμένως, να εξηγήσει για ποιους ειδικότερα λόγους αποκλείονται άλλα αίτια για τη συνολική κατάσταση της, στην οποία περιλαμβάνονται και τα όποια καρδιολογικά ευρήματα, τα οποία (αίτια) εμφανίζουν σαφέστατα μεγαλύτερη συχνότητα και πιθανότητα εμφάνισης (όπως δηλαδή εκείνα που συνδέονται με τις επιπλοκές αυτής καθ' αυτής της γενικής αναισθησίας, της αποτυχημένης διασωλήνωσης, της χρήσης λαρυγγικής μάσκας κ,λπ.) και χωρίς να εξηγεί πως έζησε η ασθενής για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τον τοκετό χωρίς να εμφανίζει καρδιολογικά προβλήματα, δεδομένου ότι η εν λόγω καρδιοπάθεια χαρακτηρίζεται από μεγάλα, συγκριτικά, ποσοστά θνησιμότητας. Διαφορετικά θα έπρεπε εσφαλμένα να γίνει δεκτό ότι στην προκειμένη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με μια ακόμη σπανιότερη μορφή μυοκαρδιοπάθειας της λοχείας που εμφανίζεται και εξαφανίζεται εντός οκτώ ημερών. Χαρακτηριστικό εξάλλου για την αξιολόγηση της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης είναι ότι δέχεται ποσοστό κορεσμού οξυγόνου 90-96% μετά την αφύπνιση της ασθενούς, χωρίς να υπάρχουν αντίστοιχες καταγραφές στο αναισθησιολογικό διάγραμμα. Ενόψει των προεκτεθέντων, θα πρέπει να αποκλεισθεί η μυοκαρδιοπάθεια και κάθε άλλο αίτιο καρδιογενούς προέλευσης σχετικά με την πρόκληση των συμπτωμάτων που εμφάνισε μετά την επέμβαση η ’. Χ. Κ.. Αντιθέτως, τα μετεγχειρητικά συμπτώματα της ασθενούς προέρχονται από αναγωγή-εισρόφηφη -γαστρικού περιεχομένου, που οφείλεται στην εσφαλμένη εκ μέρους του πρώτου κατηγορουμένου επιλογή αρχικά της τεχνικής της γενικής αναισθησίας και την εν συνεχεία χρήση λαρυγγικής μάσκας κατά τη διάρκεια της επέμβασης. Ειδικότερα, ο πρώτος κατήγορου μένος, πέραν του γεγονότος ότι χωρίς ειδικό λόγο και χωρίς να υπάρχει ειδική προς τούτο ένδειξη επέλεξε τη γενική αναισθησία δηλαδή μια μέθοδο που ενέχει περισσότερους κινδύνους θνησιμότητας για την επίτοκο αντί της περιοχικής αναισθησίας, επαυξάνοντας έτσι άσκοπα σε βάρος της τους εν λόγω κινδύνους, προτού να επιχειρήσει τη γενική αναισθησία, δεν εκτίμησε ορθώς τις δυσκολίες διασωλήνωσης, ως όφειλε αλλά πλημμελώς. Ακόμη όμως και αν γίνει δεκτό ότι η δυσχέρεια προέκυψε μόνο όταν επιχείρησε τη διασωλήνωση, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, εφόσον ο αερισμός της επιτόκου ήταν επαρκής και από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι υπήρξε μετά την αδυναμία διασωλήνωσης κίνδυνος για το έμβρυο (λ.χ. η ονομαζόμενη ως εμβρυϊκή δυσπραγία), ώστε να επείγει η διενέργεια της χειρουργικής επέμβασης, τότε, όπως επιβάλλει η ιατρική επιστήμη και το σχετικό πρωτόκολλο αναισθησιολογίας (ASA) που όφειλε και μπορούσε να τηρήσει κατά γράμμα και δεν τήρησε, θα έπρεπε να προβεί σε αφύπνιση της παθούσας και εν συνεχεία να επιχειρήσει είτε περιοχική αναισθησία είτε βέλτιστη προσπάθεια διασωλήνωσης. 0 ισχυρισμός ότι εν προκειμένω η αφύπνιση ενέχει κινδύνους για το έμβρυο δεν αποδεικνύεται από πουθενά, ενώ αντιβαίνει και προς τα επιστημονικά δεδομένα που με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο συνιστούν σε αυτές τις περιπτώσεις την αφύπνιση. Αντί όμως να αφυπνίσει την επίτοκο και χωρίς να έχει χορηγήσει προηγουμένως αντιόξινα φάρμακα, χρησιμοποίησε για την οξυγόνωση της τη λαρυγγική μάσκα, που συνήθως χρησιμοποιείται σε μικροεπεμβάσεις, με αποτέλεσμα να επαυξήσει σημαντικά τον ούτως ή άλλως υπαρκτό στη γενική αναισθησία κίνδυνο αναγωγής γαστρικού περιεχομένου. Ο εν λόγω κίνδυνος τελικά πραγματώθηκε κατά τη διάρκεια της επέμβασης, τα δε συμπτώματα του εκδηλώθηκαν, όπως γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις, αμέσως μετά την ανάνηψη της ασθενούς. Η αναφορά σε εισρόφηση δεν αποτελεί υπόθεση ούτε εκδοχή αλλά βάσιμο συμπέρασμα που στηρίζεται στα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά. Τα βασικά συμπτώματα που εκδηλώθηκαν μετά το χειρουργείο, δηλαδή η δύσπνοια-υποξαιμία, η ταχυκαρδία, το πνευμονικό οίδημα, ο χρόνος αλλά και ο τρόπος εκδήλωσης τους, συνηγορούν και στηρίζουν το συμπέρασμα αυτό. Μάλιστα θα πρέπει να επισημανθεί ότι αν η πορεία της νόσου επιβαρυνθεί εμφανίζεται και καρδιακή κάμψη (όπως πράγματι έγινε στη συγκεκριμένη περίπτωση, βλ. Βασική Μαιευτική και Περιγεννητική Ιατρική Σ.Ε. Καρπάθιου). Ενισχύεται δε το εν λόγω συμπέρασμα και από το γεγονός ότι: α)ο σύζυγος της παθούσας αναφέρεται σε εμφάνιση σπασμών μετά το χειρουργείο, αφού συνήθης σε αυτή την περίπτωση είναι η εμφάνιση βρογχόσπασμων, β) η ακτινογραφία εμφάνισε εικόνα θολερότητας των πνευμονικών πεδίων. Η εικόνα αυτή σύμφωνα με όσα κατέθεσε επ' ακροατηρίου ο ιατροδικαστής Χ. Κ. αλλά και ο ιατρός καρδιολόγος Δ. Μ. είναι συμβατή με την εισρόφηση-χημική πνευμονίτιδα. ’λλωστε, όπως ανέφερε και η αναισθησιολόγος του ΤΕΠ Β. Κ., είναι δυνατό η εισρόφηση ακόμη και να μην απεικονίζεται στη σχετική ακτινογραφία και γ) από τη χρήση της λέξης "εισρόφηση" στο από 16-10-2003 έγγραφο της ΜΕΘ του Βόλου, πράγμα που σημαίνει ότι τα συγκεκριμένα συμπτώματα οδηγούσαν ευθέως στην αναζήτηση της αιτίας του προβλήματος. Ακόμη όμως και αν (υποθετικώς) γινόταν δεκτό ότι τα ως άνω συμπτώματα δεν οφείλονταν σε εισρόφηση, τότε δοθέντος ότι αποκλείονται τα καρδιογενή αίτια εμφάνισης αυτών (μυοκαρδιοπάθεια της λοχείας ή άλλου είδους καρδιοπάθεια), είναι προφανές ότι αυτά θα πρέπει να αποδοθούν σε ανεπαρκή αερισμό της ασθενούς κατά τη διάρκεια της επέμβασης, λόγω εσφαλμένης εφαρμογής της λαρυγγικής μάσκας και ελλιπούς παρακολούθησης της παροχής οξυγόνου στην επίτοκο από τον πρώτο κατηγορούμενο, διαφορετικά είναι αδύνατο να εξηγηθεί πως μια καθ' όλα υγιής πριν το τοκετό γυναίκα εμφανίζει μετά από αυτόν τα προαναφερθέντα συμπτώματα. Σε κάθε περίπτωση και συνοψίζοντας, η κατάσταση της ασθενούς όπως εκδηλώθηκε μετά την ανάνηψη οφείλεται στην προπεριγραφείσα υπαίτια συμπεριφορά του πρώτου κατηγορουμένου, ο οποίος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, αφού τούτο θα ήταν δυνατό και για κάθε άλλο ενεργούντα στη θέση του μετρίως συνετό και ευσυνείδητο ιατρό-αναισθησιολόγο, παραβίασε τον κοινώς αναγνωρισμένο κανόνα της ιατρικής επιστήμης που στη συγκεκριμένη περίπτωση επέβαλε την αφύπνιση της ασθενούς και προχώρησε εσφαλμένως σε εφαρμογή και χρήση της λαρυγγικής μάσκας, με το προαναφερθέντα μετεγχειρητικά αποτελέσματα. Θα πρέπει περαιτέρω να σημειωθεί ότι η εσφαλμένη και πλημμελής αντιμετώπιση της υπόθεσης δεν περιορίστηκε στην εφαρμογή της γενικής αναισθησίας και τη χρήση της λαρυγγικής μάσκας αλλά συνεχίστηκε εκ μέρους και των δύο κατήγορου μένων πλέον και μετά την ανάνηψη της παθούσας από το χειρουργείο. Ειδικότερα, οι κατηγορούμενοι ως συνυπεύθυνοι ιατροί για την αντιμετώπιση οποιασδήποτε απρόβλεπτης σωματικής βλάβης ή επιπλοκής που θα αντιμετώπιζε μετεγχειρητικά η ’. Χ. Κ. (όπως άλλωστε και η ιατρός Χ. Τ. αναφέρει στην περιλαμβανόμενη στη δικογραφία από 10-4-2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της), παρά το γεγονός ότι στην συγκεκριμένη ιδιωτική κλινική αφενός μεν δεν υπήρχε η δυνατότητα να διακριβωθούν τα αίτια των συμπτωμάτων που εμφάνισε η ασθενής, μέσω πλήρους ακτινολογικού, εργαστηριακού, βιοχημικού και καρδιολογικού ελέγχου αφετέρου δε δεν μπορούσαν οι ίδιοι να εξασφαλίσουν τον επαρκή αερισμό της με διασωλήνωση, χωρίς να λάβουν υπόψη τους τη σοβαρότητα της κατάστασης της, αφού εμφάνιζε παρατεταμένη και προοδευτικά επιδεινούμενη υποξαιμία, έντονη δύσπνοια, υγρούς ρόγχους στους πνεύμονες, ταχυκαρδία, προτίμησαν να καλέσουν συναδέλφους τους προς εκτίμηση της κατάστασης, μολονότι, όπως προαναφέρθηκε, ουδεμία δυνατότητα υπήρχε προς αντιμετώπιση των συμπτωμάτων, με αποτέλεσμα από την έξοδο της ασθενούς από το χειρουργείο έως την διασωλήνωση της στο ΤΕΠ να παρέλθουν τρεις ολόκληρες ώρες. Το χρονικό αυτό διάστημα που παρήλθε άσκοπα, παρά τα όσα κατέθεσαν ορισμένοι μάρτυρες που προσπάθησαν να εξωραΐσουν την κατάσταση, ήταν κρίσιμο και απέβη τελικά κατ' ουσίαν μοιραίο για την ασθενή. Αυτό συνάγεται από τα εξής στοιχεία: α)την προανακριτική κατάθεση του Σ. Κ. που αναφέρει επί λέξει ότι κλήθηκε στην κλινική για "οξύ και επείγον περιστατικό δύσπνοιας", δηλαδή στις 09:30 που κλήθηκε το περιστατικό ήταν ήδη οξύ και επείγον, β)τις καταθέσεις του Α. Φ. προανακριτικά και επ' ακροατηρίου όπου κάνει λόγο για επείγον και βαρύ περιστατικό, έντονη δύσπνοια, γ)την συντομότατη διασωλήνωση της ασθενούς μετά τη διακομιδή της στο ΤΕΠ, δ)τη χρήση της φράσης "διασωληνώθηκε εσπευσμένα" στο πληροφοριακό σημείωμα της ΜΕΘ Λάρισας προς το Π.Π.Ν.Λ. ε)τη διενέργεια ακτινογραφίας εντός του χώρου του ΤΕΠ που καταδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης και στ)το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος προφανώς αντιληφθείς καθυστερημένα την κρισιμότητα της κατάστασης συνόδευσε την ασθενή στο ΤΕΠ μαζί με τον αναισθησιολόγο Γ. Π.. Ιδιαίτερη όμως μνεία για τη σημασία της παρόδου του εν λόγω χρονικού διαστήματος θα πρέπει να γίνει στην επ' ακροατηρίου κατάθεση του αναισθησιολόγου του ΤΕΠ Α. Φ., ο οποίος όχι μόνο επί λέξει χαρακτηρίζει το περιστατικό που αντιμετώπισε ως βαρύ, αλλά αναφέρει ότι σε περίπτωση που καθυστερούσε περαιτέρω η διασωλήνωση της παθούσας κινδύνευε και η ίδια η ζωή της ακόμη. Αυτό αποδεικνύει την κρισιμότητα του χρονικού διαστήματος που παρήλθε. Οι κατηγορούμενοι δηλαδή κρατούσαν επί 2,5 και πλέον ώρες στην ιδιωτική κλινική μια ασθενή με παρατεταμένη και έντονη δύσπνοια, ταχυκαρδία, πνευμονικό οίδημα, ανεπαρκή αερισμό-υποξαιμία και με τάση διαρκούς επιδείνωσης των συμπτωμάτων της χωρίς να μπορούν ούτε να διαγνώσουν με ασφάλεια τα αίτια της κατάστασης της ούτε να της προσφέρουν την επιβαλλόμενη ιατρική φροντίδα και είναι βέβαιο ότι αν είχαν καθυστερήσει λίγο ακόμη να καλέσουν το ΕΚΑΒ η άτυχη ασθενής θα πέθαινε στα χέρια τους. Αντιθέτως, επίσης βέβαιο είναι ότι η εικόνα της θα ήταν πολύ διαφορετική αν, όπως όφειλαν και μπορούσαν να πράξουν ενόψει της εμπειρίας και των γνώσεων τους, αντιλαμβάνονταν τη σοβαρότητα και κρισιμότητα της κατάστασης της ασθενούς και την δική τους υποκειμενική και αντικειμενική αδυναμία να τη βοηθήσουν και φρόντιζαν για την άμεση διακομιδή της μετά την εκδήλωση των συμπτωμάτων στο Νοσοκομείο που διέθετε εξειδικευμένο προσωπικό και κατάλληλη υλικοτεχνική υποδομή, πράγμα που βέβαια δεν έπραξαν υποτιμώντας την ανάγκη επείγουσας αντιμετώπισης του ζητήματος και θεωρώντας εσφαλμένως ότι μπορούσαν να επαναφέρουν την ασθενή και να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της εντός της κλινικής, μολονότι αυτό ήταν εκ των πραγμάτων ήταν αδύνατο. Τέλος, τίθεται το ζήτησα του πως οι προαναφερόμενες πράξεις και παραλείψεις των κατηγορουμένων συνδέονται με τη βαριά εγκεφαλική βλάβη, κατ' ουσίαν δηλαδή την κωματώδη-φυτική κατάσταση την οποία η παθούσα εξεδήλωσε κλινικά στις 22-10-2003. Βεβαίως κατά την εξέταση της με αξονικό τομογράφο την ίδια ημέρα δεν διαπιστώθηκαν παθολογικά ευρήματα. Το αληθές όμως είναι ότι αυτά απλώς δεν απεικονίστηκαν στην αξονική τομογραφία αλλά μεταγενέστερα στη μαγνητική αφού την ίδια στιγμή η ασθενής παρουσίαζε τετραπάρεση με κλίμακα Γλασκώβης 6/15, δηλαδή ήδη βρισκόταν σε κώμα. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι επειδή η κατάσταση αυτή της ασθενούς εκδηλώθηκε μετά από την ηλεκτρική ανάταξη που έγινε στις 19-10-2003 οφείλεται ουσιαστικά στα καρδιογενή αίτια και ειδικότερα στη μυοκαρδιοπάθεια της λοχείας που επέβαλε λόγω επιδείνωσης της κατάστασης της (λ.χ. εξαιτίας κάποιας κακοήθους αρρυθμίας) την ανάταξη. Ωστόσο, ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η ασθενής δεν έπασχε από κανενός είδους καρδιοπάθεια. Η βαριά κατάσταση της υγείας της που επέβαλε την εισαγωγή της στη Μ.Ε.Θ. οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στις προαναφερθείσες υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις των κατηγορουμένων που είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν ήδη από το χρόνο διακομιδής της στο ΤΕΠ οι επιβαρυντικές εκείνες ως προς την υγεία της προϋποθέσεις που προοδευτικά οδήγησαν σε επιδείνωση της κατάστασης της και στις εγκεφαλικές βλάβες που κλινικά καταγράφηκαν για πρώτη φορά στις 22-10-2003. ’λλωστε όταν εισάγεται ένας ασθενής στη Μ.Ε.Θ. είναι δεδομένο ότι κινδυνεύει ακόμη και η ίδια του η ζωή και έτσι είναι αναμενόμενο η αρχικά επιβαρυμένη υγεία του να επιδεινωθεί δραματικά και με απρόβλεπτο τρόπο και τούτο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως διακοπή της αιτιώδους συνάφειας αλλά αντιθέτως αποτελεί επιβεβαίωση της ύπαρξης της. Για το λόγο αυτό δε η διάγνωση στο πληροφοριακό σημείωμα του Γ.Ν.Λάρισας προς το Π.Π.Ν.Λ. είναι ισχαιμικού τύπου εγκεφαλοπάθεια μετά από καισαρική τομή. Η σύνδεση εν προκειμένω δεν είναι απλώς χρονική ούτε τέθηκε τυχαία αλλά υποδηλώνει την ενότητα και τη συνάφεια μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων των κατηγορουμένων και της τελικής κατάστασης της ασθενούς ως αποτελέσματος προοδευτικής επιδείνωσης της ήδη βεβαρημένης υγείας της εντός της Μ.Ε.Θ. Ακόμη όμως και αν (υποθετικώς) γινόταν δεκτό ότι οι εγκεφαλικές βλάβες δεν επήλθαν προοδευτικά αλλά εμφανίστηκαν στις 22-10-2003 κατά την χρονολογία κλινικής καταγραφής τους, τότε, αποκλειόμενης της μυοκαρδιοπάθειας, είναι πρόδηλο ότι οι εν λόγω εγκεφαλικές βλάβες οφείλονται σε καρδιολογικής μεν φύσης επιπλοκές (λ.χ. κάποιον θρόμβο), που επέβαλαν την ανάταξη, γενεσιουργός αιτία των οποίων όμιως ήταν η ήδη διαγνωσθείσα κατά την εισαγωγή της ασθενούς στο ΤΕΠ κάμψη και επιβάρυνση της καρδιακής λειτουργίας της. Επαληθεύεται λοιπόν και σε αυτήν ακόμη την (υποθετική) περίπτωση ο αιτιώδης σύνδεσμος της ισχαιμικής εγκεφαλοπάθειας με τις πράξεις και παραλείψεις των κατηγορουμένων. Με τα δεδομένα αυτά είναι πρόδηλο ότι και ο θάνατος της ασθενούς που επήλθε ως αναμενόμενο και σύνηθες αποτέλεσμα επιπλοκών της παρατεταμένης και μακροχρόνιας νοσηλείας της λόγω της κωματώδους κατάστασης της στη Μ.Ε.Θ. εμπεριέχεται στην αιτιώδη δυναμικότητα της διωχθείσης αξιόποινης πράξεως και ως εκ τούτου συνδέεται αιτιωδώς με αυτήν.
Επειδή, παρά τα ως άνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, αξιολογώντας πλημμελώς το αποδεικτικό υλικό, κήρυξε τους κατηγορουμένους αθώους λόγω αμφιβολιών. Ειδικότερα, δέχθηκε: α)ότι η εφαρμογή της γενικής αναισθησίας και μάλιστα η μετά την αποτυχία της διασωλήνωσης της παθούσας χρήση της λαρυγγικής μάσκας προς παροχή σε αυτή οξυγόνου ήταν σύμφωνη με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και διενεργήθηκε lege artis χωρίς να δημιουργηθεί πρόβλημα στην επίτοκο κατά τη διάρκεια του τοκετού και δη εισρόφηση-χημική πνευμονίτιδα ή οποιοδήποτε άλλο (λ.χ. οφειλόμενο σε κακή εφαρμογή και χρήση της λαρυγγικής μάσκας εκ μέρους του πρώτου κατηγορουμένου), χωρίς όμως παράλληλα να εξηγεί σε ποια επιστημονικά-ιατρικά δεδομένα στηρίζεται η συγκεκριμένη θέση και για ποιο λόγο η ασθενής αμέσως μετά την ανάνηψη από το χειρουργείο εμφάνισε δύσπνοια-υποξία και τα λοιπά προπεριγραφέντα συμπτώματα, β) ότι το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την έξοδο της παθούσας από το χειρουργείο έως τη διακομιδή της στο Τ.Ε.Π. δεν είχε ουδεμία επίδραση και μάλιστα κρίσιμη στην εξέλιξη της υγείας της και ότι η εντός της ιδιωτικής κλινικής αντιμετώπιση του προβλήματος που εμφάνιζε η εν λόγω ασθενής από τους κατηγορουμένους ήταν ενδεδειγμένη και σύμφωνη με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, χωρίς όμως να αιτιολογεί με βάση ποια ειδικότερα αποδεικτικά στοιχεία συνήγαγε το εν λόγω συμπέρασμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το αποδεικτικό υλικό, από το οποίο τεκμηριώνεται η κρίσιμη σημασία της παρόδου του εν λόγω χρονικού διαστήματος για την εξέλιξη της πορείας της ασθενούς, όπως αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, γ)ότι κατά τη διακομιδή της παθούσας στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας η κατάσταση της δεν ήταν κρίσιμη αλλά αναστρέψιμη, θεωρώντας ότι το ποσοστό κορεσμού οξυγόνου στο αίμα της ασθενούς ήταν 80% περίπου, χωρίς όμως να συνεκτιμήσει το ποσοστό κορεσμού οξυγόνου 65% που αναφέρεται ότι παρουσίασε μετά το πέρας της επέμβασης η ασθενής στο από 16-10-2003 έγγραφο της Μ.Ε.Θ. του Γ.Ν.Βόλου και τη σημασία του εν λόγω ποσοστού στην εξέλιξη της κατάστασης της και δ)ότι υπάρχουν αμφιβολίες ως προς τον χρόνο πρόκλησης των εγκεφαλικών βλαβών στην παθούσα, χωρίς όμως να απαντήσει στο κρίσιμο ερώτημα αν οι εν λόγω βλάβες, ανεξαρτήτως του χρόνου εκδήλωσης τους συνδέονται με τις ενέργειες των κατηγορουμένων στην ιδιωτική κλινική ή όχι και για ποιο λόγο.
Επειδή, αντιθέτως, αξιολογώντας ορθώς το αποδεικτικό υλικό, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, θα έπρεπε κατόπιν ορθότερου νομικού χαρακτηρισμού της αποδιδομένης στους κατηγορούμενους αξιόποινης πράξης και χωρίς να επέρχεται με τον τρόπο αυτό ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας (ΑΠ 1438/2001, ΠοινΔνη 2004.1239, ΑΠ 490/1996, ΠοινΧρ 1997. 97, ΑΠ 650/1992, ΝοΒ 1993.122) να κηρύξει αυτούς ενόχους για ανθρωποκτονία εξ αμελείας (αρθρ. 28, 302 Π.Κ.) της ’. Χ.-Κ.." Η έφεση αυτή, όπως παραπάνω αναλυτικά διατυπώθηκε, περιέχει την απαιτούμενη για το παραδεκτό της, κατά τη διάταξη του άρθρου 486 παρ.3 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του προβαλλομένου λόγου της, της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, αφού εκτίθεται σε αυτήν η συγκεκριμένη περί την εκτίμηση των αποδείξεων πλημμέλεια της εκκαλουμένης αθωωτικής αποφάσεως, που δέχθηκε συνδρομή αμφιβολιών, ως προς τις πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, που αρχικά αποδιδόταν στους κατηγορουμένους και προσδιορίζονται οι λόγοι για τους οποίους το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο, κατά τον εκκαλούντα Εισαγγελέα, αποδεικτικό πόρισμα και θάπρεπε να αχθεί σε ενοχή των κατηγορουμένων υπαιτίων ιατρών τελικά και επιτρεπτώς κατ'ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό για ανθρωποκτονία της στο μεταξύ θανούσας επιτόκου από αμέλεια. Ειδικότερα εκτίθεται εκτενώς, αναλυτικά και εμπεριστατωμένα σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εκτίμηση του εισφερθέντος στην ακροαματική διαδικασία αποδεικτικού υλικού και ποία η αμελής συμπεριφορά και ποία η αιτιώδης συνάφεια των αναφερομένων στην έκθεση ιατρικών σφαλμάτων και παραλείψεων καθενός των δύο κατηγορουμένων ιατρών, τόσον κατά το αρχικό στάδιο της αναισθησίας και της χειρουργικής καισαρικής επέμβασης της παθούσας επιτόκου στην ιδιωτική κλινική αυτών, όσον και κατά την επέμβαση και το μετεγχειρητικό στάδιο αντιμετώπισης των εμφανισθέντων στην παθούσα επιπλοκών δύσπνοιας, υποξαιμίας, ταχυκαρδίας, πνευμονικού οιδήματος και την καθυστερημένη αναγκαία διακομιδή της σε κρατικό νοσοκομείο και εκεί διασωλήνωση της και του επελθόντος αποτελέσματος, αρχικά της σωματικής βλάβης της επιτόκου κατά την καισαρική τομή και δη του άγρυπνου κώματος συνεπεία βαριάς εγκεφαλικής βλάβης και αργότερα του θανάτου αυτής, ως αποτελέσματος επιπλοκών της παρατεταμένης και μακροχρόνιας νοσηλείας στη ΜΕΘ σε κωματώδη κατάσταση μετά έξι έτη, συνάγεται δε σαφώς και το είδος της αμέλειας του κατηγορουμένου αναισθησιολόγου ιατρού, της άνευ συνειδήσεως αμέλειας, από τα αναφερόμενα στην έφεση στοιχεία αμέλειας αυτού.
Συνεπώς αντικρούεται με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με συλλογισμούς και με επίκληση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, η αθωωτική κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. ’λλη, επιπλέον, αιτιολογία δεν ήταν αναγκαία, ούτε ήταν απαραίτητο, ειδικότερα, να παρατίθενται στην έκθεση αυτή εφέσεως αναλυτικά άλλα στοιχεία για να αντικρούσουν την αθωωτική κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και να θεμελιώσουν την άσκηση της εν λόγω εφέσεως.
Επομένως, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με το να κρίνει ορισμένη και τυπικά δεκτή την ανωτέρω έφεση του Εισαγγελέα με την προσβαλλόμενη απόφαση του και να επιληφθεί, στη συνέχεια, της κατ' ουσίαν έρευνας αυτής και να κηρύξει ενόχους τους κατηγορουμένους, δεν υπερέβη την εξουσία του, ο δε περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Σ. Μ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ, "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Ενόψει αυτών υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια ασθενούς, στις περιπτώσεις εκείνες που το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από αυτόν των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δε μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργεια ή παράλειψη του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Η ιδιαίτερη δε νομική υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου του ασθενούς απορρέει από το νόμο και τον κώδικα ιατρικής δεοντολογίας και από την εγγυητική θέση αυτού, λόγω του επαγγέλματος του, απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς που δημιουργείται κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και δη κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης, όπως π.χ. της νάρκωσης ασθενούς από αναισθησιολόγο και της χειρουργικής επέμβασης από χειρούργο, όσον και της αντιμετώπισης τυχόν εμφανισθέντων στον ασθενή επιπλοκών κατά το εγχειρητικό ή μετεγχειρητικό στάδιο.
Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Ειδικά επί εγκλήματος εξ αμελείας, που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της αποφάσεως και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 1435/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, έγινε δεκτή έφεση του εισαγγελέα Πρωτοδικών κατά της 186/2010 πρωτοβάθμιας αθωωτικής απόφασης, που είχεν αθωώσει τους δύο κατηγορουμένους ιατρούς, της τότε υπάρχουσας και αποδοθείσας πράξης σωματικής βλάβης, της χειρουργηθείσας με καισαρική τομή επιτόκου, λόγω αμφιβολιών και κηρύχθηκαν ένοχοι, σε δεύτερο βαθμό, οι δύο αναιρεσείοντες ιατροί, αναισθησιολόγος και μαιευτήρας γυναικολόγος ιατρός αντίστοιχα, λόγω στο μεταξύ επελθόντος θανάτου της επιτόκου, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, επιδειχθείσα κατά τη διάρκεια καισαρικής χειρουργικής επέμβασης και κατά το μετεγχειρητικό στάδιο αντιμετώπισης σοβαρών επιπλοκών της χειρουργηθείσας επιτόκου, και καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι ιατροί σε ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ μηνών ο καθένας, η οποία ποινή και ανεστάλη επί τριετία.
Στο αιτιολογικό του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: "Από τη χωρίς όρκο εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, την ανάγνωση της εκκαλουμένης απόφασης και των πρακτικών αυτής, καθώς και των λοιπών εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: η Α. Χ.-Κ., γεννηθείσα στις 9-11-1963, δηλαδή ηλικίας 40 ετών περίπου, έγκυος, διανύουσα την 36η εβδομάδα της κυήσεως, κατόπιν υπόδειξης του μαιευτήρα-χειρουργού-γυναικολόγου της Σ. Ν., δηλαδή του δευτέρου κατηγορουμένου, εισήχθη στις 16-10-2003 περί ώρα 06:30 περίπου στην ιδιωτική μαιευτική κλινική της Λάρισας "...", προκειμένου να υποβληθεί σε τοκετό με καισαρική τομή. Κατά τους ισχυρισμούς του δευτέρου κατηγορουμένου, που προσκόμισε σχετικές εκτυπώσεις στοιχείων καταχωρισμένων στον υπολογιστή του, ήταν απαραίτητο η ανωτέρω να υποβληθεί σε τοκετό με καισαρική τομή, λόγω του ότι σε πλείονα του ενός καρδιοτοκογραφήματα είχε διαπιστώσει χαμηλή διαφοροποίηση του βασικού καρδιακού ρυθμού του εμβρύου, που επέβαλε τη διενέργεια του τοκετού, ο οποίος κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, χαρακτηρίζεται ως πρόωρος με βάση την εβδομάδα της κύησης. Περά από την ηλικία των 40 ετών, η επίτοκος παρουσίαζε και διαβήτη κυήσεως, η εμφάνιση του οποίου είναι συνήθης στις εγκύους και δεν συνιστά παθολογική κατάσταση, ενέχει δε περισσότερους κινδύνους για το έμβρυο παρά για την επίτοκο, ενώ κατά τα λοιπά ήταν υγιέστατη. Ο συγκεκριμένος τοκετός ήταν καθ' όλα προγραμματισμένος, δεν επρόκειτο δηλαδή για τοκετό επείγοντος χαρακτήρα, λ.χ. εξαιτίας κινδύνου για τη ζωή της επιτόκου ή τονι εμβρύου η δε επιλογή της καισαρικής τομής προς διενέργεια του τοκετού από τον δεύτερο κατηγορούμενο ήταν ορθή δεδομένοι ότι προ δύο και πλέον ετών η ’. Χ. Κ. είχε γεννήσει στην ίδια ιδιωτική κλινική με καισαρική τομή, γεγονός που αποτελούσε ένδειξη για την εκ νέου διενέργεια καισαρικής τομής (βλ. ενδεικτικά Μαιευτική και Γυναικολογία Ιω. Μεσσήνη). Κατά την προετοιμασία του χειρουργείου, ο πρώτος κατηγορούμενος Σ. Μ., ιατρός-αναισθησιολόγος. ο οποίος σε συνεργασία με τον Σ. Ν. είχε αναλάβει την αναισθησιολογική επιμέλεια της επέμβασης, υπέδειξε στην ’. Χ. τη μέθοδο της γενικής αναισθησίας ως κατάλληλης για την περαίωση της καισαρικής τομής. Είναι προφανές ότι η επιλογή της συγκεκριμένης μεθόδου, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι συμφωνεί η επίτοκος, στην πραγματικότητα αποτελεί απόφαση του αναισθησιολόγου. Εδώ, ας σημειωθεί ότι η γενική αναισθησία πράγματι εμφανίζει ορισμένα πλεονεκτήματα όπως ταχεία εισαγωγή, καρδιαγγειακή σταθερότητα, ασφαλέστερο έλεγχο της αναπνευστικής οδού κ.α. ωστόσο παρουσιάζει ορισμένα σοβαρά μειονεκτήματα που συνδέονται με αυξημένους σε σχέση με την περιοχική αναισθησία κινδύνους θανάτου της επιτόκου, όπως είναι η πιθανότητα εισρόφησης γαστρικού περιεχομένου (1:500-400) και η αδυναμία διασωλήνωσης της τραχείας (1:300), για τους λόγους δε αυτούς εφαρμόζεται όλο και λιγότερο στη μαιευτική πρακτική (βλ. συνδυαστικά Αναισθησιολογία - Ανάνηψη, Λήδας Παπαδημητρίου-Παπακώστα και Κλινική Αναισθησιολογία, Morgan-Mikhail). Όσον αφορά ειδικότερα στην περίπτωση της εισρόφησης, θα πρέπει ιδιαίτερα να επισημανθεί ότι η έγκυος είναι επιρρεπής σε σοβαρές πνευμονίτιδες από αυτή την αιτία, διότι έχει αυξημένη ποσότητα γαστρικού υγρού με χαμηλό ρΗ εξαιτίας των ορμονικών μεταβολών, της υπερέντασης, των μηχανικών εμποδίων και των ναρκωτικών φαρμάκων που δίνονται στον τοκετό. Η επίτοκος δε μπορεί να θεωρείται με άδειο στομάχι ακόμη και μετά από παρατεταμένη ασιτία (βλ. Σύνοψη Μαιευτικής και Γυναικολογίας, Σέργιου Μανταλενάκη). Έτσι πριν από την εισαγωγή της γενικής αναισθησίας πρέπει να εξασφαλισθούν ιδανικές συνθήκες για την πρόληψη της εισρόφησης γαστρικού περιεχομένου, και μεταξύ άλλων, να χορηγηθούν ειδικά αντιόξινα φάρμακα προ 30 λεπτών με στόχο τη διατήρηση του γαστρικού ρΗ πάνω από 2,5 και να επιτευχθεί η ταχεία διασωλήνωση της τραχείας με στόχο την ελάττωση της πιθανότητας σοβαρής πνευμονίας από εισρόφηση (βλ. συνδυαστικά Κλινική Αναισθησιολογία, Morgan-Mikhail και Σύνοψη Μαιευτικής και Γυναικολογίας, Σέργιου Μανταλενάκη). Επιπροσθέτως ο αναισθησιολόγος πρέπει εξαρχής να εκτιμήσει το δύσκολο αεραγωγό, να είναι προετοιμασμένος για δύσκολη διασωλήνωση και αν του επιτρέπουν οι συνθήκες να εφαρμόσει περιοχική αναισθησία και να μην προχωρήσει σε γενική (βλ. Στοιχεία Περιεγχερητικής Ιατρικής Νικ. Μπαλαμούτσου). Εξάλλου, όπως συνάγεται από το πρωτόκολλο αναισθησιολογίας της Αμερικανικής Εταιρείας Αναισθησιολογίας (ASA) η απολύτως ενδεδειγμένη μέθοδος για την εξασφάλιση του αερισμού της επιτόκου όταν πρόκειται να γεννήσει με καισαρική τομή υπό γενική αναισθησία είναι εκείνη της διασωλήνωσης, σε περίπτωση δε που αυτή δεν καταστεί δυνατή, ο αναισθησιολόγος οφείλει να ακολουθήσει τα προβλεπόμενα από το ανωτέρω πρωτόκολλο.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος κατηγορούμενος, επιλογή του οποίου ήταν ουσιαστικά, η γενική αναισθησία, πριν προχωρήσει σε εφαρμογή της εν λόγω μεθόδου στην ’. Χ.- Κ. δεν εκτίμησε ορθώς αλλά πλημμελώς τις δυσκολίες διασωλήνωσής της με αποτέλεσμα να θεωρεί περίπου δεδομένη την επιτυχία της διασωλήνωσης. Επιπροσθέτως, διενήργησε μεν προοξυγόνωση της τελευταίας, όμως θεωρώντας εσφαλμένως ότι η διασωλήνωση ήταν εξασφαλισμένη δε χορήγησε αντιόξινα φάρμακα σε αυτή, οι δε αντίθετοι σχετικοί ισχυρισμοί του δεν επιβεβαιώθηκαν από πουθενά. Εν συνεχεία, περί ώρα 07:45 περίπου η επίτοκος εισήχθη στο χειρουργείο αφού προηγουμένως είχε υποβληθεί σε γενική αναισθησία, παρόντες δε πλην των κατηγορουμένων ήταν ως βοηθός χειρουργός ο μαιευτήρας-γυναικολόγος Α. Κ. και η μαία Κ. Λ.. Κατά την ανωτέρω χρονική στιγμή, ο Σ. Μ. επιχείρησε να διασωληνώσει την επίτοκο, πλην όμως είτε για λόγους υποκειμενικής αδυναμίας είτε για λόγους αντικειμενικής αδυναμίας, τους οποίους δεν είχε διαγνώσει προηγουμένως κατά την εκτίμηση του αεραγωγού της, δεν το κατόρθωσε, παρά τις προσπάθειες (τρεις στον αριθμό) που κατέβαλε. Τελικώς, ο πρώτος κατηγορούμενος, μολονότι είχε εν τω μεταξύ καλέσει τηλεφωνικώς τον ιατρό-αναισθησιολόγο Χ. Κ. για να συνδράμει στη διασωλήνωση, δεν προχώρησε σε αφύπνιση της επιτόκου, παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη επέμβαση δεν ήταν επείγουσα αλλά προγραμματισμένη, ο αερισμός της επιτόκου επαρκής κατά την επιχείρηση της διασωλήνωσης (η μάρτυρας-πραγματογνώμονας Χ. Τ. αν και μάλλον ασαφής στην κατάθεση της ως προς το ζήτημα αυτό, φαίνεται να αποδέχεται ότι η επάρκεια του αερισμού αφορούσε στη χρήση της προσωπικής μάσκας κατά τη διάρκεια της επιχείρησης της διασωλήνωσης) και δεν υπήρχε εμβρυϊκή δυσπραγία αλλά αντί για την εν λόγω μέθοδο επέλεξε να εξασφαλίσει τον αερισμό της επιτόκου με τη χρήση λαρυγγικής μάσκας. Η τελευταία (λαρυγγική μάσκα) εφαρμόζεται με τυφλό τρόπο (χωρίς λαρυγγοσκόπηση). Σε περίπτωση που δεν τοποθετηθεί σωστά επιτρέπει τη διαφυγή αέρος με συνέπεια μείωση του αερισμού και διάταση του στομάχου. Δεν εξασφαλίζει στεγανό αεραγωγό και υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος εισρόφησης ιδίως στις περιπτώσεις με πλήρη στόμαχο. Εφαρμόζεται σε μικροεπεμβάσεις και στην καρδιοαναπνευοτική αναζωογόννηση (βλ. Αναισθησιολογία-Ανάνηψη, Λήδας Παπαδημητρίου - Παπακώστα). Τα παραπάνω σημαίνουν ότι ο ούτως ή άλλως υπαρκτός κίνδυνος αναγωγής γαστρικού περιεχομένου εξαιτίας της εφαρμογής της τεχνικής της γενικής αναισθησίας ενισχύεται σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί διασωλήνωση και χρησιμοποιηθεί αντί αυτής η λαρυγγική μάσκα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την ανάγνωση του περιλαμβανομένου στη δικογραφία αναισθησιολογικού διαγράμματος που συνέταξε ο πρώτος κατηγορούμενος, ο κορεσμός του οξυγόνο" στο αίμα της επιτόκου κατά το ίδιο χρονικό σημείο, δηλαδή στις 07:45 με 08:00 ήταν με χρήση της λαρυγγικής μάσκας 98%, δηλαδή επαρκής, ενώ οι σφίξεις αυτής ήταν 95 ανά λεπτό. Όμως, πέρα από αυτό το χρονικό σημείο δεν υφίσταται καμία καταγραφή του κορεσμού, ενώ μετά τις 10.00 δεν καταγράφονται πλέον ούτε οι σφίξεις. Όσον αφορά στον ίδιο τον τοκετό, αυτός διεκπεραιώθηκε επιτυχώς με τη γέννηση ενός υγιούς θήλεος τέκνο", η δε επέμβαση ολοκληρώθηκε, περί ώρα 08:10 περίπου, οπότε το μεν νεογνό παρεδόθη σε παιδίατρο, η δε λεχωίδα πλέον ’. Χ. Κ. παρέμεινε στο χειρουργείο προς ανάνηψη. Η τελευταία συνήλθε από το χειρουργείο, περίπου στις 08:30, σε κακή όμως κατάσταση, δεδομένου ότι εμφάνιζε δύσπνοια, υποξαιμία, δηλαδή χαμηλό κορεσμό του οξυγόνου στο αίμα, και ταχυκαρδία. Για την αντιμετώπιση της υποξαιμίας, χρησιμοποιήθηκε από τους κατηγορουμένους προσωπική μάσκα οξυγόνου (που είναι διαφορετική της λαρυγγικής μάσκας), όμως τα ως άνω συμπτώματα όχι μόνο παρέμεναν αλλά έδιδαν σαφή εικόνα προοδευτικά σοβαρής επιδείνωσης τους. Οι κατηγορούμενοι, που υπέχουν από κοινού ευθύνη για την ομαλή μετεγχειρητική εξέλιξη της ασθενούς, βλέποντας ότι η κατάσταση της δεν βελτιωνόταν με τη μάσκα αλλά επιδεινωνόταν, κάλεσαν περί ώρα 09:00 περίπου τον ιατρό-αναισθησιολόγο Γ. Π., που και ο ίδιος διαπίστωσε τα προαναφερθέντα συμπτώματα, σύμφωνα δε με όσα κατέθεσε επ' ακροατηρίου η ασθενής, με μάσκα οξυγόνου είχε κορεσμό κατά τις ενδείξεις του μόνιτορ 95-96% και χωρίς μάσκα οξυγόνου, είχε κορεσμό περίπου 80% (δηλαδή κορεσμό χωρίς μάσκα σε κάθε περίπτωση μη φυσιολογικό). Μετά την εξέταση της ασθενούς από τον Γ. Π. και ενώ τα συμπτώματα παρέμεναν χωρίς να υπάρχει ουδεμία ένδειξη και προοπτική βελτίωσης, οι κατηγορούμενοι θεωρώντας εσφαλμένα, όπως θα αναλυθεί ειδικότερα παρακάτω, ότι ενδεχομένως τα αίτια της κατάστασης αυτής είναι καρδιολογικής φύσης κάλεσαν περί ώρα 09:30 περίπου τον ιατρό-καρδιολόγο Σ. Κ. για να εξετάσει την ασθενή. Ο τελευταίος, χρησιμοποιώντας καρδιογράφο 12 απαγωγών, που έφερε από το ιατρείο του, καθόσον το σχετικό μηχάνημα που διέθετε η κλινική ήταν 3 απαγωγών, εξέτασε την ’. Χ. Κ. και διαπίστωσε ότι εμφάνιζε έντονη δύσπνοια, υγρούς ρόγχους στους πνεύμονες (σύμπτωμα το οποίο ο ίδιος χαρακτηρίζει ως αρχόμενο πνευμονικό οίδημα), φλεβοκομβική ταχυκαρδία, ενώ σύμφωνα με την επ' ακροατηρίου κατάθεση του, ο κορεσμός οξυγόνου της ασθενούς, προφανώς με τη χρήση της μάσκας ήταν 95%, χορήγησε δε σε αυτή φάρμακα καρδιοτόνωσης και διούρησης, που όμως δεν είχαν αποτέλεσμα. Εν τω μεταξύ όμως, η κατάσταση της ασθενούς συνέχιζε να επιδεινώνεται, οι δε σφίξεις της μετά τις 10:00 είχαν φτάσει τουλάχιστον τις 120 ανά λεπτό κατά τη σχετική καταγραφή του αναισθησιολογικού διαγράμματος). Ας τονιστεί ότι σε αντίθεση προς τα αναφερόμενα από τους ανωτέρω μάρτυρες ως προς τα ποσοστά κορεσμού, οι πραγματικές τιμές αυτών ήταν οπωσδήποτε χαμηλότερες λαμβανομένου υπόψη ότι: α)στις καταθέσεις των ιδίων μαρτύρων στην προδικασία που βρίσκονται πλησιέστερα χρονικά προς τα γεγονότα, δεν αναφέρονται συγκεκριμένα ποσοστά κορεσμού και επομένως τίθεται το εύλογο ερώτημα πως είναι δυνατόν με τις μεταγενέστερες επ' ακροατηρίου καταθέσεις τους να προσδιορίζουν με ακρίβεια αυτά, β)τα εν λόγω ποσοστά δεν επιβεβαιώνονται από το αναισθησιολογικό διάγραμμα, όπου δεν υφίστανται σχετικές καταγραφές, ενώ ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι δεν καταγράφεται ο κορεσμός διότι παρέμενε συνεχώς στα ίδια επίπεδα που ήταν στις 07:45 (δηλαδή 98%) δεν κρίνεται πειστικός, αφού αν ήταν έτσι τα πράγματα δεν είχε λόγο ταυτόχρονα να καταγράψει τις σφίξεις της ασθενούς κατά το χρονικό διάστημα 09:00 έως 10:00 αφού ήταν ίδιες με του αμέσως προηγουμένου χρονικού διαστήματος και γ)η ακριβής μέτρηση των ποσοστών κορεσμού, προϋποθέτει εξέταση των αερίων αίματος (όπως άλλωστε και ο αναισθησιολόγος Γ. Π. καταθέτει), που δε μπορούσε να γίνει εντός της ιδιωτικής κλινικής. Τελικώς, οι κατηγορούμενοι, αντιλήφθηκαν επιτέλους ότι απαιτείτο επείγουσα διακομιδή της ασθενούς σε οργανωμένη νοσηλευτική μονάδα δημόσιου νοσοκομείου και περί ώρα 11:05 κάλεσαν το ΕΚΑΒ, το οποίο μετέβη στην Κλινική ... στις 11:12 και συνοδεία του πρώτου κατηγορουμένου, του αναισθησιολόγου Γ. Π. και του συζύγου της ασθενούς τη μετέφερε στις 11:28 στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας (βλ. τη σχετική βεβαίωση του Ε.Κ.Α.Β.). Εκεί ανέλαβαν την ασθενή οι αναισθησιολόγοι Β. Κ. και Α. Φ. και η καρδιολόγος Τ. Ν.. Υποβλήθηκε δε αυτή σε άμεσο καρδιολογικό, ακτινολογικό και εργαστηριακό έλεγχο και εν συνεχεία οι αναισθησιολόγοι προέβησαν σε επείγουσα διασωλήνωση της και επειδή δεν υπήρχαν κλίνες εντατικής θεραπείας μεταφέρθηκε την ίδια ημέρα περί ώρα 15:00 περίπου στο Γενικό Νοσοκομείο Βόλου. Όπως προκύπτει από τη συνδυαστική αξιολόγηση των εγγράφων του Γ.Ν. Λάρισας και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία (καταθέσεις κ.λπ.) η ασθενής παρουσίαζε κατά τη διακομιδή της στο Τ.Ε.Π. τα ακόλουθα συμπτώματα: έντονη δύσπνοια, κορεσμό οξυγόνου 65% προφανώς με μάσκα (αφού δε μπορεί να γίνει δεκτό ότι της αφαιρέθηκε η μάσκα στην κατάσταση της για να διαπιστωθεί ο κορεσμός χωρίς αυτή) που είναι ποσοστό ιδιαίτερα χαμηλό και υποδηλώνει έντονη υποξαιμία, ακτινολογική εικόνα θολερότητας των πνευμονικών πεδίων, οξύ πνευμονικό οίδημα, ταχυκαρδία (140 σφίξεις ανά λεπτό), μειωμένο κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας (ποσοστό 25%). Γενικά η εικόνα που έδινε η ασθενής ήταν εκείνη ενός σοβαρότατου περιστατικού που αν δεν αντιμετωπιζόταν άμεσα ενείχε κίνδυνο για την ίδια τη ζωή της (βλ. επ' ακροατηρίου κατάθεση Α. Φ. που χαρακτηρίζει το περιστατικό αυτολεξεί ως "βαρύ"). ’λλωστε, αν δεν εμφάνιζε την εικόνα αυτή, είναι προφανές, κατά την κοινή τουλάχιστον λογική, ότι δε θα χρειαζόταν εισαγωγή της σε Μ.Ε.Θ. Ως προς το ζήτημα περί του αν η ασθενής κατά το χρονικό διάστημα από την έξοδο της από το χειρουργείο της ιδιωτικής κλινικής έως την διακομιδή και διασωλήνωση της στο Τ.Ε.Π. είχε ή όχι τις αισθήσεις της ή είχε ήδη υποστεί εγκεφαλοπάθεια οφειλόμενη σε ελλιπή οξυγόνωση του εγκεφάλου της, δηλαδή περιέλθει ουσιαστικά σε κώμα, θα πρέπει να επισημανθεί ότι από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, δε μπορεί να συναχθεί με βεβαιότητα το συμπέρασμα ότι ο εγκέφαλος της παθούσας κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα παρέμεινε χωρίς καθόλου οξυγόνο επί 3 έως 4 συνεχή λεπτά, γεγονός που θα είχε ως αποτέλεσμα τη νέκρωση του. Είναι γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μαρτυρικών καταθέσεων, που βέβαια κατά κύριο λόγο προέρχονται από συναδέλφους των κατηγορουμένων, αναφέρει ότι η παθούσα είχε τις αισθήσεις της τόσο μετά την ανάνηψη της από το χειρουργείο όσο και κατά τη διακομιδή της στο Γ.Ν.Λ. Από την άλλη όμως δεν κρίνονται πειστικές οι ως άνω καταθέσεις, κατά το μέρος τους που εμφανίζουν μια εξωραϊσμένη εικόνα μιας ασθενούς που μιλούσε κανονικά, μετακινούνταν, ήταν σε πλήρη εγρήγορση μεν, πλην όμως "ζορισμένη". Η αλήθεια, είναι όπως προεκτέθηκε ότι η κατάσταση της παθούσας κατά τη διακομιδή της στο ΤΕΠ ήταν σοβαρότατη, λαμβανομένου υπόψη ότι από την έξοδο της από το χειρουργείο έως την τελική διασωλήνωση της είχαν ήδη παρέλθει τρεις κρισιμότατες ώρες, κατά τις οποίες διατελούσε σε καθεστώς παρατεταμένης και έντονης δύσπνοιας, συνεχιζόμενης υποξαιμίας, αφού ο αερισμός της ακόμη και με μάσκα δεν ήταν επαρκής (όπως συνάγεται από το ποσοστό κορεσμού 65% που εμφάνισε κατά τη διακομιδή της στο Γ.Ν.Λ.) και ταχυκαρδίας, που είχαν ως αποτέλεσμα να προκληθεί οξύ αναπνευστικό οίδημα που επέβαλε την άμεση διασωλήνωση της διότι κινδύνευε πλέον η ίδια η ζωή της. Το χρονικό αυτό σημείο είναι κρίσιμο διότι τότε είναι που εν γένει εγκαθίστανται όλες εκείνες οι σοβαρές βλάβες της υγείας της που προοδευτικά θα οδηγήσουν την ασθενή σε κώμα. Εξάλλου, είναι χαρακτηριστικό και θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο πρωτόκολλο αντιμετώπισης επείγοντος καταγράφεται η προβλεπόμενη με βάση την κλίμακα Γλασκώβης νευρολογική εκτίμηση, γεγονός που σε συνδυασμό με την κατάθεση του συζύγου της ασθενούς επιβεβαιώνει ότι ήδη από τότε η νευρολογική εικόνα της δεν ήταν φυσιολογική. Αυτό δεν αναιρείται από τη δυνατότητα της ενδεχομένως να αντιληφθεί τους ιατρούς και να συνεννοηθεί με αυτούς σε στοιχειώδες επίπεδο (όπως λ.χ. με νεύματα). Περαιτέρω, με βάση το ίδιο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι η ασθενής παρέμεινε στη Μ.Ε.Θ. του Γ.Ν. Βόλου από τις 16-10-2003 έως τις 27-10-2003 οπότε και διακομίσθηκε στη Μ.Ε.Θ. του Γ.Ν. Λάρισας. Ειδικότερα, κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, σύμφωνα με τα σχετικά έγγραφα της Μ.Ε.Θ. του Γ.Ν. Βόλου, όπου μεταφέρθηκε σε καταστολή και διασωληνωμένη με διάγνωση εισαγωγής πνευμονικό οίδημα-αναπνευστική ανεπάρκεια, παρουσίασε: στις 16-10-2003 (μικρή) διάταση αριστεράς κοιλίας με έκδηλη υποκινησία του μυοκαρδίου και ενώ το σχετικό σχετικό ΗΚΔ ήταν κατά φύση (έδειξε φλεβοκομβική ταχυκαρδία), στις 17-10-2003 διεγνώσθη και πάλι διάταση αριστεράς κοιλίας με διάχυτη υποκινησία με κλάσμα εξώθησης 15-20%, στις 19-10-2003 παρουσίαζε επεισόδια ταχυκαρδίας 180 σφίξεων ανά λεπτό και περί τις 19:00 έγινε ηλεκτρική ανάταξη από τον καρδιολόγο Β. Σ., ενώ έγιναν και 2 ΗΚΓ, στις 20-10-2003 παρουσιάζει και πάλι διάταση αριστεράς κοιλίας με κλάσμα εξώθησης 25%, στις 22-10-2003 μετά από αξονική τομογραφία εγκεφάλου δεν ανευρίσκονται παθολογικά ευρήματα, δεν παρατηρείται ενδοεγκεφαλική αιμορραγία ούτε παρεκτόπιση μέσης γραμμής, παρατηρείται καλός διαχωρισμός φαιάς-λευκής ουσίας και επασβεστωσεις χοριοειδών πλεγμάτων και επίφυσης, όμως κλινικά η ασθενής εμφανίζει δείκτη κλίμακας Γλασκώβης 6/15 με τετραπάρεση, δηλαδή ουσιαστικά βρίσκεται σε κώμα, στις 24-10-2003 η αριστερή κοιλία παρουσιάζει φυσιολογικά όρια και εμφανίζει καλό κλάσμα εξώθησης (60%). Ακολούθως, στις 27-10-2003 η ασθενής εισάγεται διασωληνωμένη στη ΜΕ.Θ. του Γ.Ν. Λάρισας. Η διάγνωση εισαγωγής είναι ισχαιμικού τύπου εγκεφαλοπάθεια μετά από καισαρική τομή και η μαγνητική τομογραφία (ΜΚ.Ι) εισαγωγής καταδεικνύει εκτεταμένη περιοχή παθολογικής έντασης σήματος στα βασικά γάγγλια άμφω, στη λευκή ουσία των ημιωοειδων στο σπληνίο του μεσολοβίου και λιγότερο στο μεσεγκέφαλο και το φλοιό. Η ασθενής τίθεται σε μηχανικό αερισμό και ενδοκράνιο monitoring. Στις 11-11-2003 ο έλεγχος καρδιάς αναδεικνύει υποκινησία τοιχωμάτων αριστεράς κοιλίας με κλάσμα εξώθησης 45%, ενώ οι νέες μαγνητικές τομογραφίες που έγιναν στις 4-11-2003 και 13-11-2003 δε δείχνουν σημαντική βελτίωση. Στις 27-1-2004 η ασθενής μεταφέρεται στο Π.Π.Ν.Λ. για τοποθέτηση βαλβίδας αντιμετώπισης υδροκεφάλου και συνέχιση της υποστηρικτικής αγωγής όπου νοσηλεύεται έως τις 9-2-2004 και έκτοτε παρέμεινε σε κατάσταση άγρυπνου κώματος, υποφέροντας από πόνους, δακρύζοντας κατά διαστήματα, φέροντας τραχειοστομία και γαστροστομία, αντιδρώντας στα επώδυνα εξωτερικά ερεθίσματα, μέχρι που τελικά το προηγούμενο έτος απεβίωσε μετά από λοίμωξη του αναπνευστικού απότοκη της μακροχρόνιας νοσηλείας της στη Μ.Ε.Θ.
Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά τίθεται το ζήτημα αν τα συμπτώματα της ασθενούς μετά την έξοδο της από το χειρουργείο είναι απότοκα καρδιογενών αιτίων (λ.χ. της λεγόμενης μυοκαρδιοπάθειας της λοχείας), όπως ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι ή οφείλονται σε πράξεις και παραλείψεις των τελευταίων, σε περίπτωση δε που ισχύει το τελευταίο θα πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα αν ο χρόνος που μεσολάβησε από την εμφάνιση τους μέχρι τη διακομιδή της ασθενούς στο ΤΕΠ του ΓΝΛ ήταν ή όχι κρίσιμος για την εξέλιξη της κατάστασης της. Επιπροσθέτως θα πρέπει να κριθεί το ζήτημα αν η κωματώδης κατάσταση στην οποία τελικά περιήλθε η ασθενής και τελικά ο θάνατος της συνδέονται αιτιωδώς με τις πράξεις και παραλείψεις των κατηγορουμένων κατά τη διάρκεια και μετά την επέμβαση έως τη διακομιδή της στο ΤΕΠ. Όσον αφορά στη λεγόμενη μυοκαρδιοπάθεια της λοχείας και εν γένει τα καρδιογενή αίτια των μετεγχειρητικών συμπτωμάτων της ασθενούς, ο σχετικός υπερασπιστικός ισχυρισμός των κατηγορουμένων καταρρίπτεται από το προμνησθέν αποδεικτικό υλικό. Ειδικότερα: α) πλείστα όσα έγγραφα των εμπλεκομένων στην υπόθεση νοσοκομείων δε θέτουν ως διάγνωση κάποιου είδους καρδιοπάθειας (για πρώτη φορά αναφέρονται σε καρδιακή ανεπάρκεια με την έννοια πάντως του συμπτώματος και όχι της αιτιολογίας εμφάνισής του οι καρτέλες της Μ.Ε.Θ. του Βόλου από τις 21-10-2003 και μετά, ενώ χαρακτηριστικό είναι ότι προηγουμένως γινόταν στις εν λόγω καρτέλες αναφορά σε οξύ πνευμονικό οίδημα), β)αν η ασθενής πράγματι είχε τέτοιου είδους μυοκαρδιοπάθεια, τότε δε δικαιολογείται σε καμία περίπτωση η θεαματική άνοδος του κλάσματος εξώθησης της αριστερής κοιλίας από 25% στις 16-10-2003, 15-20% στις 17-10-2003 και 25% στις 20-10-2003 σε 60% στις 24-10-2003 (κάτι τέτοιο αποκλείει και η καρδιολόγος Τ. Ν., η οποία θεώρησε ως πιθανή τη μυοκαρδιοπάθεια). Ο ισχυρισμός ότι η τιμή 60% του κλάσματος εξώθησης που καταγράφεται στις 24-10-2003 είναι εσφαλμένη είναι αστήρικτος, αφού δεν επιβεβαιώνεται από τη μετέπειτα σαφώς βελτιωμένη καρδιολογική εικόνα της ασθενούς, ενώ όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε ο καρδιολόγος του Γ.Ν. Βόλου Β. Σ. δεν υπάρχει περίπτωση τέτοιου λάθους ούτε μία στο εκατομμύριο, γ)η εν λόγω νόσος σε καμία περίπτωση δεν είναι συνηθισμένη αλλά αντιθέτως είναι σπανιότατη (η πιθανότητα εμφάνισης της είναι 1 στις 3000 με 15.000 τελειόμηνες κυήσεις), δ)ακόμη και οι ιατροί που κάνουν λόγο για τη συγκεκριμένη ασθένεια είναι επιφυλακτικοί και ομιλούν απλώς για πιθανότητα να πρόκειται για αυτή και σε καμία περίπτωση για βεβαιότητα. Επομένως, είναι εσφαλμένη η πραγματογνωμοσύνη του ιατρού-καρδιολόγου Δ. Μ., η οποία χρησιμοποιείται από τους κατηγορουμένους για την υποστήριξη της εκδοχής της μυοκαρδιοπάθειας, αφού υιοθετεί κατ' ουσίαν την εκδοχή αυτή χωρίς όμως προηγουμένως, να εξηγήσει για ποιους ειδικότερα λόγους αποκλείονται άλλα αίτια για τη συνολική κατάσταση της, οτην οποία περιλαμβάνονται και τα όποια καρδιολογικά ευρήματα, τα οποία (αίτια) εμφανίζουν σαφέστατα μεγαλύτερη συχνότητα και πιθανότητα εμφάνισης (όπως δηλαδή εκείνα που συνδέονται με τις επιπλοκές αυτής καθ' αυτής της γενικής αναισθησίας, της αποτυχημένης διασωλήνωσης, της χρήσης λαρυγγικής μάσκας κ.λπ.) και χωρίς να εξηγεί πως έζησε η ασθενής για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τον τοκετό χωρίς να εμφανίζει καρδιολογικά προβλήματα, δεδομένου ότι η εν λόγω καρδιοπάθεια χαρακτηρίζεται από μεγάλα, συγκριτικά, ποσοστά θνησιμότητας. Διαφορετικά θα έπρεπε εσφαλμένα να γίνει δεκτό ότι στην προκειμένη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με μια ακόμη σπανιότερη μορφή μυοκαρδιοπάθειας της λοχείας που εμφανίζεται και εξαφανίζεται εντός οκτώ ημερών. Χαρακτηριστικό εξάλλου για την αξιολόγηση της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης είναι ότι δέχεται ποσοστό κορεσμού οξυγόνου 90-96% μετά την αφύπνιση της ασθενούς, χωρίς να υπάρχουν αντίστοιχες καταγραφές στο αναισθησιολογικό διάγραμμα. Ενόψει των προεκτεθέντων, θα πρέπει να αποκλεισθεί η μυοκαρδιοπάθεια και κάθε άλλο αίτιο καρδιογενούς προέλευσης σχετικά με την πρόκληση των συμπτωμάτων που εμφάνισε μετά την επέμβαση η Α. Χ.-Κ.. Αντιθέτως, τα μετεγχειρητικά συμπτώματα της ασθενούς προέρχονται από αναγωγή-εισρόφηση γαστρικού περιεχομένου, που οφείλεται στην εσφαλμένη εκ μέρους του πρώτου κατηγορουμένου επιλογή αρχικά της τεχνικής της γενικής αναισθησίας και την εν συνεχεία χρήση λαρυγγικής μάσκας κατά τη διάρκεια της επέμβασης. Ειδικότερα, ο πρώτος κατηγορούμενος πέραν του γεγονότος ότι χωρίς ειδικό λόγο και χωρίς να υπάρχει ειδική προς τούτο ένδειξη επέλεξε τη γενική αναισθησία δηλαδή μια μέθοδο που ενέχει περισσότερους κινδύνους θνησιμότητας για την επίτοκο αντί της περιοχικής αναισθησίας, επαυξάνοντας έτσι άσκοπα σε βάρος της τους εν λόγω κινδύνους, προτού να επιχειρήσει τη γενική αναισθησία, δεν τίμησε ορθώς τις δυσκολίες διασωλήνωσης, ως όφειλε αλλά πλημμελώς. Ακόμη όμως και αν γίνει δεκτό ότι η δυσχέρεια προέκυψε μόνο όταν επιχείρησε τη διασωλήνωση, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, εφόσον ο αερισμός της επιτόκου ήταν επαρκής και από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι υπήρξε μετά την αδυναμία διασωλήνωσης κίνδυνος για το έμβρυο (λ.χ. η ονομαζόμενη ως εμβρυϊκή δυσπραγία), ώστε να επείγει η διενέργεια της χειρουργικής επέμβασης, τότε, όπως επιβάλλει η ιατρική επιστήμη και το σχετικό πρωτόκολλο αναισθησιολογίας (ASA) που όφειλε και μπορούσε να τηρήσει κατά γράμμα και δεν τήρησε, θα έπρεπε να προβεί σε αφύπνιση της παθούσας και εν συνεχεία να επιχειρήσει είτε περιοχική αναισθησία είτε βέλτιστη προσπάθεια διασωλήνωσης. Ο ισχυρισμός ότι εν προκειμένω η αφύπνιση ενέχει κινδύνους για το έμβρυο δεν αποδεικνύεται από πουθενά, ενώ αντιβαίνει και προς τα επιστημονικά δεδομένα που με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο συνιστούν σε αυτές τις περιπτώσεις την αφύπνιση. Αντί όμως να αφυπνίσει την επίτοκο και χωρίς να έχει χορηγήσει προηγουμένως αντιόξινα φάρμακα, χρησιμοποίησε για την οξυγόνωση της τη λαρυγγική μάσκα, που συνήθως χρησιμοποιείται σε μικροεπεμβάσεις, με αποτέλεσμα να επαυξήσει σημαντικά τον ούτως ή άλλοις υπαρκτό στη γενική αναισθησία κίνδυνο αναγωγής γαστρικού περιεχομένου. Ο εν λόγω κίνδυνος τελικά πραγματώθηκε κατά τη διάρκεια της επέμβασης, τα δε συμπτώματα του εκδηλώθηκαν, όπως γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις, αμέσως μετά την ανάνηψη της ασθενούς. Η αναφορά σε εισρόφηση δεν αποτελεί υπόθεση ούτε εκδοχή αλλά βάσιμο συμπέρασμα που στηρίζεται στα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά. Τα βασικά συμπτώματα που εκδηλώθηκαν μετά το χειρουργείο, δηλαδή η δύσπνοια-υποξαιμία, η ταχυκαρδία, το πνευμονικό οίδημα, ο χρόνος αλλά και ο τρόπος εκδήλωσης τους, συνηγορούν και στηρίζουν το συμπέρασμα αυτό. Μάλιστα θα πρέπει να επισημανθεί ότι αν η πορεία της νόσου επιβαρυνθεί εμφανίζεται και καρδιακή κάμψη (όπως πράγματι έγινε στη συγκεκριμένη περίπτωση, βλ. Βασική Μαιευτική και Περιγεννητική Ιατρική Σ. Ε. Καρπάθιου). Ενισχύεται δε το εν λόγω συμπέρασμα και από το γεγονός ότι: α)ο σύζυγος της παθούσας αναφέρεται σε εμφάνιση σπασμών μετά το χειρουργείο, αφού συνήθης σε αυτή την περίπτωση είναι η εμφάνιση βρογχόσπασμων, β) η ακτινογραφία εμφάνισε εικόνα θολερότητας των πνευμονικών πεδίων. Η εικόνα αυτή σύμφωνα με οσα κατέθεσε επ' ακροατηρίου ο ιατροδικαστής Χ. Κ. αλλά και ο ιατρός καρδιολόγος Δ. Μ. είναι συμβατή με την εισρόφηση-χημίκη πνευμονίτιδα. ’λλωστε, όπως ανέφερε και η αναισθησιολόγος του ΤΕΠ Β. Κ., είναι δυνατό η εισρόφηση ακόμη και να μην απεικονίζεται στη σχετική ακτινογραφία και γ) από τη χρήση της λέξης "εισρόφηφη" στο από 16-10-2003 έγγραφο της ΜΕΘ του Βόλου, πράγμα που σημαίνει ότι τα συγκεκριμένα συμπτώματα οδηγούσαν ευθέως στην αναζήτηση της αιτίας του προβλήματος. Ακόμη όμως και αν (υποθετικώς) γινόταν δεκτό ότι τα ως άνω συμπτώματα δεν οφείλονταν σε εισρόφηση, τότε δοθέντος ότι αποκλείονται τα καρδιογενή αίτια εμφάνισης αυτών (μυοκαρδιοπάθεια της λοχείας ή άλλου είδους καρδιοπάθεια), είναι προφανές ότι αυτά θα πρέπει να αποδοθούν σε ανεπαρκή αερισμό της ασθενούς κατά τη διάρκεια της επέμβασης, λόγω εσφαλμένης εφαρμογής της λαρυγγικής μάσκας και ελλιπούς παρακολούθησης της παροχής οξυγόνου στην επίτοκο από τον πρώτο κατηγορούμενο, διαφορετικά είναι αδύνατο να εξηγηθεί πως μια καθ' όλα υγιής πριν το τοκετό γυναίκα εμφανίζει μετά από αυτόν τα προαναφερθέντα συμπτώματα. Σε κάθε περίπτωση και συνοψίζοντας, η κατάσταση της ασθενούς όπως εκδηλώθηκε μετά την ανάνηψη οφείλεται στην προπεριγραφείσα υπαίτια συμπεριφορά του πρώτου κατηγορουμένου, ο οποίος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, αφού τούτο θα ήταν δυνατό και για κάθε άλλο ενεργούντα στη θέση του μετρίως συνετό και ευσυνείδητο ιατρό-αναισθησιολόγο, παραβίασε τον κοινώς αναγνωρισμένο κανόνα της ιατρικής επιστήμης που στη συγκεκριμένη περίπτωση επέβαλε την αφύπνιση της ασθενούς και προχώρησε εσφαλμένως σε εφαρμογή και χρήση της λαρυγγικής μάσκας, με το προαναφερθέντα μετεγχειρητικά αποτελέσματα, θα πρέπει περαιτέρω να σημειωθεί ότι η εσφαλμένη και πλημμελής αντιμετώπιση της υπόθεσης δεν περιορίστηκε στην εφαρμογή της γενικής αναισθησίας και τη χρήση της λαρυγγικής μάσκας αλλά συνεχίστηκε εκ μέρους και των δύο κατηγορουμένων πλέον και μετά την ανάνηψη της παθούσας από το χειρουργείο. Ειδικότερα, οι κατηγορούμενοι ως συνυπεύθυνοι ιατροί για την αντιμετώπιση οποιασδήποτε απρόβλεπτης σωματικής βλάβης ή επιπλοκής που θα αντιμετώπιζε μετεγχειρητικά η ’. Χ. Κ. (όπως άλλωστε και η ιατρός Χ. Τ. αναφέρει στην περιλαμβανόμενη στη δικογραφία από 10-4-2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της), παρά το γεγονός ότι στην συγκεκριμένη ιδιωτική κλινική αφενός μεν δεν υπήρχε η δυνατότητα να διακριβωθούν τα αίτια των συμπτωμάτων που εμφάνισε η ασθενής, μέσω πλήρους ακτινολογικού, εργαστηριακού, βιοχημικού και καρδιολογικού ελέγχου αφετέρου δε μπορούσαν οι ίδιοι να εξασφαλίσουν τον επαρκή αερισμό της με διασωλήνωση, χωρίς να λάβουν υπόψη τους τη σοβαρότητα της κατάστασης της, αφού εμφάνιζε παρατεταμένη και προοδευτικά επιδεινούμενη υποξαιμία, έντονη δύσπνοια, υγρούς ρόγχους στους πνεύμονες, ταχυκαρδία, προτίμησαν να καλέσουν συναδέλφους τους προς εκτίμηση της κατάστασης, μολονότι, όπως προαναφέρθηκε, ουδεμία δυνατότητα υπήρχε προς αντιμετώπιση των συμπτωμάτων, με αποτέλεσμα από την έξοδο της ασθενούς από το χειρουργείο έως την διασωλήνωση της στο ΤΕΠ να παρέλθουν τρεις ολόκληρες ώρες. Το χρονικό αυτό διάστημα που παρήλθε άσκοπα, παρά τα όσα κατέθεσαν ορισμένοι μάρτυρες που προσπάθησαν να εξωραΐσουν την κατάσταση, ήταν κρίσιμο και απέβη τελικά κατ' ουσίαν μοιραίο για την ασθενή. Αυτό συνάγεται από τα εξής στοιχεία: α)την προανακριτική κατάθεση του Σ. Κ. που αναφέρει επί λέξει ότι κλήθηκε στην κλινική για "οξύ και επείγον περιστατικό δύσπνοιας", δηλαδή στις 09:30 που κλήθηκε το περιστατικό ήταν ήδη οξύ και επείγον. β)τις καταθέσεις του Α. Φ. προανακριτικά και επ' ακροατηρίου όπου κάνει λόγο για επείγον και βαρύ περιστατικό, έντονη δύσπνοια, γ)την συντομότατη διασωλήνωση της ασθενούς μετά τη διακομιδή της στο ΤΕΠ. δ)τη χρήση της φράσης "διασωληνώθηκε εσπευσμένα" το πληροφοριακό σημείωμα της ΜΕΘ Λάρισας προς το Π.Π.Ν.Λ. ε)τη διενέργεια ακτινογραφίας εντός του χώρου του ΤΕΠ που καταδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης και στ)το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος προφανώς αντιληφθείς καθυστερημένα την κρισιμότητα της κατάστασης συνόδευσε την ασθενή στο ΤΕΠ μαζί με τον αναισθησιολόγο Γ. Π.. Ιδιαίτερη όμως μνεία για τη σημασία της παρόδου του εν λόγω χρονικού διαστήματος θα πρέπει να γίνει στην επ' ακροατηρίου κατάθεση του αναισθησιολόγου του ΤΕΠ Α. Φ., ο οποίος όχι μόνο επί λέξει χαρακτηρίζει το περιστατικό που αντιμετώπισε ως βαρύ, αλλά αναφέρει ότι σε περίπτωση που καθυστερούσε περαιτέρω η διασωλήνωση της παθούσας κινδύνευε και η ίδια η ζωή της ακόμη. Αυτό αποδεικνύει την κρισιμότητα του χρονικού διαστήματος που παρήλθε. Οι κατηγορούμενοι δηλαδή κρατούσαν επί 2,5 και πλέον ώρες στην ιδιωτική κλινική μια ασθενή με παρατεταμένη και έντονη δύσπνοια, ταχυκαρδία, πνευμονικό οίδημα, ανεπαρκή αερισμό-υποξαιμία και με τάση διαρκούς επιδείνωσης των συμπτωμάτων της χωρίς να μπορούν ούτε να διαγνώσουν με ασφάλεια τα αίτια της κατάστασης της ούτε να της προσφέρουν την επιβαλλόμενη ιατρική φροντίδα και είναι βέβαιο ότι αν είχαν καθυστερήσει λίγο ακόμη να καλέσουν το ΕΚΑΒ η άτυχη ασθενής θα πέθαινε στα χέρια τους. Αντιθέτως, επίσης βέβαιο είναι ότι η εικόνα της θα ήταν πολύ διαφορετική αν, όπως όφειλαν και μπορούσαν να πράξουν ενόψει της εμπειρίας και των γνώσεων τους, αντιλαμβάνονταν τη σοβαρότητα και κρισιμότητα της κατάστασης της ασθενούς και την δική τους υποκειμενική και αντικειμενική αδυναμία να τη βοηθήσουν και φρόντιζαν για την άμεση διακομιδή της μετά την εκδήλωση των συμπτωμάτων στο Νοσοκομείο που διέθετε εξειδικευμένο προσωπικό και κατάλληλη υλικοτεχνική υποδομή, πράγμα που βέβαια δεν έπραξαν υποτιμώντας την ανάγκη επείγουσας αντιμετώπισης του ζητήματος και θεωρώντας εσφαλμένως ότι μπορούσαν να επαναφέρουν την ασθενή και να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της εντός της κλινικής, μολονότι αυτό εκ των πραγμάτων ήταν αδύνατο. Τέλος, τίθεται το ζήτημα του πως οι προαναφερόμενες πράξεις και παραλείψεις των κατηγορουμένων συνδέονται με τη βαριά εγκεφαλική βλάβη, κατ' ουσίαν δηλαδή την κωματώδη-φυτική κατάσταση την οποία η παθούσα εξεδήλωσε κλινικά στις 22-10-2003. Βεβαίως κατά την εξέταση της με αξονικό τομογράφο την ίδια ημέρα διαπιστώθηκαν παθολογικά ευρήματα. Το αληθές όμως είναι ότι αυτά απλώς δεν απεικονίστηκαν στην αξονική τομογραφία αλλά μεταγενέστερα στη μαγνητική αφού την ίδια στιγμή η ασθενής παρουσίαζε τετραπάρεση με κλίμακα Γλασκώβης 6/15, δηλαδή ήδη βρισκόταν σε κώμα. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι επειδή η κατάσταση αυτή της ασθενούς εκδηλώθηκε μετά από την ηλεκτρική ανάταξη που έγινε στις 19-10-2003 οφείλεται ουσιαστικά στα καρδιογενή αίτια και ειδικότερα στη μυοκαρδιοπάθεια της λοχείας που επέβαλε λόγω επιδείνωσης της κατάστασης της (λ.χ. εξαιτίας κάποιας κακοήθους αρρυθμίας) την ανάταξη. Ωστόσο, ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η ασθενής δεν έπασχε από κανενός είδους καρδιοπάθεια. Η βαριά κατάσταση της υγείας της που επέβαλε την εισαγωγή της στη Μ.Ε.Θ. οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στις προαναφερθείσες υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις των κατηγορουμένων που είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν ήδη από το χρόνο διακομιδής της στο ΤΕΠ οι επιβαρυντικές εκείνες ως προς την υγεία της προϋποθέσεις που προοδευτικά οδήγησαν σε επιδείνωση της κατάστασης της και στις εγκεφαλικές βλάβες που κλινικά καταγράφηκαν για πρώτη φορά στις 22-10-2003. ’λλωστε όταν εισάγεται ένας ασθενής στη Μ.Ε.Θ. είναι δεδομένο ότι κινδυνεύει ακόμη και η ίδια του η ζωή και έτσι είναι αναμενόμενο η αρχικά επιβαρυμένη υγεία του να επιδεινωθεί δραματικά και με απρόβλεπτο τρόπο και τούτο σε καμία περίπτωση δε μπορεί να θεωρηθεί ως διακοπή της αιτιώδους συνάφειας αλλά αντιθέτως αποτελεί επιβεβαίωση της ύπαρξης της. Για το λόγο δε αυτό η διάγνωση στο πληροφοριακό σημείωμα του Γ.Ν. Λάρισας προς το Π.Π.Ν.Λ. είναι ισχαιμικού τύπου εγκεφαλοπάθεια μετά από καισαρική τομή. Η σύνδεση εν προκειμένω δεν είναι απλώς χρονική ούτε τέθηκε τυχαία αλλά υποδηλώνει την ενότητα και τη συνάφεια μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων των κατηγορουμένων και της τελικής κατάστασης της ασθενούς ως αποτελέσματος προοδευτικής επιδείνωσης της ήδη βεβαρημένης υγείας της εντός της Μ.Ε.Θ. Ακόμη όμως και αν (υποθετικώς) γινόταν δεκτό ότι οι εγκεφαλικές βλάβες δεν επήλθαν προοδευτικά αλλά εμφανίστηκαν στις 22-10-2003 κατά την χρονολογία κλινικής καταγραφής τους, τότε, αποκλειόμενης της μυοκαρδιοπάθειας, είναι πρόδηλο ότι οι εν λόγω εγκεφαλικές βλάβες οφείλονται σε καρδιολογικής μεν φύσης επιπλοκές (λ.χ. κάποιον θρόμβο), που επέβαλαν την ανάταξη, γενεσιουργός αιτία των οποίων όμως ήταν η ήδη διαγνωσθείσα κατά την εισαγωγή της ασθενούς στο ΤΕΠ κάμψη και επιβάρυνση της καρδιακής λειτουργίας της. Επαληθεύεται λοιπόν και σε αυτήν ακόμη την (υποθετική) περίπτωση ο αιτιώδης σύνδεσμος της ισχαιμικής εγκεφαλοπάθειας με τις πράξεις και παραλείψεις των κατηγορουμένων. Με τα δεδομένα αυτά είναι πρόδηλο ότι και ο θάνατος της ασθενούς που επήλθε ως αναμενόμενο και σύνηθες αποτέλεσμα επιπλοκών της παρατεταμένης και μακροχρόνιας νοσηλείας της λόγω της κωματώδους κατάστασης της στη Μ.Ε.Θ. εμπεριέχεται στην αιτιώδη δυναμικότητα της διωχθείσης αξιόποινης πράξεως και ως εκ τούτου συνδέεται αιτιωδώς με αυτήν. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι ανθρωποκτονίας από αμέλεια της ’. Χ. Κ. κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό αντί για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεους για την οποία είχε αρχικά ασκηθεί ποινική δίωξη και χωρίς να επέρχεται μεταβολή της κατηγορίας ΑΠ 1438/2001 Ποιν/Δνη 2004 σελ.1239, να αναγνωριστεί όμως σ' αυτούς το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α του ΠΚ, γιατί αυτοί πράγματι έζησαν έως το χρόνο που τέλεσαν την ως άνω πράξη έντιμη ατομική οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή".
Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν Τριμελές Εφετείο Λάρισας διέλαβε στην προσβαλλόμενη 1435/2011 απόφαση του την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελικά καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι ιατροί, τις αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και τις σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 του ΠΚ.
Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις των δύο αναιρεσειόντων: α) η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι δεν αιτιολογείται η αμελής συμπεριφορά και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής και του επελθόντος αποτελέσματος, είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί. Και τούτο διότι στο αιτιολογικό, αναφέρεται εμπεριστατωμένα και επαρκώς η αμελής συμπεριφορά καθενός κατά την παροχή υπ' αυτών των ιατρικών υπηρεσιών τους, των αναφερομένων σε αυτό ιατρικών σφαλμάτων και των επί μέρους παραλείψεων των δύο κατηγορουμένων ιατρών, αναισθησιολόγου και χειρούργου γυναικολόγου, αντίστοιχα τόσον κατά το αρχικό στάδιο της γενικής αναισθησίας και της χειρουργικής επέμβασης της παθούσας επιτόκου στην ιδιωτική κλινική αυτών, όσον και κατά την επέμβαση με καισαρική τομή, αλλά και κατά το μετεγχειρητικό στάδιο αντιμετώπισης των εμφανισθέντων στην παθούσα επιπλοκών, ως αποτελέσματος αναγωγής γαστρικού περιεχομένου και στη συνέχεια δύσπνοιας, υποξαιμίας, ταχυκαρδίας, πνευμονικού οιδήματος, συνεπεία εσφαλμένης επιλογής της γενικής αναισθησίας και μη επιτυχούς διασωλήνωσης, ανεπαρκούς αερισμού λόγω εσφαλμένης στη συνέχεια εφαρμογής λαρυγγικής μάσκας και ελλιπούς παρακολούθησης από τον αναισθησιολόγο της παροχής οξυγόνου και από την καθυστερημένη αναγκαία διακομιδή της σε κρατικό νοσοκομείο για την εκεί άμεση διασωλήνωση της. Επίσης αναφέρεται η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των παραπάνω παραλείψεων και του επελθόντος αποτελέσματος, αρχικά της σωματικής βλάβης της επιτόκου κατά την καισαρική τομή και δη του άγρυπνου κώματος συνεπεία βαριάς εγκεφαλικής βλάβης, απου οφειλόταν στις παραπάνω επιπλοκές που δεν αντιμετώπισαν ορθά και εγκαίρως και αργότερα, το 2009 μετά έξι έτη, του θανάτου αυτής, από λοίμωξη αναπνευστικού, ως αποτόκου αποτελέσματος προοδευτικής επιδείνωσης της ήδη ως παραπάνω βεβαρημένης υγείας της εντός της ΜΕΘ, λόγω της παρατεταμένης και μακροχρόνιας νοσηλείας αυτής στη ΜΕΘ και στο νοσοκομείο σε κωματώδη κατάσταση, που την έφεραν οι μνημονευόμενες παραλείψεις των δύο κατηγορουμένων. Προσθέτως, αιτιολογείται ειδικά και χωρίς αντιφάσεις η απόρριψη του, από τους κατηγορούμενους ιατρούς, που είχαν αναλάβει συμβατικά ως θεράποντες τον τοκετό, προβληθέντος ισχυρισμού περί διακοπής του εν λόγω αιτιώδους συνδέσμου, των παραλείψεων αυτών και του μετέπειτα θανάτου της παθούσας επιτόκου, β) όπως συνάγεται από το σύνολο των παραπάνω παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο σαφώς δέχθηκε στο αιτιολογικό του την ύπαρξη μόνον ενός είδους αμέλειας, της άνευ συνειδήσεως αμέλειας και των δύο κατηγορουμένων ιατρών, αναισθησιολόγου και μαιευτήρα χειρουργού γυναικολόγου αντίστοιχα, για την πράξη της ανθρωποκτονίας, λόγω του, στο μεταξύ, επελθόντος θανάτου της επιτόκου, από αμέλεια αμφοτέρων, την οποία αμέλεια και εξειδικεύει για τον καθένα χωριστά, γ) η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι δεν συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο οι αναγνωσθείσες στο ακροατήριο από 10-4-2008, από 10-4-2008 και από 15-4-2008 τρεις ιατρικές εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, της Γ. Δ., της Χ. Τ. και Δ. Μ., που συνιστούν, κατ' άρθρο 178 περ.γ' του ΚΠΔ, ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Και τούτο διότι, ναι μεν δε μνημονεύονται στην αρχή του προεκτεθέντος αιτιολογικού μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται γενικά κατά το είδος τους, αλλά από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, 1) για συνδρομή αμέλειας των δύο κατηγορουμένων ιατρών, 2) για ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ των αναφερομένων συγκεκριμένων παραλείψεων αυτών, που δεν αντιμετώπισαν έγκαιρα και ορθά τις επιπλοκές της παθούσας, των λανθασμένων χειρισμών και της εκ μέρους τους υποτίμησης της ανάγκης επείγουσας αντιμετώπισης των επιπλοκών αυτών σε οργανωμένη νοσοκομειακή μονάδα, και του επελθόντος αποτελέσματος του άγρυπνου κώματος συνεπεία βαριάς εγκεφαλικής βλάβης και αργότερα του θανάτου αυτής, 3) περί μη διακοπής του αιτιώδους αυτού συνδέσμου, όσον και 4) περί απόρριψης της εκδοχής της καρδιοπάθειας ως αιτίου των επιπλοκών και του μεταγενέστερου θανάτου της επιτόκου, προκύπτει ότι και οι τρεις αυτές εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης συνεκτιμήθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και αντικρούεται εμπεριστατωμένα και με επιχειρηματολογία, εμμέσως πλην σαφώς, το αντίθετο προς τις άνω παραδοχές πόρισμα αυτών. Ειδικότερα στο άνω αιτιολογικό μνημονεύονται ρητά και αντικρούονται επαρκώς οι εκθέσεις των πραγματογνωμόνων Χ. Τ. και Δ. Μ., (βλ. σελ. 76, 82 και 84 αιτιολογικού), που δεν καταλογίζουν ευθύνες στους κατηγορούμενους. Επίσης, το πόρισμα της άλλης πραγματογνωμοσύνης της Γ. Δ., Διευθύντριας Γυναικολογικού τμήματος Γ.Ν. Λάρισας, κατά το οποίο απλώς "ο μαιευτήρας ιατρός Σ. Ν., ορθά προέβη σε καισαρική τομή, ότι η εκτέλεση αυτής ήταν η πρέπουσα και ότι ουδεμία βλάβη προκλήθηκε από την άνω επέμβαση", ανεξάρτητα του ότι το πόρισμα αυτό δεν αφορά και δεν απαντά στη συγκεκριμένη προαναφερθείσα αμελή συμπεριφορά και του κατηγορουμένου χειρουργού ιατρού, για το μετά την καισαρική τομή χρονικό διάστημα κατά το μετεγχειρητικό στάδιο που του αποδίδεται, για τη μη έγκαιρη και ορθή αντιμετώπιση των άνω επιπλοκών, για την οποία συνυπεύθυνοι ήσαν και οι δύο ιατροί, πλήρως και σαφώς αντικρούεται από το σύνολο των παραδοχών και δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι συνεκτιμήθηκε και αυτή η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, δ) η αιτίαση του αναιρεσείοντος Σ. Ν., ότι υπάρχει ασάφεια και αντίφαση στην προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί δεν υπάρχει αναφορά στη διάταξη του άρθρου 15 του ΠΚ και γιατί δεν έχει ερευνηθεί η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτής, είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη, διότι από τις παραδοχές του αιτιολογικού, όσον και του διατακτικού, που αλληλοσυμπληρώνονται, προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι ιατροί υπέχουν αμέλεια συνεπεία των σε αυτές εκτιθεμένων παραλείψεων τους, η δε υποχρέωση τους στις αναφερόμενες ενέργειες που παρέλειψαν, σαφώς συνάγονται, κατά τη διάταξη του άρθρου 15 του ΠΚ, από τους αναγνωρισμένους και κοινώς παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και το καθήκον επιμέλειας, συνεπεία άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος, είναι δε αδιάφορο ότι το παραπάνω άρθρο 15 ΠΚ, δεν αναφέρεται στο οικείο τμήμα της προσβαλλόμενης απόφασης, σελίδα 91, στα άρθρα που προβλέπουν την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, στην οποία και αναφέρονται τα άρθρα 28, 83, 84 και 302 του ΠΚ, χωρίς να προκύπτει κάποια ασάφεια ή αντίφαση από τη μη αναφορά και του άρθρου αυτού. ’λλωστε ο λόγος αναίρεσης ότι δεν αναφέρονται οι ποινικές διατάξεις στην απόφαση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν θεμελιώνεται σε κανένα από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ λόγους, μετά την κατάργηση του υπό στοιχείο Η' λόγου αναιρέσεως με το άρθρο 50 παρ. 4 ν. 3160/2009, ε) η αιτίαση του αναιρεσείοντος Σ. Μ. ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει ασάφεια και αντίφαση ως προς το χρόνο τελέσεως και ως εκ τούτου τίθεται ζήτημα παραγραφής της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που καταδικάστηκαν οι δύο κατηγορούμενοι, είναι επίσης απορριπτέα ως αβάσιμη. Ως χρόνος δε τελέσεως της πράξης της ανθρωποκτονίας που καταδικάστηκαν σε δεύτερο βαθμό οι κατηγορούμενοι, αναφέρεται σαφώς τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό, η 16-10-2003, που έγινε η καισαρική τομή και η αμελής αντιμετώπιση των σοβαρών επιπλοκών μετά την ανάνηψη της επιτόκου, αναφέρεται δε συγκεκριμένα ότι επήλθε μεταγενέστερα το έτος 2009 ο θάνατος της επιτόκου, ως επακόλουθο των προηγηθεισών παραλείψεων των κατηγορουμένων θεραπόντων ιατρών συνεπεία επιπλοκών που δεν αντιμετώπισαν έγκαιρα και ορθά, σύμφωνα με τους παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, κατά τη διενέργεια της καισαρικής τομής και το συγκεκριμένο καθοριζόμενο χρονικά μετεγχειρητικό στάδιο, χωρίς να προκύπτει πλέον ζήτημα παραγραφής του εν λόγω πλημμελήματος, αφού οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται επίδοση σε αυτούς του κλητηρίου θεσπίσματος, μετά παρέλευση πενταετίας από της 16-10-2003, ενώ ούτε κατά την 29-7-2011 που δημοσιεύθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Λάρισας είχε συμπληρωθεί οκταετία, δηλαδή και η τριετία της επελθούσας αναστολής με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος για την πράξη της σωματικής βλάβης, αφού τότε δεν είχε επέλθει ακόμα ο θάνατος της παθούσας. Επίσης, η αναστολή της παραγραφής έγινε με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος για την υπάρχουσα τότε σωματική βλάβη και δεν ήταν αναγκαία η επίδοση νέου κλητηρίου θεσπίσματος στους κατηγορουμένους για ανθρωποκτονία από αμέλεια, λόγω του μεταγενέστερα επελθόντος κατά τα παραπάνω το 2009 θανάτου της παθούσας, στ) η αιτίαση Σ. Μ. ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνεκτίμησε πλην άλλων αποδεικτικών μέσων ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δη την ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα αναισθησιολόγου ιατρού Γ. Π., που όμως από τα πρακτικά του δικαστηρίου αυτού προκύπτει ότι δεν εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Εφετείου, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Και τούτο διότι από τα 186/2010 πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, (σελ. 7), προκύπτει ότι ο μάρτυρας αυτός εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περαιτέρω, εφόσον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αναγνώσθηκαν, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, η πρωτοβάθμια απόφαση μαζί με τα πρακτικά αυτής, έπεται ότι μέσω των πρακτικών αυτών αναγνώσθηκε στο Εφετείο και η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που παραδεκτά πλέον γίνεται χρήση της στο αιτιολογικό του Εφετείου και δεν προκύπτει ότι πρόκειται για μη αναγνωσθείσα προανακριτική κατάθεση ή για ανύπαρκτη κατάθεση του μάρτυρα αυτού. Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων αφορούν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας και είναι επομένως απορριπτέες ως απαράδεκτες. Συνεπώς, όλοι οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' του ΚΠΔ λόγοι και των δύο αιτήσεων αναιρέσεως, 2ος β' σκέλος, 3ος , 4ος, 5ος , 6ος, 7ος και 8ος του αναιρεσείοντος Σ. Μ. και 2ος λόγος της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Σ. Ν., και από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, για μη δίκαιη δίκη, λόγω ελλιπών, ακατάληπτων, αντιφατικών και αλληλοαναιρούμενων αιτιολογιών, του αναιρεσείοντος Σ. Μ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. δ', 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι αν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεως του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, σύμφωνα με το άρθρο 358. Από την άποψη αυτή, στην έννοια του εγγράφου περιλαμβάνονται και οι προανακριτικές και ανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο του εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, προκύπτει από άλλα αποδεικτικά στοιχεία και το έγγραφο τούτο αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως ως προς τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 357 παρ. 4 ΚΠΔ, κατά την οποία όταν ένας μάρτυρας εξετάζεται στο ακροατήριο, η κατάθεση του που είχε δοθεί κατά την προδικασία δεν διαβάζεται. Επιτρέπεται η ανάγνωση μόνο μεμονωμένων περικοπών της κατάθεσης για να βοηθηθεί η μνήμη του μάρτυρα ή για να επισημανθούν αντιφάσεις του. Από αυτή συνάγεται, ότι δε δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα από το γεγονός, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του την κατάθεση που έδωσε ο μάρτυρας στην προδικασία, ως αναγνωστέο έγγραφο. Στην προκειμένη περίπτωση ο εκ των αναιρεσειόντων Σ. Ν., με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία επήλθε από το γεγονός ότι το δικαστήριο προκειμένου να στηρίξει την κρίση περί ενοχής του, έλαβε υπόψη του και απόσπασμα από την προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα Σ. Κ. και του Γ. Π., οι οποίες όμως, δεν είχαν αναγνωσθεί. Πράγματι, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, που παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι το δικαστήριο προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί της ενοχής των κατηγορουμένων, έλαβε υπόψη του εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων και τις καταθέσεις των μαρτύρων Σ. Κ. και Γ. Π., που δόθηκαν στην προδικασία, χωρίς όμως, αυτές να έχουν αναγνωσθεί στο ακροατήριο, ή ακόμη περικοπές τους. Πλην όμως, από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική του κρίση, στο σύνολο των λοιπών αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα, ιατροδικαστικές εκθέσεις, απολογίες των κατηγορουμένων) και όχι αποκλειστικά και μόνο στις παραπάνω καταθέσεις των μαρτύρων που προαναφέρθηκαν. ’λλωστε, ο μάρτυρας Σ. Κ., εξετάσθηκε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, επί όλων εκείνων των ζητημάτων που είχε καταθέσει και κατά προδικασία, όπως και ο έτερος μάρτυρας Γ. Π.. Και είναι γεγονός ότι ο τελευταίος ναι μεν, δεν εξετάσθηκε κατά την αποδεικτική διαδικασία στο ίδιο δικαστήριο (δευτεροβάθμιο), όμως, η κατάθεση του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αναγνώσθηκε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά και την απόφαση του δικαστηρίου εκείνου, και η οποία (κατάθεση) σε κάθε περίπτωση συνέχεται με εκείνα τα περιστατικά που αναφέρονται στην προανακριτική κατάθεση του, ώστε πλέον από τη μη ανάγνωση τους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, να μη δημιουργείται ακυρότητα. Ως εκ τούτου ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α1 ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητος, που προβάλλει ο αναιρεσείων Σ. Ν., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 333, 358 και 369 του ΚΠΔ, συνάγεται ότι δεν υφίσταται υποχρέωση του διευθύνοντος την ποινική δίκη, όπως μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα στο ακροατήριο δίδει, χωρίς αίτηση των διαδίκων, το λόγο σε αυτούς για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικές με τις καταθέσεις που έγιναν και συντείνουν στη συναγωγή συμπερασμάτων για την αξιοπιστία αυτών και τη σχέση τους προς τη δικαζόμενη υπόθεση.
Συνεπώς, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από τη μη παροχή εκ μέρους του διευθύνοντος τη συζήτηση, αυτεπάγγελτα, χωρίς αίτηση του αναιρεσείοντος Σ. Ν., το λόγο σε αυτόν, μετά την κατάθεση της μάρτυρος Κ. Λ. και την κατ' αντιπαράσταση εξέταση αυτής με τον πολιτικώς ενάγοντα Π. Κ., για να εκθέσει τις απόψεις και παρατηρήσεις του σχετικά με την αξιοπιστία των άνω μαρτύρων, όπως διατείνεται ο άνω αναιρεσείων, αφού από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι οι παριστάμενοι δύο συνήγοροι του άνω αναιρεσείοντος ζήτησαν το λόγο για να προβούν σε παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο και ο διευθύνων τη συζήτηση, αρνήθηκε τούτο. Αντίθετα από τα πρακτικά αυτά (σελ. 65), προκύπτει ότι ο πρόεδρος του Εφετείου έδιδε το λόγο μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα και στους συνηγόρους υπεράσπισης, "αν είχαν κάτι να παρατηρήσουν", και έτσι, ο προβαλλόμενος συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Σ. Ν., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 21 επ. 43, 49 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 57 επ., 246 επ., 250, 321 και 386 επ. του ΚΠΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο μπορεί να αποφαίνεται μόνο για την πράξη για την οποία ασκήθηκε από τον εισαγγελέα ποινική δίωξη, όχι δε για κάποια άλλη πράξη, έστω και συναφή. Διαφορετικά παράγεται απόλυτη ακυρότητα κατά το αρθρ. 171 παρ. 1 εδ. β' του ΚΠΔ λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας που υπάρχει και όταν η πράξη για την οποία διώχθηκε και με βούλευμα παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος είναι διαφορετική κατά χρόνο, τόπο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις τελέσεως, από εκείνη για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος. Όμως τέτοια ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας δεν υπάρχει όταν το δικαστήριο προσδιορίζει ακριβέστερα τα πραγματικά περιστατικά.που συγκροτούν τον τρόπο τελέσεως της πράξεως και ειδικότερα όταν προσδιορίζει ακριβέστερα, τα κατά την αποδεικτική διαδικασία, προκύψαντα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αμέλεια του κατηγορουμένου, ούτε όταν, μετά την ποινική δίωξη για σωματική βλάβη από αμέλεια, επήλθε από την ίδια αιτία ο θάνατος του παθόντος, οπότε οι δύο αυτές αξιόποινες πράξεις σωματικής βλάβης και ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ταυτίζονται ως προς όλα τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της υπόστασης τους, διαφέρουν δε μόνον ως προς το επελθόν αποτέλεσμα, το οποίο όμως εμπεριέχεται στην αιτιώδη δυναμικότητα της διωχθείσας αρχικά πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ιατροί εισήχθησαν σε δίκη για την πράξη της σωματικής βλάβης επιτόκου από αμέλεια, όπως και είχεν αρχικά ασκηθεί η ποινική δίωξη. Η αμέλεια τους, δε με βάση το σχετικό κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λάρισας, στοιχειοθετείτο στο ότι προέβησαν αυτοί, αναισθησιολόγος και γυναικολόγος χειρουργός αντίστοιχα, στις 16-10-2003, σε πράξεις και παραλείψεις από αμέλεια κατά τη διάρκεια αλλά και μετά τη χειρουργική επέμβαση του τοκετού δια καισαρικής τομής, που είχαν ως αποτέλεσμα αρχικά σοβαρές επιπλοκές και μετά εγκεφαλικές βλάβες και την περιέλευση της επιτόκου σε κατάσταση άγρυπνου κώματος, μέχρι που τελικά από την ίδια ενεργό αιτία το έτος 2009, λόγω επιπλοκών της παρατεταμένης κωματώδους κατάστασης και της διαρκούς νοσηλείας της σε ΜΕΘ, απεβίωσε από λοίμωξη του αναπνευστικού. Όμως, κατά τα προαναφερθέντα η παραπάνω καταδίκη των κατηγορουμένων ιατρών από το Εφετείο για ανθρωποκτονία από αμέλεια, ενώ η ποινική δίωξη και το επιδοθέν στους κατηγορουμένους κλητήριο θέσπισμα αφορούσε σωματική βλάβη από αμέλεια, που τότε χρονικά μόνον υπήρχε, δε συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, παράγουσα απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. β' του ΚΠΔ, αφού δεν επηρεάζεται η ταυτότητα της πράξεως, ως ιστορικού γεγονότος, οι δύο δε αυτές αξιόποινες πράξεις της σωματικής βλάβης και της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ταυτίζονται ως προς όλα τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της υπόστασης τους, διαφέρουν δε μόνον ως προς το επελθόν αποτέλεσμα, το οποίο τελευταίο του θανάτου επήλθε μετά έξι έτη και εμπεριέχεται στην αιτιώδη δυναμικότητα της ορθά διωχθείσας αρχικά πράξης της σωματικής βλάβης, αφού ήταν μέλλον και αβέβαιο αν και πότε θα επέλθει μεταγενέστερα ο θάνατος της βλαβείσας αρχικά στην υγεία της παθούσας. Συνακόλουθα, δε συντρέχει ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας, ούτε υπέρβαση εξουσίας του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ούτε ήταν αναγκαία η επίδοση στους κατηγορουμένους νέου κλητηρίου θεσπίσματος με κατηγορία για ανθρωποκτονία από αμέλεια, μη παραγραφείσας εκ τούτου της αξιόποινης αυτής πράξης, αφού το κλητήριο θέσπισμα για σωματική βλάβη, τους επιδόθηκε, όπως δεν αμφισβητείται, εντός της πενταετίας και έτσι ανεστάλη η ποινική διαδικασία επί τριετία, η δε προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 29-7-2011, ήτοι πριν συμπληρωθεί οκταετία από της κατά την 16-10-2003 τελέσεως της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια.
Επομένως οι αντίθετοι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, 3ος, 4ος και 7ος λόγοι της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Σ. Μ. και 2ος λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Σ. Ν., από το άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Η' του ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως για έρευνα, οι κρινόμενες δύο αιτήσεις αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-9-2011 αίτηση - δήλωση του Σ. Μ. του Α. και τη με αρ. εκθ. 16/9-9-2011 αίτηση του Σ. Ν. του Α., περί αναιρέσεως της 1435/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας. Και
Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος, εκ ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Οκτωβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή