Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1128 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Συναυτουργία.




Περίληψη:
Στοιχεία κακουργηματικής απάτης και πλαστογραφίας από κοινού. Παραπομπή στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων. Αίτηση αναίρεσης κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστική ποινικής διάταξης. Απόλυτη ακυρότητα αν το Συμβούλιο δεν απαντήσει επί αιτήματος εμφάνισης του κατηγορουμένου σ' αυτό. Δεν δημιουργείται εφόσον με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία γίνεται απόρριψη του εν λόγω αιτήματος. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 1128/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.555/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Με συγκατοιγορούμενους τους : 1)Ψ1, 2)Ψ2, 3) Ψ3, 4)Ψ4 και 5)Ψ5.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1211/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή, με αριθμό 373/6-11-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

"Εισάγων, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ, την υπ' αριθμ. 9/24-9-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... ..., κατά του υπ' αριθμ. 555/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης , εκθέτω τα ακόλουθα : Ι) Το Συμβούλιο πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το υπ' αριθμ. 1235/2008 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, μεταξύ των άλλων, τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ και τους συγκατηγορουμένους του που δεν άσκησαν αναίρεση Ψ1 και Ψ2, προκειμένου να δικαστούν ως υπαίτιοι απατών από κοινού και κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένων και σε απόπειρα, με σκοπό τον πορισμό περιουσιακού οφέλους το οποίο υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ, τελεσθείσες από δράστες που τελούν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού με σκοπό τον πορισμό περιουσιακού το οποίο υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ, τελεσθείσα από υπαίτιους που διαπράττουν πλαστογραφίες κατ' Χ άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με το υπ' αριθμ. 555/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο παραπεμφθείς κατηγορούμενος Χ με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε νομίμως στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο με θυροκόλληση την 14-7-2009 και στον αντίκλητο δικηγόρο του Αντώνιο Κουδρόγλου την 28-7-2009 , η δε αίτηση ασκήθηκε την 24-7-2009 (άρθρο 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ) ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης, συντάχθηκε δε γι' αυτήν η υπ' αριθμ. ... έκθεση στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και ειδικότερα: α) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, και γ) η απόλυτη ακυρότητα. Εξάλλου το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και, ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
ΙΙ)Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 386§1 του Π.Κ όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή , με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν δεν επιτεύχθηκε τούτο, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου, το οποίο προβαίνει σε πράξη παράλειψη ή ανοχή. Το παραπλανώμενο πρόσωπο δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με το βλαπτόμενο άλλ' αρκεί να μπορεί να προβεί στην επιζήμια για το τελευταίο πράξη ή παράλειψη(Α.Π 411/2007 Ποιν Χρον ΝΗ 61), και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, με την έννοια της μειώσεως της υφισταμένης περιουσιακής καταστάσεως του βλαπτομένου, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, πρέπει δηλαδή η περιουσιακή βλάβη να είναι το αναγκαίο, άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής του υπαιτίου (Α.Π 2098/2007 Ποιν Χρον ΝΗ 743). Εξάλλου, κατά μεν την παράγραφο 3 του ιδίου πιο πάνω άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 1§11 του Ν 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14§4 του Ν 2721/1999 , επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) εάν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών ή 15.000 ευρώ ή, β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ή 73.000 ευρώ. Από την διατύπωση του εδαφίου α της παρ. 3 της ανωτέρω διάταξης, προκύπτει ότι η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος όταν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ, ενώ με την διάταξη του εδαφίου β της παραγράφου 3 του άρθρου 386 Π.Κ, προβλέπεται μια νέα διακεκριμένη περίπτωση απάτης, με βάση την συνολική αποτίμηση του οφέλους ή της βλάβης στο ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ, χωρίς την συνδρομή των προϋποθέσεων της κατά συνήθεια και κατ' επάγγελμα τέλεσης. Επίσης από το άρθρο 98 παρ. 1 του Π.Κ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος , συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της αποφάσεως για την τέλεσή τους και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. Στην παραπάνω διάταξη , προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν 2721/1999 δεύτερη παράγραφος , σύμφωνα με την οποία η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως, προσδιορίζεται με βάση την συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος( Α.Π 548/2008). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216§1 Π.Κ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον με τη χρήση του σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, ενώ σύμφωνα με το εδάφιο α της παραγράφου 3 του αυτού ως άνω άρθρου, όπως αυτό τροποποιήθηκε αρχικά με το άρθρο 1§7α Ν 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14§2α του Ν 2721/1999 αν ο υπαίτιος των πράξεων αυτών (παρ. 1 και 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ. Τέλος σύμφωνα με το εδάφιο β της παραγράφου 3 του άρθρου 216 του Π.Κ, με την ίδια ποινή (κάθειρξη μέχρι δέκα ετών) τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ. Από την διάταξη της παραγ.1 του άρθρου 216 του Π.Κ , που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και της ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή τροποποίηση λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει την γνώση και την θέληση των πραγματικών περιστατικών τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει άλλον με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο. Ως έγγραφο, εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει τέτοιο γεγονός (Α.Π 180/1990 σε ολομέλεια Ποιν Χρον.Μ 1002). Για την στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής μορφής της πλαστογραφίας κατά το εδάφιο β της τρίτης παραγράφου του άρθρου 216 του Ποινικού Κώδικα, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίηση και συμπλήρωσή του με το άρθρο 14§2 εδάφιο β του Ν 2721/1999, απαιτείται όχι μόνο ο επιπρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκοπός αυτού να βλάψει άλλον, αλλά πρέπει επιπλέον ο υπαίτιος να διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών ή 15.000 ευρώ, αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε ή όχι. Στην περίπτωση αυτή, δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να συνδέεται άμεσα με την πλαστογραφία, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία, έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου, διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα , έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επόμενων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου , να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία(ολομ Α.Π 3/2008 Ποιν Χρον ΝΗ 404). Για την συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης των εγκλημάτων της απάτης ή της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραίτητα να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.
ΙΙΙ) Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , ή έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ δ του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας : α) αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει μη λήψη υπόψη των άλλων. Υπό την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συγκριτικής στάθμισης και αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας( Α.Π 544/2005 Ποιν Χρον ΝΣΤ 19, Α.Π 114/2004 Ποιν Χρον. ΝΔ 29). β)είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, όταν το τελευταίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού(Α.Π 286/2006 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 819, Α.Π 345/2006 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 829), και γ) είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (Α.Π 1071/2005 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 135, Α.Π 1364/2006). Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης , που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ .Β του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμά του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση . Εξάλλου, απόλυτη ακυρότητα που ιδρύει τον από το άρθρο 484παρ. 1 στοιχ α Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων του άρθρου 171§§1 και 2 Κ.Π.Δ, υπάρχει και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ δ Κ.Π.Δ). Τέτοια ακυρότητα υπάρχει και όταν το Συμβούλιο απορρίψει αίτημα που υπέβαλε ο κατηγορούμενος κατά το άρθρο 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ, για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου προς παροχή εξηγήσεων και διασαφήσεων επί της υποθέσεως, χωρίς να απαντήσει σ' αυτό ή χωρίς να αιτιολογήσει την απόρριψή του με την αναφορά των συγκεκριμένων λόγων που δικαιολογούν την μη εμφάνιση σ' αυτό του κατηγορουμένου,για την παροχή διευκρινίσεων(Α.Π 1610/2001 Ποιν Χρον. ΝΒ 624). Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, που το εξέδωσε, δέχθηκε , με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων τα έγγραφα της δικογραφίας και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: O εκκαλών κατηγορούμενος Χ, κατά το έτος 2003 είχε δημιουργήσει μεγάλα χρέη από την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας, τα οποία αδυνατούσε να εξυπηρετήσει, ενώ ταυτόχρονα δεν μπορούσε να χρηματοδοτηθεί από τραπεζικά ιδρύματα, επειδή το όνομά του είχε καταχωρηθεί στον κατάλογο κακοπληρωτών των διατραπεζικών συστημάτων ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ. Προκειμένου να βγει από το οικονομικό αδιέξοδο στο οποίο είχε περιέλθει, στις αρχές του έτους 2004 συνεργάστηκε με τον παλιό του γνώριμο Ψ1, ο οποίος διατηρούσε στα ... πρατήριο υγρών καυσίμων, ασχολούμενος με την εμπορία καυσίμων και λιπαντικών. Την χρονική αυτή περίοδο ο Χ ετύγχανε νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΡΑΜΜΗ Α.Ε. ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ ΕΙΔΩΝ ΥΓΙΕΙΝΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ" που είχε την έδρα της στο ..., ενώ παράλληλα ασκούσε παρεμφερή δραστηριότητα με αυτή του Ψ1, διατηρώντας ατομική επιχείρηση πώλησης λιπαντικών και ορυκτελαίων στην ... Για να παρακαμφθεί η αδυναμία χρηματοδότησής του και να επιτύχει την για λογαριασμό του έγκριση δανείων από τραπεζικά ιδρύματα, ο εκκαλών μαζί με τον Ψ1, μεθόδευσαν την έκδοση νέου δελτίου αστυνομικής του ταυτότητας με διαφορετικά στοιχεία από εκείνα του γνησίου, έτσι ώστε να είναι δυνατή η δανειοδότησή του με τα στοιχεία της νέας του ταυτότητας. Πράγματι, στις 18-5-2004 με την χρήση του υπ' αριθμ. πρωτ. ... πλαστού πιστοποιητικού γεννήσεως το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε από τον Δήμο ... του Νομού ... με την αποφασιστική συμβολή του Ψ1, ο οποίος είχε έλθει σε σχετική επαφή με υπαλλήλους του ως άνω Δήμου, εμφανίστηκε ως μάρτυρας στο Αστυνομικό τμήμα ... ο ... και βεβαίωσε τα στοιχεία ταυτότητάς του εκκαλούντος, όπως αυτά εμφανίζονταν στο ανωτέρω πλαστό πιστοποιητικό, αφού είχαν ήδη προηγηθεί αλλεπάλληλες τηλεφωνικές συνομιλίες του Ψ1 με γνωστούς του αστυνομικούς του τμήματος. Με τον τρόπο αυτό εκδόθηκε από το Α.Τ ... το υπ' αριθμ. ... δελτίο αστυνομικής ταυτότητας του Χ , στο οποίο ο τελευταίος εμφανιζόταν ότι είχε γεννηθεί την ... στη ... , ότι ο πατέρας του ονομαζόταν .... και η μητέρα του ..., ότι ήταν δημότης ...με αριθμό εγγραφής στα δημοτολόγια του εν λόγω Δήμου ..., ενώ στην πραγματικότητα αυτός είχε γεννηθεί στην ... την ..., ήταν δημότης ... και ουδέποτε υπήρξε δημότης ..., ο πατέρας του ονομαζόταν ... και η μητέρα του .... Με το παραπάνω δελτίο αστυνομικής ταυτότητας και υπό τα στοιχεία που αναγράφονταν σ' αυτό, ο εκκαλών έκανε έναρξη της ατομικής του επιχείρησης στην ... και στη συνέχεια, με την χρήση πλαστής βεβαίωσης αποδοχών και εκκαθαριστικού σημειώματος και με την συνδρομή των συγκατηγορουμένων του Ψ1 και Ψ2, ο οποίος ασχολούνταν με την διεκπεραίωση τραπεζικών συναλλαγών, την συγκέντρωση και κατάθεση δικαιολογητικών για την λήψη καταναλωτικών δανείων, ο εκκαλών προχώρησε στο άνοιγμα πίστωσης ποσού 60.000 ευρώ στην Eurobank και την χορήγηση σ' αυτόν δανείων από διάφορες τράπεζες συνολικού ποσού 117.992, 55 ευρώ. Ειδικότερα με την χρήση του υπ' αριθμ. ...Δ.Α.Τ και με την φερόμενη ως εκδοθείσα από τον Ω βεβαίωση αποδοχών, με την οποία ο εκκαλών εμφανιζόταν ως αυτοαπασχολούμενος στην επιχείρησή του για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-12-2004 , αντί ετήσιων καθαρών αποδοχών 28.207 ευρώ, καθώς και με την χρήση ανακριβούς εκκαθαριστικού σημειώματος της φορολογικής του δήλωσης οικονομικού έτους 2005 της Α Δ.Ο.Υ ..., σύμφωνα με το οποίο τα εισοδήματά του εμφανίζονταν να ανέρχονται στο ποσό των 76.291 ευρώ, παραπλάνησε τους αρμόδιους για την έγκριση και χορήγηση δανείων υπαλλήλους των πιο κάτω τραπεζών και ενέκριναν την χορήγηση σ' αυτόν δανείων και πιστωτικών καρτών ως εξής : 1) την 12-5-2005 καταναλωτικού δανείου ποσού 15.000 ευρώ από την Τράπεζα Αττικής (υποκατάστημα ...). 2) την 4-2-2005 καταναλωτικού δανείου ποσού 6.000 ευρώ από την Τράπεζα Αττικής (υποκατάστημα ...). 3) αρχές Ιουνίου 2005 πιστωτικής κάρτας, με πιστωτικό όριο 3.000 ευρώ από την Τράπεζα Αττικής (υποκατάστημα ...). 4) την 23-5-2005 καταναλωτικού δανείου ποσού 30.000 ευρώ από την Εθνική Τράπεζα (κατάστημα ...). 5) την 15-2-2005 καταναλωτικού δανείου ποσού 7.000 ευρώ από την Εθνική Τράπεζα (κατάστημα ...19-5-2005 πιστωτικής κάρτας πιστωτικού ορίου 5.000 ευρώ από την Εθνική Τράπεζα (κατάστημα ....). 7) την 23-5-2005 πιστωτικής κάρτας ορίου 3.000 ευρώ από την Εθνική Τράπεζα (κατάστημα .... 8) την 23-5-2009 πιστωτικής κάρτας ορίου 4.000 ευρώ από την Εθνική Τράπεζα (κατάστημα...). 9) την 23-5-2005 πιστωτικής κάρτας ορίου 3.000 ευρώ από την Αγροτική Τράπεζα (κατάστημα ...). 10) την 24-4-2005 πιστωτικής κάρτας VISA από τη Τράπεζα CITIBANK, η οποία χρεώθηκε με το ποσό των 7.433,55 ευρώ . 11) την 23-5-2005 πιστωτικής κάρτας ορίου 10.000 ευρώ από την ALPHA BANK (κατάστημα ...), η οποία χρεώθηκε με το ποσό των 34.559 ευρώ. Κατ' αυτόν τον τρόπο, εμφανιζόμενος ο Χ ως αξιόπιστος δανειολήπτης, ωφελήθηκε ο ίδιος και οι συγκατηγορούμενοί του Ψ2 και Ψ1, το συνολικό ποσό των 117.992,35 ευρώ, που αντιστοιχεί στα ανωτέρω δάνεια, προκαλώντας περιουσιακή ζημιά στις ως άνω τράπεζες ισόποση με τα ποσά δανείων αυτών και τους δεδουλευμένους τους τόκους. Επιπροσθέτως, την 10-5-2005 και την 25-5-2005, ο εκκαλών εμφανίστηκε στην Γενική Τράπεζα, στα καταστήματα ... αντιστοίχως στη ..., ζήτησε να λάβει αφ' ενός μεν δάνειο ποσού 10.000 αφ' ετέρου δε πιστωτική κάρτα, πλην όμως οι υπάλληλοι της εν λόγω τράπεζας οι οποίοι είχαν υποψιαστεί ότι όσα τους παρίστανε σχετικά με το εισόδημά του ήταν ψευδή, δεν ενέκριναν την έκδοση του δανείου και της πιστωτικής κάρτας. Στην συνέχεια το Συμβούλιο τεκμηριώνει την ανάμειξη στις ανωτέρω πράξεις των συγκατηγορουμένων του εκκαλούντος Ψ1 και Ψ2, παραθέτοντας τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει αποχρώντως η συμμετοχή τους στις πράξεις περί των οποίων γίνεται λόγος με την μορφή της συναυτουργίας. Το ίδιο Συμβούλιο, από την αξιολόγηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των πράξεων περί των οποίων πρόκειται, την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών, την υποδομή και την οργάνωση που είχαν διαμορφώσει οι υπαίτιοι, τους διακριτούς ρόλους ενός εκάστου, την κατοχή και χρήση του απαραίτητου εξοπλισμού για την κατάρτιση πλαστών εγγράφων , καταλήγει στην κρίση αφ' ενός μεν ότι η επιδίωξη των ανωτέρω ήταν ο πορισμός εισοδήματος από την τέλεση των πράξεων αυτών, αφ' ετέρου δε αποδεικνύεται η σταθερή ροπή τους στην τέλεση των πράξεων αυτών, ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους.Το ίδιο Συμβούλιο δέχθηκε ότι, πέραν των άλλων στοιχείων, η ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής που επέβαλαν την παραπομπή του εκκαλούντος στο ακροατήριο, προέκυψε και από την με ημερομηνία 23-11-2005 ανώμοτη κατάθεση του ιδίου ενώπιον του Υ/Α ... στα πλαίσια της διενεργηθείσης προκαταρκτικής εξετάσεως, η οποία νομίμως μπορούσε να αξιολογηθεί και εκτιμηθεί αποδεικτικά, ενόψει του ότι ελήφθη με όλα τα εχέγγυα που όριζε το άρθρο 31 παρ. 2 του Κ.Π.Δ , όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 5§2 του Ν 3346/2005 , αφού δηλαδή του γνωστοποιήθηκε ότι μπορούσε να ζητήσει να του χορηγηθούν αντίγραφα της δικογραφίας, να παρασταθεί με συνήγορο, να αρνηθεί εν όλω ή εν μέρει την παροχή εξηγήσεων, να προτείνει μάρτυρες και να προσαγάγει άλλα αποδεικτικά μέσα προς αντίκρουση των καταγγελλομένων σε βάρος του, εν τέλει δε να λάβει προθεσμία μέχρι 48 ώρες, δικαιώματα από τα οποία αυτός παραιτήθηκε. Εν τέλει το Συμβούλιο που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, απέρριψε το αίτημα του εκκαλούντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου για την παροχή διευκρινίσεων, με την εξής αιτιολογία : " Τέλος, λαμβανομένου υπόψη ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ, έχει εκθέσει αναλυτικά και διεξοδικά τους ισχυρισμούς του και, σε κάθε περίπτωση, έχει υποστηρίξει επαρκώς τις απόψεις του και εκ του συνόλου του αποδεικτικού υλικού δεν υπάρχει κάποια ανάγκη διασαφήσεως, το διατυπούμενο στην έφεση αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου , νόμιμο κατά το άρθρο 309§2 του Κ.Π.Δ, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις, με τις οποίες έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος για τις αξιόποινες πράξεις των απατών από κοινού και κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένων και σε απόπειρα , με σκοπό τον πορισμό περιουσιακού οφέλους ανώτερου των 15.000 ευρώ, τελεσθείσες από δράστες που τελούν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού με σκοπό τον πορισμό περιουσιακού οφέλους ανώτερου των 15.000 ευρώ, τελεσθείσα από υπαίτιους που διαπράττουν πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ, 45, 98παρ. 1 , 2 , 216§§ 1 και 3β και 386παρ. 1 και 3α Π.Κ , τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις του αναιρεσείοντος στους υπαλλήλους των Τραπεζών που τον δανειοδότησαν και του χορήγησαν πιστωτικές κάρτες ότι ήταν το πρόσωπο που απεικονιζόταν στο υπ' αριθμ. ... Δ.Α.Τ με τα στοιχεία Χ, γεννημένος την ... στη ..., δημότης ..., με τις οποίες πέτυχε να παραπλανήσει τους τραπεζικούς υπαλλήλους και να εγκρίνουν την δανειοδότησή του και την χορήγηση σ' αυτόν πιστωτικών καρτών, καίτοι δεν το δικαιούταν ως καταχωρημένος με τα πραγματικά του στοιχεία ταυτότητας στην λίστα του μη συνεπών οφειλετών ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, προσδιορίζεται δε η βλάβη η οποία επήλθε στην περιουσία των αναφερομένων στο βούλευμα τραπεζών εξαιτίας των αναφερόμενων παραπλανητικών του ενεργειών και παραστάσεων, η οποία συνίσταται στην δανειοδότησή του με το συνολικό ποσό των 117.992,55 ευρώ, την επιστροφή του οποίου δεν μπορούσαν να διεκδικήσουν στρεφόμενες εναντίον προσώπου που συμβλήθηκε μαζί τους υπό ψευδή στοιχεία. Η βλάβη δε αυτή τελεί σε πρόδηλη αιτιώδη συνάφεια προς τις παραπλανητικές ενέργειές του και την αθέμιτη περιουσιακή ωφέλεια στην οποία αποσκοπούσε και προσπορίστηκε εν τέλει. Ακόμη, το Συμβούλιο Εφετών, με επαρκή αιτιολογία, στήριξε την κρίση του περί της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της επιβαρυντικής περίπτωσης της κατ' επάγγελμα τέλεσης των πράξεων των απατών και της πλαστογραφίας, στην επανειλημμένη τέλεση της πρώτης των ανωτέρω πράξεων και την υποδομή που αυτός και οι συγκατηγορούμενοί του είχαν διαμορφώσει και την οργανωμένη ετοιμότητά τους με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των ίδιων πράξεων, προς τον σκοπό πορισμού εισοδήματος από αυτές. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι αντίθετες από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. β και δ του Κ.Π.Δ αιτιάσεις του αναιρεσείοντος. Αβάσιμη επίσης και συνεπώς απορριπτέα είναι η αιτίασή του περί απολύτου ακυρότητας, λόγω απόρριψης του αιτήματός του για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον το Συμβούλιο με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε το αίτημα του αυτό, εκθέτοντας συγκεκριμένους λόγους που δικαιολογούσαν την μη εμφάνιση σ' αυτό του κατηγορουμένου, για την παροχή διευκρινίσεων. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το συμβούλιο εκτιμώντας εσφαλμένα τα στοιχεία της δικογραφίας, τον έκρινε παραπεμπτέο, πλήττουν την περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση και εκτίμηση του και επομένως είναι απαράδεκτη. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 Κ.Π.Δ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω :
α) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 9/24-9-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 555/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, και
β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα ...5...Νοεμβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής"
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 24-7-2009 και υπ'αριθμ.κατάθεση 9/2009 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ.555/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτό και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 386§1 του Π.Κ όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν δεν επιτεύχθηκε τούτο, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου, το οποίο προβαίνει σε πράξη παράλειψη ή ανοχή. Το παραπλανωμενο πρόσωπο
δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με το βλαπτόμενο άλλ' αρκεί να μπορεί να προβεί στην επιζήμια για το τελευταίο πράξη ή παράλειψη και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, με την έννοια της μειώσεως της υφισταμένης περιουσιακής καταστάσεως του βλαπτομένου, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, πρέπει δηλαδή η περιουσιακή βλάβη να είναι το αναγκαίο, άμεσο και αποκλειστικό άποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής του υπαίτιου (Α.Π 2098/2007 Ποιν Χρον ΝΗ 743). Εξάλλου, κατά μεν την παράγραφο 3 του ιδίου πιο πάνω άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 1§11 του Ν 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14§4 του Ν 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) εάν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών ή 15.000 ευρώ ή, β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ή 73.000 ευρώ. Από την διατύπωση του εδαφίου α της παρ. 3 της ανωτέρω διάταξης, προκύπτει ότι η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος όταν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος του ή η ζημία του παθόντος υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ, ενώ με την διάταξη του εδαφίου β της παραγράφου 3 του άρθρου 386 Π.Κ, προβλέπεται μια νέα διακεκριμένη περίπτωση απάτης, με βάση την συνολική αποτίμηση του οφέλους ή της βλάβης στο ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ, χωρίς την συνδρομή των προϋποθέσεων της κατά συνήθεια και κατ' επάγγελμα τέλεσης. Επίσης από το άρθρο 98 παρ. 1 του Π.Κ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους που προσβάλλουν το ίδιο, έννομο" αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της αποφάσεως για την τέλεση τους και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. Στην παραπάνω διάταξη , προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν 2721/1999 δεύτερη παράγραφος , σύμφωνα με την οποία η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως, προσδιορίζεται με βάση την συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216§ 1 Π.Κ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον με τη χρήση του σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, ενώ σύμφωνα με το εδάφιο α της παραγράφου 3 του αυτού ως άνω άρθρου, όπως αυτό τροποποιήθηκε αρχικά με το άρθρο 1§7α Ν 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14§2α του Ν 2721/1999 αν ο υπαίτιος των πράξεων αυτών (παρ. 1 και 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ. Τέλος σύμφωνα με το εδάφιο β της παραγράφου 3 του άρθρου 216 του Π.Κ, με την ίδια ποινή (κάθειρξη μέχρι δέκα ετών) τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ. Από την διάταξη της παραγ.1 του άρθρου 216 του Π.Κ , που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και της ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών , προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή τροποποίηση λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει την γνώση και την θέληση των πραγματικών περιστατικών τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει άλλον με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο. Ως έγγραφο, εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει τέτοιο γεγονός. Για την στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής μορφής της πλαστογραφίας κατά το εδάφιο β της τρίτης παραγράφου του άρθρου 216 του Ποινικού Κώδικα, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίηση και συμπλήρωση του με το άρθρο 14§2 εδάφιο β του Ν 2721/1999, απαιτείται όχι μόνο ο επιπρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκοπός αυτού να βλάψει άλλον, αλλά πρέπει επιπλέον ο υπαίτιος να διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών ή 15.000 ευρώ, αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε ή όχι. Στην περίπτωση αυτή, δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να συνδέεται άμεσα με την πλαστογραφία, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία, έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου, διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επόμενων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Για την συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης των εγκλημάτων της απάτης ή της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραίτητα να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά , όχι όμως ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του.
Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα
έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ή έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ δ του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας : α) αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει μη λήψη υπόψη των άλλων. Υπό την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συγκριτικής στάθμισης και αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας β)είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, όταν το τελευταίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού και γ) είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ .Β του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Ακόμα, απόλυτη ακυρότητα που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων του άρθρου 171§§1 και 2 Κ.Π.Δ, υπάρχει και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ δ Κ.Π.Δ). Τέτοια ακυρότητα υπάρχει και όταν το Συμβούλιο απορρίψει αίτημα που υπέβαλε ο κατηγορούμενος κατά το άρθρο 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ, για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου προς παροχή εξηγήσεων και διασαφήσεων επί της υποθέσεως, χωρίς να απαντήσει σ' αυτό ή χωρίς να αιτιολογήσει την απόρριψη του με την αναφορά των συγκεκριμένων λόγων που δικαιολογούν την μη εμφάνιση σ' αυτό του κατηγορουμένου,για την παροχή διευκρινίσεων.
Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, που το εξέδωσε, δέχθηκε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων τα έγγραφα της δικογραφίας και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "...Ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ, ήδη κατά το έτος 2003 είχε δημιουργήσει μεγάλα χρέη από την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας, τα οποία αδυνατούσε να εξυπηρετήσει, ενώ ταυτόχρονα δεν μπορούσε να χρηματοδοτηθεί από τραπεζικά ιδρύματα, επειδή το όνομα του είχε καταχωρηθεί στον κατάλογο κακοπληρωτών των διατραπεζικών συστημάτων ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ. Προκειμένου να βγει από το οικονομικό αδιέξοδο στο οποίο είχε περιέλθει, στις αρχές του έτους 2004 συνεργάστηκε με τον παλιό του γνώριμο Ψ1, ο οποίος διατηρούσε στα ... πρατήριο υγρών καυσίμων, ασχολούμενος με την εμπορία καυσίμων και λιπαντικών. Την χρονική αυτή περίοδο ο Χ ετύγχανε νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΡΑΜΜΗ Α.Ε. ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ ΕΙΔΩΝ ΥΓΙΕΙΝΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ" που είχε την έδρα της στο ... ..., ενώ παράλληλα ασκούσε παρεμφερή δραστηριότητα με αυτή του Ψ1, διατηρώντας ατομική επιχείρηση πώλησης λιπαντικών και ορυκτελαίων στην .... Για να παρακαμφθεί η αδυναμία χρηματοδότησης του και να επιτύχει την για λογαριασμό του έγκριση δανείων από τραπεζικά ιδρύματα, ο εκκαλών μαζί με τον Ψ1, μεθόδευσαν την έκδοση νέου δελτίου αστυνομικής του ταυτότητας με διαφορετικά στοιχεία από εκείνα του γνησίου, έτσι ώστε να είναι δυνατή η δανειοδότηση του με τα στοιχεία της νέας του ταυτότητας . Πράγματι, στις 18-5-2004 με την χρήση του υπ' αριθμ. πρωτ. ...πλαστού πιστοποιητικού γεννήσεως το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε από τον Δήμο ... του Νομού ... με την αποφασιστική συμβολή του ..., ο οποίος είχε έλθει σε σχετική επαφή με υπαλλήλους του ως άνω Δήμου, εμφανίστηκε ως μάρτυρας στο Αστυνομικό τμήμα ... .... ο ... και βεβαίωσε τα στοιχεία ταυτότητας του εκκαλούντος, όπως αυτά εμφανίζονταν στο ανωτέρω πλαστό πιστοποιητικό, αφού είχαν ήδη προηγηθεί αλλεπάλληλες τηλεφωνικές συνομιλίες του ... με γνωστούς του αστυνομικούς του τμήματος. Με τον τρόπο αυτό εκδόθηκε από το Α.Τ ... το υπ' αριθμ.... από ... δελτίο αστυνομικής ταυτότητας του Χ, στο οποίο ο τελευταίος εμφανιζόταν ότι είχε γεννηθεί την ... στη ..., ότι ο πατέρας του ονομαζόταν ... και η μητέρα του ..., ότι ήταν δημότης ... με αριθμό εγγραφής στα δημοτολόγια του εν λόγω Δήμου ..., ενώ στην πραγματικότητα αυτός είχε γεννηθεί στην Νέα ... την 21-8-1959, ήταν δημότης ... και ουδέποτε υπήρξε δημότης ..., ο πατέρας του ονομαζόταν ... και η μητέρα του .... Με το παραπάνω δελτίο αστυνομικής ταυτότητας και υπό τα στοιχεία που αναγράφονταν σ' αυτό, ο εκκαλών έκανε έναρξη της ατομικής του επιχείρησης στην ... και στη συνέχεια, με την χρήση πλαστής βεβαίωσης αποδοχών και εκκαθαριστικού σημειώματος και με την συνδρομή των συγκατηγορουμένων του Ψ1 και Ψ2, ο οποίος ασχολούνταν με την διεκπεραίωση τραπεζικών συναλλαγών, την συγκέντρωση και κατάθεση δικαιολογητικών για την λήψη καταναλωτικών δανείων, ο εκκαλών προχώρησε στο άνοιγμα πίστωσης ποσού 60.000 ευρώ στην Eurobank και την χορήγηση σ' αυτόν δανείων από διάφορες τράπεζες συνολικού ποσού 117.992, 55 ευρώ. Ειδικότερα με την χρήση του υπ' αριθμ. ...Δ.Α.Τ και με την φερόμενη ως εκδοθείσα από τον Ω βεβαίωση αποδοχών, με την οποία ο εκκαλών εμφανιζόταν ως αυτοαπασχολούμενος στην επιχείρηση του για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-12-2004, αντί ετήσιων καθαρών αποδοχών 28.207 ευρώ, καθώς και με την χρήση ανακριβούς εκκαθαριστικού σημειώματος της φορολογικής του δήλωσης οικονομικού έτους 2005 της Α Δ.Ο.Υ ..., σύμφωνα με το οποίο τα εισοδήματα του εμφανίζονταν να ανέρχονται στο ποσό των 76.291 ευρώ , παραπλάνησε τους αρμόδιους για την έγκριση και χορήγηση δανείων υπαλλήλους των πιο κάτω τραπεζών και ενέκριναν την χορήγηση σ' αυτόν δανείων και πιστωτικών καρτών ως εξής : 1) την 12-5-2005 καταναλωτικού δανείου ποσού 15.000 ευρώ από την Τράπεζα Αττικής (υποκατάστημα ...). 2) την 4-2-2005 καταναλωτικού δανείου ποσού 6.000 ευρώ από την Τράπεζα Αττικής (υποκατάστημα ...). 3) αρχές Ιουνίου 2005 πιστωτικής κάρτας , με πιστωτικό όριο 3.000 ευρώ από την Τράπεζα Αττικής (υποκατάστημα ...). 4) την 23-5-2005 καταναλωτικού δανείου ποσού 30.000 ευρώ από την Εθνική Τράπεζα (κατάστημα ...). 5) την 15-2-2005 καταναλωτικού δανείου ποσού 7.000 ευρώ από την Εθνική Τράπεζα (κατάστημα ...). 6) την 19-5-2005 πιστωτικής κάρτας πιστωτικού ορίου 5.000 ευρώ από την Εθνική Τράπεζα (κατάστημα ...). 7) την 23-5-2005 πιστωτικής κάρτας ορίου 3.000 ευρώ από την Εθνική Τράπεζα (κατάστημα ....). 8) την 23-5-2009 πιστωτικής κάρτας ορίου 4.000 ευρώ από την Εθνική Τράπεζα (κατάστημα ...). 9) την 23-5-2005 πιστωτικής κάρτας ορίου 3.000 ευρώ από την Αγροτική Τράπεζα (κατάστημα ...). 10) την 24-4-2005 πιστωτικής κάρτας VISA από τη Τράπεζα CΙΤΙΒΑΝΚ, η οποία χρεώθηκε με το ποσό των 7.433,55 ευρώ. 11) την 23-5-2005 πιστωτικής κάρτας ορίου 10.000 ευρώ από την ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ (κατάστημα ...), η οποία χρεώθηκε με το ποσό των 34.559 ευρώ . Κατ' αυτόν τον τρόπο, εμφανιζόμενος ο Χ ως αξιόπιστος δανειολήπτης, ωφελήθηκε ο ίδιος και οι συγκατηγορούμενοί του Ψ2 και Ψ1, το συνολικό ποσό των 117.992,35 ευρώ, που αντιστοιχεί στα ανωτέρω δάνεια, προκαλώντας περιουσιακή ζημιά στις ως άνω τράπεζες ισόποση με τα ποσά δανείων αυτών και τους δεδουλευμένους τους τόκους. Επιπροσθέτως, την 10-5-2005 και την 25-5-2005, ο εκκαλών εμφανίστηκε στην Γενική Τράπεζα, στα καταστήματα ... αντιστοίχως στη ...., ζήτησε να λάβει αφ' ενός μεν δάνειο ποσού 10.000 αφ' ετέρου δε πιστωτική κάρτα, πλην όμως οι υπάλληλοι της εν λόγω τράπεζας οι οποίοι είχαν υποψιαστεί ότι όσα τους παρίστανε σχετικά με το εισόδημα του ήταν ψευδή , δεν ενέκριναν την έκδοση του δανείου και της πιστωτικής κάρτας".
Στην συνέχεια το Συμβούλιο τεκμηριώνει την ανάμειξη στις ανωτέρω πράξεις των συγκατηγορουμένων του εκκαλούντος Ψ1 και Ψ2, παραθέτοντας τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει αποχρώντως η συμμετοχή τους στις πράξεις περί των οποίων γίνεται λόγος με την μορφή της συναυτουργίας. Το ίδιο Συμβούλιο, από την αξιολόγηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των πράξεων περί των οποίων πρόκειται, την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών, την υποδομή και την οργάνωση που είχαν διαμορφώσει οι υπαίτιοι, τους διακριτούς ρόλους ενός εκάστου, την κατοχή και χρήση του απαραίτητου εξοπλισμού για την κατάρτιση πλαστών εγγράφων, καταλήγει στην κρίση αφ' ενός μεν ότι η επιδίωξη των ανωτέρω ήταν ο πορισμός εισοδήματος από την τέλεση των πράξεων αυτών, αφ' ετέρου δε αποδεικνύεται η σταθερή ροπή τους στην τέλεση των πράξεων αυτών, ως στοιχείο της προσωπικότητας τους (βλ.σελ.16-17 του προσβαλλόμενου βουλεύματος) Το ίδιο Συμβούλιο δέχθηκε ότι, πέραν των άλλων στοιχείων, η ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής που επέβαλαν
την παραπομπή του εκκαλούντος στο ακροατήριο, προέκυψε και από την με ημερομηνία 23-11-2005 ανώμοτη κατάθεση του ιδίου ενώπιον του Υ/Α ... της Δ/νσης Ασφάλειας ... στα πλαίσια της διενεργηθείσης προκαταρκτικής εξετάσεως, η οποία νομίμως μπορούσε να αξιολογηθεί και εκτιμηθεί αποδεικτικά, ενόψει του ότι ελήφθη με όλα τα εχέγγυα που όριζε το άρθρο 31 παρ. 2 του Κ.Π.Δ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 5§2 του Ν 3346/2005, αφού δηλαδή του γνωστοποιήθηκε ότι μπορούσε να ζητήσει να του χορηγηθούν αντίγραφα της δικογραφίας, να παρασταθεί με συνήγορο, να αρνηθεί εν όλω ή εν μέρει την παροχή εξηγήσεων, να προτείνει μάρτυρες και να προσαγάγει άλλα αποδεικτικά μέσα προς αντίκρουση των καταγγελλομένων σε βάρος του, εν τέλει δε να λάβει προθεσμία μέχρι 48 ώρες, δικαιώματα από τα οποία αυτός παραιτήθηκε, όπως ορθά δέχθηκε το Συμβούλιο με την στο προσβαλλόμενη βούλευμα (βλ.σελ.19η). Τέλος το Συμβούλιο που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, απέρριψε το αίτημα του εκκαλούντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου για την παροχή διευκρινίσεων, με την εξής αιτιολογία : " Τέλος, λαμβανομένου υπόψη ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ, έχει εκθέσει αναλυτικά και διεξοδικά τους ισχυρισμούς του και, σε κάθε περίπτωση, έχει υποστηρίξει επαρκώς τις απόψεις του και εκ του συνόλου του αποδεικτικού υλικού δεν υπάρχει κάποια ανάγκη διασαφήσεως, το διατυπούμενο στην έφεση αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου, νόμιμο κατά το άρθρο 309§2 του Κ.Π.Δ, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία".
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με καθολική αναφορά ως προς την κατηγορία του αναιρεσείοντος στην αντίστοιχη Εισαγγελική πρόταση, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε 1 τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις, με τις οποίες έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος για τις αξιόποινες πράξεις των απατών από κοινού και κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένων και σε απόπειρα, με σκοπό τον πορισμό περιουσιακού οφέλους ανώτερου των 15.000 ευρώ, τελεσθείσες από δράστες που τελούν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού με σκοπό τον πορισμό περιουσιακού οφέλους ανώτερου των 15.000 ευρώ, τελεσθείσα από υπαίτιους που διαπράττουν πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ, 45, 98παρ. 1,2, 216§§ 1 και 3β και 386παρ. 1 και 3α Π.Κ , τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις του αναιρεσείοντος στους υπαλλήλους των Τραπεζών που τον δανειοδότησαν και του χορήγησαν πιστωτικές κάρτες ότι ήταν το πρόσωπο που απεικονιζόταν στο υπ' αριθμ. ΑΑ 479104/2004 Δ.Α.Τ με τα στοιχεία Χ, γεννημένος την ... στη ..., δημότης ..., με τις οποίες πέτυχε να παραπλανήσει τους τραπεζικούς υπαλλήλους και να εγκρίνουν την δανειοδότηση του και την χορήγηση σ' αυτόν πιστωτικών καρτών, καίτοι δεν το δικαιούταν ως καταχωρημένος με τα πραγματικά του στοιχεία ταυτότητας στην λίστα του μη συνεπών οφειλετών ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, προσδιορίζεται δε η βλάβη η οποία επήλθε στην περιουσία των αναφερομένων στο βούλευμα τραπεζών εξαιτίας των αναφερόμενων παραπλανητικών του ενεργειών και παραστάσεων, η οποία συνίσταται στην δανειοδότηση του με το συνολικό ποσό των 117.992,55 ευρώ, την επιστροφή του οποίου δεν μπορούσαν να διεκδικήσουν στρεφόμενες εναντίον προσώπου που συμβλήθηκε μαζί τους υπό ψευδή στοιχεία. Η βλάβη δε αυτή τελεί σε πρόδηλη αιτιώδη συνάφεια προς τις παραπλανητικές ενέργειες του και την αθέμιτη περιουσιακή ωφέλεια στην οποία αποσκοπούσε και προσπορίστηκε εν τέλει. Ακόμη, το Συμβούλιο Εφετών, με επαρκή αιτιολογία, στήριξε την κρίση του περί της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της επιβαρυντικής περίπτωσης της κατ'επάγγελμα τέλεσης των πράξεων των απατών και της πλαστογραφίας, στην επανειλημμένη τέλεση της πρώτης των ανωτέρω πράξεων και την υποδομή που αυτός και οι συγκατηγορούμενοί του είχαν διαμορφώσει και την οργανωμένη ετοιμότητα τους με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των ίδιων πράξεων, προς τον σκοπό πορισμού εισοδήματος από αυτές. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, είναι αβάσιμες
και πρέπει να απορριφθούν οι αντίθετες από το άρθρο 484 παρ. 1 περ.β και δ του Κ.Π.Δ αιτιάσεις του αναιρεσείοντος. Αβάσιμη επίσης και συνεπώς απορριπτέα είναι η αιτίαση του περί απολύτου ακυρότητας κατ'άρθρα 171 παρ.1 και 484 παρ.1 στοιχ.α ΚΠΔ, λόγω απόρριψης του αιτήματος του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον το Συμβούλιο με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε το αίτημα του αυτό, εκθέτοντας συγκεκριμένους λόγους που δικαιολογούσαν την μη εμφάνιση σ' αυτό του κατηγορουμένου, για την παροχή διευκρινίσεων. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το συμβούλιο εκτιμώντας εσφαλμένα τα στοιχεία της δικογραφίας, τον έκρινε παραπεμπτέο, πλήττουν την περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση και εκτίμηση του και επομένως είναι απαράδεκτη.
Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο συνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24 Ιουλίου 2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ'αριθμ.555/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2010.Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή