Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2429 / 2009    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Απορρίπτει αίτηση. Ναρκωτικά: Αγορά - κατοχή - πώληση. Ερωτήσεις στον συγκατηγορούμενο από κατηγορούμενο. Υποβολή αιτήματος προς το διευθύνοντα τη συζήτηση. Επιβαρυντική περίπτωση κατηγορουμένου για ναρκωτικά. Κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση αυτών. Ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 περ. δ και ε ΠΚ. Περιστατικά θεμελίωσης αυτών.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2429/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κεχαγιόγλου, περί αναιρέσεως της 1172-1173/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.

Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 534/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. β και ζ και παρ. 2 του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 (ήδη άρθρο 20 παρ. 1 περ. β και ζ και παρ. 2 του ν. 3459/2006), τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές, όποιος, εκτός άλλων, αγοράζει, πωλεί και κατέχει ναρκωτικά, αν δε η πράξη έχει τελεστεί με περισσότερους τρόπους και αφορά την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, επιβάλλεται στον υπαίτιο μία μόνο ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική δράση του. Ως πώληση ναρκωτικών θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας τους στον αγοραστή, που γίνεται με την προς αυτόν παράδοσή τους, αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Περαιτέρω για τη θεμελίωση του εγκλήματος της αγοράς ναρκωτικών ουσιών δεν είναι αναγκαία η ρητή μνεία και αναφορά σε συγκεκριμένη περίπτωση κατηγορίας ότι συμφωνήθηκε και τίμημα, γιατί ο νομικός όρος "αγορά" είναι τόσο εύχρηστος στην πράξη και έχει ορισμένο περιεχόμενο και γνωστή έννοια, ώστε υποδηλώνει οπωσδήποτε και συνομολόγηση τιμήματος, γιατί χωρίς τέτοιο δεν μπορεί να νοηθεί αγορά. Επίσης, η κατοχή ναρκωτικής ουσίας πραγματοποιείται με τη φυσική επί της ουσίας αυτής εξουσία του δράστη, ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή της και να τη διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή τους. Για την αιτιολόγηση της τέλεσης των εγκλημάτων της αγοράς, κατοχής ή πώλησης ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ο ακριβής προσδιορισμός: α) της ποσότητας (βάρος) τούτων, που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεση τούτων, ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β) του επιτευχθέντος τιμήματος από κάθε μερικότερη πράξη, καθώς και της ταυτότητας των πωλητών ή αγοραστών και γ) του χρόνου των επί μέρους πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας. Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 23 του ν. 3459/2006) θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 6, προβλέπουσα αυστηρότερη ποινή (κάθειρξη και χρηματική ποινή), όταν ο παραβάτης ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, την έννοια δε της κατ' επάγγελμα και (ή) κατά συνήθεια τέλεσης της πράξης την δίδει το άρθρο 13 εδ. π', όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2408/1997.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 366 παρ. 1 εδ. γ και δ του ΚΠΔ, αφού τελειώσει η απολογία, μπορούν να γίνουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο από εκείνο που διευθύνει τη συζήτηση, τον εισαγγελέα ή το δημόσιο κατήγορο και τους δικαστές. Οι υπόλοιποι διάδικοι, καθώς και οι συνήγοροί τους, επιτρέπεται να υποβάλλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μόνο με τη μεσολάβηση εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτουν τα εξής: α) Ο συνήγορος του κατηγορουμένου, δεν έχει δικαίωμα να απευθύνει ερωτήσεις προς τον κατηγορούμενο μετά την απολογία του ούτε με τη μεσολάβηση του διευθύνοντος τη συζήτηση. β) Ο συγκατηγορούμενος του απολογουμένου, είτε ο ίδιος, είτε ο συνήγορός του, επιτρέπεται να υποβάλλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μόνο με τη μεσολάβηση του διευθύνοντος τη συζήτηση, πλην όμως για να συμβεί αυτό πρέπει να υποβληθεί από αυτούς σχετικό αίτημα. Και γ) Αν παρά την υποβολή του αιτήματος αυτού δεν επιτραπεί στον συγκατηγορούμενο του απολογημένου ή στο συνήγορό του να υποβάλλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μετά την απολογία του τελευταίου, προκαλείται απόλυτη ακυρότητα, διότι παραβιάζονται οι διατάξεις που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά, δεν υποβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο η τους δύο συνηγόρους του αίτημα για υποβολή ερωτήσεων στο συγκατηγορούμενό του μετά την απολογία του (βλ. 50η σελ. των πρακτικών αυτών) και ως εκ τούτου δεν δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα για το λόγο ότι δεν δόθηκε ο λόγος σ' αυτούς για να υποβάλλουν ερωτήσεις στο συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος Χ2 με τη μεσολάβηση του διευθύνοντος τη συζήτηση, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. Επιπλέον, όπως προκύπτει από τα ίδια ως πρακτικά της δίκης ο πρόεδρος του Δικαστηρίου ρώτησε όλους τους παράγοντες της δίκης αν έχουν ανάγκη συμπληρωματικής εξέτασης ή διασάφησης και αυτοί απήντησαν αρνητικά (άρθρο 368 ΚΠΔ). Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλή-ρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεων που του αποδίδουν ήταν τοξικομανής και πρέπει να του επιβληθεί μειωμένη ποινή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 1 και 4 περ. β του ν. 1729/1987 ή η αναγνώριση πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1172-1173/2008 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά (για τον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενό του Χ2): "Ο κατηγορούμενος Χ2 και Χ1 όπως και οι ίδιοι ρητώς συνομολόγησαν, ετέλεσαν τις αποδοθείσες σ' αυτούς πράξεις της αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών και δη δισκίων του ναρκωτικού EXCSTASY. Οι σημαντικές ποσότητες των διακινηθέντων εκ μέρους των κατηγορουμένων δισκίων ο εξακολουθητικός τρόπος της αγοράς, κατοχής και πώλησης αυτών, η ικανή οικονομική αξία αυτών, η ανάπτυξη συνεργασίας μεταξύ τους ως προς την προμήθεια υπ' αυτών των ως άνω δισκίων (Ο Χ2 από τον Χ1 και ο Χ1 από τον ΑΑ), η ετοιμότητα αυτών να διακινήσουν και άλλες ποσότητες του ως άνω ναρκωτικού, καταμαρτυρούν ότι αυτοί είναι πρόσωπα που τέλεσαν τις εν λόγω πράξεις του που ειδικότερα περιγράφονται στο διατακτικό, κατ' επάγγελμα, αφού είχαν διαμορφώσει τη σχετική υποδομή για επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος αλλά και κατά συνήθεια, αφού καταμαρτυρεί ότι είχε αναπτυχθεί ροπή σ' αυτούς προς τέλεση των εγκλημάτων αυτών ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν οι ισχυρισμοί αυτών ότι τις άνω πράξεις τους δεν ετέλεσαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι αυτοί των πράξεων της αγοράς, της κατοχής και της πώλησης ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση, πράξεις που αφορούσαν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, από δράστες που ενήργησαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, απορριπτομένου ως αβασίμου κατ' ουσίαν τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου Χ1 περί της συνδρομής στο πρόσωπό τους της ιδιότητας του τοξικομανούς κατά το χρόνο τέλεσης των ως άνω πράξεων, αφού ως προκύπτει από την από 14-2-2005 ιατροδικαστική εξέταση του ιατρού ... ο κατηγορούμενος αυτός κατά τον χρόνο της εξέτασής του (14-2-2005) δεν πληρούσε κανένα από τα προβλεπόμενα κριτήρια που απαιτούνται για το χαρακτηρισμό κάποιου ως τοξικομανούς. Το Δικαστήριο δέχεται την συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων... του προτέρου εντίμου βίου για τον κατηγορούμενο Χ1, καθόσον αυτός και μέχρι την τέλεση των εν λόγω πράξεών του έζησε έντιμη ατομική οικογενειακή επαγγελματική και κοινωνική ζωή (άρθρο 84 παρ. 2 εδ. α' ΠΚ). Αντιθέτως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν οι ισχυρισμοί του Χ1 περί συνδρομής στο πρόσωπό του και των ελαφρυντικών περιστάσεων της ειλικρινούς μετανοίας και της μετά την τέλεση της πράξεώς του καλής συμπεριφοράς του για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα (άρθρο 84 παρ. 2 εδ. δ' και ε' ΠΚ) καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος αυτός προσπάθησε να άρει ή μειώσει τις συνέπειες της πράξεως του, η δε επικαλούμενη από αυτόν καλή συμπεριφορά επιδείχθηκε όχι προς την κοινωνία και σε καθεστώς ελευθερίας του αλλά καθ'ον χρόνου εκρατείτο στις φυλακές και εντεύθεν ήταν υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τους κανόνες λειτουργίας αυτών (βλ. ΑΠ 2320/2004 Π.ΧΡ. ΝΕ/806)". Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο των πράξεων της αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση και με την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπό του της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης και του επέβαλε την ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση τ' άνω εγκλήματα για τ' οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 84 παρ. 2 εδ. α και 98 του ΠΚ και 4 παρ. 1, 3 πιν. Α αρ. 6 και ουσία MDMA, 5 παρ. 1 περ. β και ζ και παρ. 2 του ν. 1729/1987, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης. Ειδικότερα η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε περί του ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό του η ιδιότητα του τοξικομανούς με βάση μόνο την από 14-2-2005 ιατροδικαστική έκθεση του ιατρού ... ελέγχεται ως αβάσιμη, καθόσον όπως προκύπτει από τα πρακτικά του ως άνω Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο ανέγνωσε και συναξιολόγησε όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στην τοξικομανία [παλαιότερη και κατά το χρόνο τέλεσης των εγκλημάτων-παραβάσεων του νόμου περί ναρκωτικών (Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2005)], τονίζεται όμως ιδιαίτερα ότι η αναγνωσθείσα ως άνω ιατροδικαστική έκθεση ως πραγματογνωμοσύνη και ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (άρθρο 178 περ. γ ΚΠΔ), ως προς το ζήτημα αυτό (μη τοξικομανία του αναιρεσείοντος) δεν αναιρείται από τα λοιπά σχετικά έγγραφα. Γι' αυτό πρέπει η ως άνω αιτίαση να απορριφθεί. Επίσης απορριπτέα ως αβάσιμη είναι η αιτίαση του αναιρεσείοντος για αναιτιολόγητη απόρριψη του ισχυρισμού του περί μη της συνδρομής στο πρόσωπό του της επιβαρυντικής περίπτωσης της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθειας τέλεσης των κακουργημάτων της αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, καθόσον με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (ποσότητα διακινούμενων χαπιών, οργάνωση προμήθειας και πώλησης σε τρίτους ποσοτήτων αυτών με κέρδος και με ροπή προς διάπραξη τέτοιων πράξεων) δέχθηκε το Δικαστήριο την ύπαρξη αμφοτέρων των επιβαρυντικών περιπτώσεων. Επίσης με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε το Δικαστήριο ορθά, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, τη μη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. δ και ε του ΠΚ και η σχετική αιτίασή του είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λοιποί λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αλλά και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναίρεσης, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1172-1173/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ