Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 333 / 2009    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Πρόσθετοι λόγοι, Δικαστηρίου σύνθεση, Μεσάζοντες.




Περίληψη:
Συνεκδίκαση δύο αναιρέσεων. Παράβαση των άρθρων 1 και 11 του Ν. 5227/1931 “περί μεσαζόντων”. Στοιχεία αδικήματος. Απόρριψη λόγων αναίρεσης και προσθέτων λόγων για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου. Δεν υπάρχει αντίφαση από το ότι οι αναιρεσείοντες απηλλάγησαν πρωτοδίκως για απάτη και καταδικάστηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για παράβαση του νόμου περί μεσαζόντων με την παραδοχή ότι παρέστησαν εν γνώσει ψευδώς ότι λόγω των σχέσεών τους κλπ, ότι μπορούσαν να επιτύχουν όσα υποσχέθηκαν. Άρθρο 358 ΚΠΔ. Δεν υποχρεώνεται ο διευθύνων τη συζήτηση να δίδει το λόγο στον κατηγορούμενο αυτοβούλως. Σύνθεση με κλήρωση τριμελούς εφετείου. Δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στην απόφαση του Τριμελούς Εφετείου, που προεδρεύεται από εφέτη, ορισθέντα κατόπιν κληρώσεως, η αδυναμία, το κώλυμα ή η απουσία του προέδρου εφετών. Αναπλήρωση δικαστών. Η μη τήρηση όμως των διατάξεων για την κλήρωση - αναπλήρωση συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης. Απορρίπτει αναίρεση - προσθέτους λόγους.




Αριθμός 333/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημοσθένη Κυριακόπουλο, περί αναιρέσεως της 2829/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 23 Οκτωβρίου 2008 και 1 Νοεμβρίου 2008, αιτήσεις τους αναιρέσεως αντίστοιχα, καθώς και στο από 22 Δεκεμβρίου 2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων του πρώτου αναιρεσείοντος, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1782/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι, 1) η 57/23-10-2008 αίτηση (έκθεση) του Χ1 μετά των από 22-12-2008 προσθέτων αυτής λόγων και 2) η από 1/11/2008 αίτηση (δήλωση με αρ. πρωτ. 9174/3-11-08)) του Χ2 για αναίρεση της 2829/5-6.6.2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
ΙΙ. Aπό τις διατάξεις των άρθρων 1 και 11 του Ν. 5227/1931 "περί μεσαζόντων", προκύπτει ότι τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή, όποιος παριστάνοντας ψευδώς ή αληθώς ότι, λόγω των σχέσεών του ή της ιδιότητάς του ή γενικώς της επιρροής και του κύρους του, μπορεί να επιτύχει για άλλον ή για τον εαυτό του, αλλά για λογαριασμό άλλου τη σύναψη οποιασδήποτε συμβάσεως με το δημόσιο ή δήμο ή κοινότητα ή κρατική επιχείρηση ή μoνή ή άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ότι, ασχέτως με κάθε σύμβαση, μπορεί να προκαλέσει οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη των προσώπων αυτών, των υπαλλήλων, αντιπροσώπων ή των οργάνων αυτών, λαμβάνει αμοιβή ή άλλο αντάλλαγμα ή αποσπά υπόσχεση τέτοιας αμοιβής ή ανταλλάγματος για τον εαυτό του ή τρίτο. Το έγκλημα αυτό συρρέει αληθινά με το έγκλημα της απάτης, λόγω της ετερότητας των προσβαλλομένων εννόμων αγαθών. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα επιτρεπτώς κατά το είδος τους αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ότι, κατά την κρίση της πλειοψηφίας των μελών του Δικαστηρίου, αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο εγκαλών Ψ διατηρεί επιχείρηση οπτικών ειδών στη ....., ασχολούμενος κυρίως με την εξαγωγή των ειδών αυτών. Κατά μήνα Νοέμβριο του έτους 2002 πραγματοποιήθηκε στην επιχείρηση αυτή τακτικός έλεγχος από το 21° Τοπικό Ελεγκτικό Κέντρο ....., κατά τον οποίο διαπιστώθηκαν φορολογικές παραβάσεις και επιβλήθηκε σε βάρος του εγκαλούντος φόρος ύψους 149.669 ευρώ. Ο εγκαλών, θεωρώντας το ύψος του φόρου που του επιβλήθηκε υπερβολικό και άδικο, συζήτησε την υπόθεση του με τον πρώτο κατηγορούμενο Χ1, πελάτη του καταστήματος του, ο οποίος προσφέρθηκε να τον βοηθήσει. Συγκεκριμένα του ανέφερε ότι τόσο ίδιος, όσο και ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, ο οποίος ήταν φίλος του, με κατάλληλες γνωριμίες που είχαν, θα φρόντιζαν να τακτοποιηθεί η υπόθεση του, ώστε να μειωθεί το ύψος του φόρου που του επιβλήθηκε. Πράγματι τον Ιανουάριο του έτους 2003 και οι δύο κατηγορούμενοι επισκέφθηκαν τον εγκαλούντα στο κατάστημα του και τον διαβεβαίωσαν ότι λόγω του κύρους τους και τη επιρροής που είχαν εξαιτίας των σχέσεων τους με τους αρμόδιους υπαλλήλους της Εφορίας μπορούσαν να εξασφαλίσουν, έναντι αμοιβής τους, την επανεξέταση της υπόθεσης του και να επιτύχουν επαναπροσδιορισμό του καταλογισθέντος φόρου, σε πολύ πιο χαμηλό επίπεδο από εκείνο που αρχικά προσδιορίσθηκε. Από τις παραπάνω διαβεβαιώσεις τους, ο εγκαλών πείσθηκε και τους κατέβαλε το συνολικό ποσό των 54200 ευρώ, από τα οποία 17600 ευρώ αφορούσαν, όπως του δήλωσαν, την αμοιβή των ιδίων, αλλά και των αρμοδίων υπαλλήλων που θα προέβαιναν στην ευνοϊκή ρύθμιση του χρέους του, ενώ το υπόλοιπο ποσό αφορούσε δόσεις που θα κατέβαλλαν για λογαριασμό του έναντι του ποσού του φόρου που τελικά θα βεβαιωνόταν στη Δ' ΔΟΥ ..... . Όμως κατά μήνα Ιούλιο του έτους 2003 και δεδομένου ότι μέχρι τότε δεν είχαν παραδώσει στον εγκαλούντα την έκθεση ελέγχου και το εκκαθαριστικό πληρωμής, μετά από συνεχείς πιέσεις του τελευταίου, τον πληροφόρησαν ότι αδυνατούν οριστικά να διεκπεραιώσουν τη υπόθεση του και του παρέδωσαν ως εγγύηση για την επιστροφή του ποσού που έλαβαν, τρεις συναλλαγματικές, ποσού 15000 ευρώ κάθε μιας των δύο πρώτων και λήξεως 30-9-2003 και 30-10-2003 αντίστοιχα, και 19000 ευρώ της τρίτης και λήξεως 30-11-2003, αποδοχής και των τριών ενός τρίτου προσώπου, ονόματι Α, κατοίκου ..... . Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τις ασαφείς καταθέσεις των μαρτύρων Ψ και Β τόσο ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, οι οποίες ενισχύονται και από την ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρα Γ, αδελφού της συζύγου του εγκαλούντος και τότε υπαλλήλου αυτού ...". Με τις σκέψεις αυτές, οι κατηγορουμένοι και ήδη αναιρεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι, κατά πλειοψηφία, για την πράξη της παραβάσεως των άρθρων 1 παρ. 1α και 11 του Ν. 5229/1931. Ειδικότερα κηρύχθηκαν ένοχοι του ότι : "... Στη Θεσσαλονίκη, τον Ιανουάριο του 2003, αφού παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς ότι λόγω τους κύρους τους, της επιρροής και των σχέσεων τους με υπαλλήλους του Δημοσίου μπορούσαν να προκαλέσουν υπέρ άλλου οποιαδήποτε πράξη των άνω υπαλλήλων του Δημοσίου, έλαβαν για τον σκοπό αυτό αμοιβή υπέρ των ιδίων. Συγκεκριμένα τον Ιανουάριο του 2003 παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα Ψ ότι λόγω του κύρους τους και της επιρροής που είχαν εξαιτίας των σχέσεων τους με τους αρμόδιους υπηρεσιακούς- παράγοντες της Εφορίας, μπορούσαν να εξασφαλίσουν, έναντι αμοιβής επανεξέταση της υπόθεσης επιβολής προστίμου στον εγκαλούντα, ύψους 149.669 ευρώ, για φορολογικές του παραβάσεις και να επιτύχουν επαναπροσδιορισμό του καταλογισθέντος φόρου, σε πολύ πιο χαμηλό επίπεδο από αυτό που αρχικά προσδιορίστηκε. Στις ψευδείς αυτές διαβεβαιώσεις τους πείσθηκε ο εγκαλών και τους κατέβαλε για την δήθεν μεσολάβησή τους και διευθέτηση του προβλήματος του κατά το χρονικό διάστημα του Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου του 2003 το ποσόν των 54.200 ευρώ που αυτοί ωφελήθηκαν και ζημιώθηκε αντίστοιχα ο εγκαλών". Για τις πράξεις τους δε αυτές, οι κατηγορούμενοι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν, σε ποινή φυλάκισης δέκα μηνών και χρηματική ποινή πεντακοσίων ευρώ, ο καθένας, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη, για τον πρώτο (Χ1) και μετατράπηκε σε χρηματική προς 4, 40 ευρώ, για κάθε ημέρα φυλάκισης, για τον δεύτερο (Χ2).
ΙΙΙ. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία δεν είναι τυπική, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι, οι αποδείξεις, από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1α και 11 του Ν. 5229/1931, τις οποίες, ούτε ευθέως, αλλ' ούτε και εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο παραβίασε. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο δέχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι αναιρεσείοντες παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς, ότι λόγω του κύρους τους και της επιρροής που είχαν εξαιτίας των σχέσεων τους με τους αρμόδιους υπηρεσιακούς- παράγοντες της Εφορίας, μπορούσαν να εξασφαλίσουν, έναντι αμοιβής επανεξέταση της υπόθεσης επιβολής προστίμου στον εγκαλούντα παραβάσεις και να επιτύχουν επαναπροσδιορισμό του καταλογισθέντος φόρου, σε πολύ πιο χαμηλό επίπεδο από αυτό που αρχικά προσδιορίστηκε. Επομένως, οι αιτιάσεις του πρώτου αναιρεσείοντος που περιέρχονται στο πρώτο κύριο και πρόσθετο λόγο αναίρεση, καθώς και οι αιτιάσεις του δευτέρου αναιρεσείοντος, που περιέχονται στον πρώτο λόγο αναίρεσης, ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν διευκρινίζεται ο τρόπος πραγματώσεως του πιο πάνω εγκλήματος, είναι αβάσιμοι. Αβάσιμες επίσης είναι οι διαλαμβανόμενες στον αυτόν λόγο αναίρεσης αιτιάσεις του πρώτου αναιρεσείοντος ότι δεν αναφέρεται το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση, ως προς το δόλο των κατηγορουμένων, δεν ήταν απαραίτητη, αφού για την υποκειμενική θεμελίωση του πιο πάνω εγκλήματος δεν αξιώνεται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή των κατηγορουμένων. Περαιτέρω δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως να διαλαμβάνονται σε αυτή τα επιπλέον στοιχεία που αναφέρει ο πρώτος αναιρεσείων στην αίτησή του (ποσοστό συμμετοχής έκαστου κατηγορουμένου στη πιο πάνω πράξη κλπ), ενώ, όπως προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ήταν ψευδείς οι διαβεβαιώσεις των αναιρεσειόντων. Ουδεμία δε ασάφεια ή αντίφαση δημιουργείται από το ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο απάλλαξε τους κατηγορουμένους για το αδίκημα της απάτης. Τούτο δε διότι αναιρετικό λόγο θεμελιώνει τυχόν ύπαρξη αντιφάσεων ή ασαφειών που υπάρχουν στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, και όχι μεταξύ αυτής και της πρωτοδίκου. Εξάλλου, κατά τις σαφείς πιο πάνω παραδοχές της απόφασης, οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν για το αδίκημα του νόμου περί μεσαζόντων και όχι της απάτης, πράξη για την οποία, όπως προαναφέρθηκε, έχουν απαλλαγεί ήδη από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ούτε χειροτέρευσε η θέση αυτών με την παραδοχή ότι οι πιο πάνω διαβεβαιώσεις των ήταν ψευδείς και ότι αυτοί τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, αφού το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ενόχους τους κατηγορουμένους για την πράξη αυτή της παράβασης του νόμου περί μεσαζόντων, όπως ακριβώς και το πρωτόδικο. Άλλωστε, οι παραδοχές αυτές (ψευδές των διαβεβαιώσεων και γνώση του ψεύδους από τους αναιρεσείοντες), δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος του άρ. 11 του ν. 5227/31. Περαιτέρω, με τις πιο πάνω παραδοχές της απόφαση, γίνεται δεκτό ότι οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες έλαβαν, ως αμοιβή για την δήθεν μεσολάβησή τους και διευθέτηση του προβλήματος του εγκαλούντος, το ποσό των 54.200 ευρώ (αφού θα αποκέρδαιναν εξ ολοκλήρου το ποσό αυτό και δεν θα έδιδαν οποιοδήποτε ποσό σε τρίτους, εφοριακούς κλπ, δεδομένου ότι, κατά τις παραδοχές της απόφασης, και οι διαβεβαιώσεις αυτές ήταν ψευδείς). Είναι δε αδιάφορο το ότι, μετά την ολοκλήρωση του αδικήματος που τέλεσαν οι κατηγορούμενοι, παρέδωσαν, μετά από συνεχείς πιέσεις του εγκαλούντος, κατά τις παραδοχές της απόφασης, τις αναφερόμενες σε αυτή τρεις συναλλαγματικές (συνολικού ποσού 49.000 ευρώ), ούτε είναι απαραίτητο, για την πληρότητα τη αιτιολογίας να αναφέρεται στην απόφαση, τι ποσό θα εισέπραττε ο κάθε κατηγορούμενος, αν εξοφλήθηκαν τελικά οι πιο πάνω συναλλαγματικές κλπ. Επίσης δεν αποτελεί στοιχείο του αδικήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, αν το πιο πάνω ποσό δόθηκε για μεσολάβηση για νόμιμη ή παράνομη πράξη, ώστε η απόφαση να διαλάβει ειδική περί τούτου αιτιολογία, ανεξαρτήτως του ότι από την παραδοχή της απόφασης, ότι οι αναιρεσείοντες διαβεβαίωσαν τον εγκαλούντα ότι ένα μέρος από το πιο πάνω ποσό θα το έδιδαν στους εφοριακούς, με τους οποίους αυτοί δήθεν είχαν διασυνδέσεις, ανενδοιάστως προκύπτει, ότι έγινε δεκτό ότι η μεσολάβηση ήταν για παράνομη ενέργεια. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ και Ε του ΚΠΔ, πρώτος κύριος και πρόσθετος λόγος αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντος και πρώτος λόγος αναίρεσης του δευτέρου αναιρεσείοντος, για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 11 του ν. 5227/31, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
IV. Από τη διάταξη του άρθρου 358 ΚΠΔ, που ορίζει ότι, μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα, ο Εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του οτιδήποτε μπορεί να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και που συντείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας και ότι μπορούν να προβαίνουν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν, προκύπτει ότι δεν υποχρεώνεται ο διευθύνων τη συζήτηση να δίδει το λόγο στον κατηγορούμενο αυτοβούλως. Άρα εκ της παραλείψεως αυτής δεν δημιουργείται ακυρότητα. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε ο λόγος από τον κατηγορούμενο από το διευθύνοντα τη συζήτηση για να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματά του και κατά συνέπεια, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` του ίδιου Κώδικα δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος και ταυτόσημος κατά το περιεχόμενο δεύτερος λόγος αναίρεσης του δευτέρου αναιρεσείοντος, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
V. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α. ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171 ΚΠΔ), τέτοια δε ακυρότητα προκαλείται και στην περίπτωση που δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρ. 4 παρ. 1 εδ. δ, 5 παρ.1 περ. Α εδ. γ και παρ. 2 και άρ. 17 στοιχ. Β παρ. 1, 3, 4, 5, 7 και 10 του Ν. 1756/1988, όπως οι παρ. 1, 3, 4 αυτού, ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν 2172/1993, και η παρ. 7 μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 3327/2005 (ΦΕΚ Α 70/11-3-2005) και την προσθήκη δύο εδαφίων στην παρ. 1 με το άρθρο 2 του ν. 3346/2005, (ΦΕΚ Α 140/17-6-2005), προκύπτει ότι προκειμένου για το Εφετείο Αθηνών, όπου προβλέπεται οργανικός αριθμός δέκα πέντε τουλάχιστον δικαστών, το Τριμελές Εφετείο συγκροτείται νομίμως με κλήρωση με την προεδρία Προέδρου Εφετών ή Εφέτη και μέλη δύο Εφέτες, χωρίς να είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στην απόφαση του Τριμελούς Εφετείου, που προεδρεύεται από εφέτη, ορισθέντα κατόπιν κληρώσεως, η αδυναμία, το κώλυμα ή η απουσία του προέδρου εφετών. Στην περίπτωση δε κατά την οποία κάποιος από τους δικαστές που κληρώθηκε ως μέλος της συνθέσεως του Δικαστηρίου, κωλύεται για τους αναφερόμενους στη διάταξη της παρ. 7α λόγους, συγκροτείται με τη συμμετοχή αναπληρωματικών, κατά τα οριζόμενα στην πιο πάνω διάταξη του άρθρου 17 παρ. 7 περ. α. Η μη τήρηση όμως των διατάξεων αυτής, όπως ρητώς ορίζεται στην παρ. 10 του αυτού άρθρου, συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται, αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση με τον, από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ, δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος και τον ταυτόσημο κατά το περιεχόμενο τρίτο λόγο αναιρέσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, προβάλλει τις αιτιάσεις ότι η συμμετοχή στη σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκη, ως Προεδρεύοντος Εφέτη, του Εφέτου Δημητρίου Στεφάνου Βόσκα, "χωρίς να προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης εάν υπηρετούσε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης άλλος Πρόεδρος Εφετών ή εάν ο ανωτέρω Εφέτης ήταν ο αρχαιότερος Εφέτης ή αναπλήρωσε λόγω κωλύματος του και κάποιον αρχαιότερο αυτού Εφέτη, ο οποίος κωλυόταν και αυτός, συνιστά κακή σύνθεση του Δικαστηρίου, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Επίσης, δεν προκύπτει εάν καλώς συμμετείχε ως τρίτο μέλος της συνθέσεως ο Εφέτης κ. Αθανάσιος Χερχελετζής σε αναπλήρωση της νομίμως ορισθείσας Εφέτου κας Αργυρώς Βουγιουκαλάκη, βάσει της αρχαιότητος του". Από τα πρακτικά, όμως, της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι: α) η σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καταρτίστηκε νομίμως με κλήρωση, και στη σύνθεση αυτού συμμετείχε νομίμως, αφενός ο πιο άνω κληρωθείς Προεδρεύων Εφέτης και, αφετέρου, ως αναπληρωματικό μέλος, ο Εφέτης Αθανάσιος Χερχελετζής "επειδή κωλύεται η νομίμως ορισθείσα Αργυρώς Βουγιουκαλάκη, λόγω ασθενείας της" και β) οι αναιρεσείοντες δεν προέβαλαν διά του συνηγόρου που τους εκπροσωπούσε, νομίμως και πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας σχετική ένσταση ακυρότητας, λόγω κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου. Επομένως, ανεξαρτήτως του ότι τυχόν υφιστάμενη ακυρότητα καλύφθηκε και οι συναφείς ταυτόσημοι λόγοι αναιρέσεως και των δύο αναιρεσειόντων πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι, οι λόγοι αυτοί είναι, επιπλέον, απορριπτέοι, και ως αβάσιμοι.
VI. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των πιο πάνω λόγων αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολο τους, ως αβάσιμες, οι συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτών λόγοι και να επιβληθούν τα δικαστικά στους αναιρεσείοντες (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει 1) την 57/23-10-2008 αίτηση (έκθεση) του Χ1 μετά των από 22-12-2008 προσθέτων αυτής λόγων και 2) την από 1/11/2008 αίτηση (δήλωση με αρ. πρωτ. 9174/3-11-08) του Χ2, για αναίρεση της 2829/5-6.6.2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ