Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2180 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)


Αριθμός 2180/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μίστρα, για αναίρεση της 236/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρτδίτσας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 781/2009.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου αλλά και ως προς το ύψος του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους που η εξόφλησή του έχει ρυθμιστεί με δόσεις οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Ακολούθησε αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 με το άρθρο 23 του ν.2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, εφ' ενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και αφ' ετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλομένου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Το άρθρο τούτο στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του ελληνικού δημοσίου κλπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοιποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επί μέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους. Έτσι σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές κρίσιμα στοιχεία για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το δημόσιο που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση για να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος χρόνος δε συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμιακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 236/2009 απόφασης το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι: Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος αμφισβητεί τις βεβαιώσεις ο0φειλών που αναφέρονται στον πίνακα με αριθμούς 6 και 7 διότι αφορούν πρόστιμα που του επιβλήθηκαν από την Αστυνομική Διεύθυνση ... κατ' εφαρμογή των διατάξεων του νόμου 3037/2002, ο οποίος αντίκειται στο Σύνταγμα καθώς και στο Κοινοτικό Δίκαιο, ισχυρισμός ο οποίος. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, αλυσιτελώς προβάλλεται διότι η αμφισβήτηση του χρέους από τον υπόχρεο δεν ασκεί επιρροή στην ποινική δίκη. Για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέο και το αίτημα υποβολής από το παρόν Δικαστήριο προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΚ σχετικά με την ισχύ του νόμου 3037/2002. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος εκθέτει ότι κατά των προαναφερθέντων προστίμων έχει ασκήσει προσφυγή στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο και για το λόγο αυτό αιτείται την αναβολή της υπόθεσης μέχρι την έκδοση απόφασης επί των προσφυγών. Το εν λόγω αίτημα είναι απορριπτέο διότι επίκειται άμεσος κίνδυνος παραγραφής των επιμέρους χρεών του πίνακα, ο οποίος αναφέρεται παρακάτω, με στοιχεία 2 και 4. Στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος Χ κατά το χρονικό διάστημα από 29-4-2001 μέχρι 30-11-2005 ενώ ήταν οφειλέτης προς το Δημόσιο χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία και αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία με τους τόκους και τις προσαυξήσεις τους και υπερέβαιναν συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωμένα στη Δ.Ο.Υ ..., που έγιναν ληξιπρόθεσμα παραβίασε την προθεσμία τους και δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών. Ειδικότερα οφείλει τα ακόλουθα χρέη σύμφωνα με τον πίνακα χρεών που συνοδεύει την με αριθμό ... αίτηση ποινικής δίωξης:
(ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΠΙΝΑΚΑΣ ΧΡΕΩΝ)
Για τα χρέη με αριθμό 2 ποσού 37.912,16 ευρώ από εισόδημα Φ.Π καταβλητέο εφάπαξ μέχρι 29-12-2000 με αριθμό 4 ποσού 19.736,07 ευρώ από εισόδημα Φ.Π, καταβλητέο σε τρεις δόσεις μέχρι 30-11-2001, με αριθμό 6 ποσού 84.980 ευρώ από πρόστιμο επιβολής διοικητικών κυρώσεων καταβλητέο εφάπαξ στις 31-8-2004, με αριθμό 7 ποσού 66.840 από πρόστιμο επιβολής διοικητικών κυρώσεων καταβλητέο εφάπαξ στις 31-3-2005 με αριθμό 8 ποσού 1.357,92 ευρώ από ΦΠΑ καταβλητέο σε έντεκα μηνιαίες δόσεις μέχρι 30-11-2005 και με αριθμό 9 ποσού 738 ευρώ καταβλητέο σε έντεκα μηνιαίες δόσεις τα οποία δεν πλήρωσε μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών από τότε που κατέστη ένα έκαστο ληξιπρόθεσμο πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για συνολικό χρέος διότι ο νεότερος νόμος 3220/2004 είναι ευνοϊκότερος ως προς το χρόνο καθυστέρησης (τέσσερις μήνες έναντι δύο που όριζε ο προϊσχύσας 2523/1997) και ως προς το ότι λογίζεται το συνολικό χρέος για να καταστεί αξιόποινη η πράξη ύψους 211.564,15 ευρώ.
Ακολούθως το Δικαστήριο αυτό κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο και του επέβαλε ποινή φυλάκισης εννέα μηνών την οποία μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την άνω διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως κατά τα άνω διαδοχικώς αντικαταστάθηκε. Ειδικότερα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, στο οποίο ενσωματώθηκε και ο πίνακας χρεών της ΔΟΥ ... και ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του αναφέρονται 1) η αρχή, ήτοι η ΔΟΥ ... , η οποία βεβαίωσε τα χρέη του αναιρεσείοντος 2) το ύψος των βεβαιωθέντων χρεών υπό του αύξοντες αριθμούς του πίνακα χρεών 2, 4, 6, 7,8 και 9, τα οποία αντίστοιχα ανέρχονται στα ποσά των 37.912,16, 19.736,07, 84.980, 66.840, 1.357,92 και 738 ευρώ, 3) ο τρόπος πληρωμής τους (εφάπαξ, τρεις δόσεις, εφάπαξ, εφάπαξ, έντεκα μηνιαίες δόσεις και έντεκα μηνιαίες δόσεις αντίστοιχα), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής τους και ειδικότερα α) 29-12-2000, β) 31-07-2001, 31-09-2001 και 30-11-2001, γ) 31-08-2004, δ) 31-03-2005 και ε) και στ) 31-08-2005, 30-09-2005, 31-10-2005 και 30-11-2005 και 5) αν η μη καταβολή αφορά ολόκληρο το ποσό ή δόσεις αυτού (εφάπαξ, εφάπαξ, τρεις δόσεις, εφάπαξ, εφάπαξ, και τέσσερις δόσεις αντίστοιχα). Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 25 του ν. 1882/ 1990 είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 86 παρ.1 και 2 του ν.2362/1995 "περί δημοσίου λογιστικού, ελέγχου δαπανών του κράτους και άλλες διατάξεις", που ισχύει από 1-1-1996, καμία χρηματική απαίτηση του δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή, πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια ΔΟΥ ή στο αρμόδιο τελωνείο (βεβαίωση εν στενή εννοία). Ο κανόνας αυτός δεν αλλοιώνεται από την τυχόν βραδεία τοιαύτη βεβαίωση. Η χρηματική απαίτηση του δημοσίου μετά των συμβεβαιουμένων προστίμων παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη. Περαιτέρω, κατά το άνω άρθρο 27 παρ. 7, όπως αντικαταστάθηκε από το ν. 2523/1997 ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος συμπληρώνεται μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής. Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Τέλος δε, με το άρθρο 34 παρ. 2 του άνω ν. 3220/2004 η άνω παράγραφος 7 αντικαταστάθηκε και πλέον ορίζει ότι η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν από την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής. Εκ των ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι δια της νέας αυτής διατάξεως δεν υπάρχει πλέον ειδική ρύθμιση ως προς το θέμα της παραγραφής του εγκλήματος του άρθρου 25 του ν. 1882/1990. Η νέα αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη ως προς το θέμα της παραγραφής, η δε διάταξη του άρθρου 25 παρ. 7 του Ν. 1882/1990 ως αντικατεστάθη δι' άρθρου 23 του ν. 2523/1997 και ακολούθως δι' άρθρου 34 παρ. 2 ν. 3220/2004 κατά την οποία η υποβολή αιτήσεως ποινικής διώξεως αναστέλλει την παραγραφή του χρέους δεν δύναται να τύχει εφαρμογής επί των προ της ισχύος του ν. 2523/1997 τελεσθεισών πράξεων του εγκλήματος αυτού διότι είναι δυσμενέστερη ως προς το θέμα της παραγραφής του προ αυτού ισχύοντος νομοθετικού καθεστώτος. Εξ αυτών παρέπεται ότι επί τελέσεως εγκλήματος προ της ισχύος του νόμου 2523/1997 (1-1-1998) ως προς την παραγραφή του εγκλήματος αυτού ισχύουν οι διατάξεις του ΠΚ, ενώ επί τελέσεως του εγκλήματος τούτου μετά την 1-1-1998 ή μετά την 1-1-2004 οι άνω νόμοι καθιερώνουν στην περίπτωση υποβολής αιτήσεως ποινικής διώξεως αναστολή της παραγραφής του χρέους μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε με αυτή για παράβαση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 και για τα υπό τους αριθμούς 2 και 4 χρέη του πίνακα χρεών, ανερχόμενα αντιστοίχως στα ποσά των 37.912,16 και 19.736,07 ευρώ. Ο αναιρεσείων με τον ένατο λόγο της αίτησης του προβάλλει την αιτίαση ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 25 κατεδικάσθη και για αυτά ενώ τα χρέη αυτά είχαν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το υπ' αριθ.2 χρέος βεβαιώθηκε στις 31-10-2000 και έπρεπε να καταβληθεί εφάπαξ στις 29-12-2000, το δε υπ' αριθ.4 χρέος βεβαιώθηκε όπως και το προηγούμενο από τη ΔΟΥ ... στις 28-06-2001 και έπρεπε να καταβληθεί σε τρεις διμηνιαίες δόσεις, ήτοι στις 31-07-2001 η πρώτη και στις 30-11-2001 η τελευταία. Έτσι, κατ' εφαρμογή των ανωτέρω, η παραγραφή των απαιτήσεων αυτών του δημοσίου άρχιζε στις 31-12-2000 και 31-12-2001 αντίστοιχα και συμπληρωνόταν στις 31-12-2005 και 31-12-2006 αντίστοιχα. Πριν όμως συμπληρωθεί η παραγραφή τους ο οικονομικός έφορος της ΔΟΥ ... υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καρδίτσας την από 21-12-2005 αίτηση ασκήσεως ποινικής δίωξης κατά του αναιρεσείοντος.
Συνεπώς, η παραγραφή των δύο τούτων χρεών ανεστάλη από την ημερομηνία αυτή μέχρι το χρόνο που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, ήτοι μέχρι τις 3-2-2009. Επομένως, κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης, οι σχετικές αυτές απαιτήσεις του δημοσίου δεν είχαν παραγραφεί, ούτε και μέχρι του χρόνου της παρούσας συζήτησης αφού η παραγραφή δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής (3-2-2009), χρόνος που δεν έχει παρέλθει ακόμη και κατ' εφαρμογή της ευμενέστερης αυτής παραγράφου 7 έναντι εκείνης (ιδίας) ως ίσχυε κατά το ν. 2523/1997 που προέβλεπε μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της άνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 25 του ν. 1882/1992 ένατος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, και ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ τελευταίος (δέκατος) λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι τα υπ' αριθ. 8 και 9 χρέη του πίνακα χρεών, ποσού 1.357,92 και 738 ευρώ αντίστοιχα δεν συνιστούν αξιόποινη πράξη λόγω του ότι είναι κατώτερα των 10.000 ευρώ είναι αβάσιμος διότι τα χρέη αυτά βεβαιώθηκαν μετά την ισχύ του ν.3220/2004 κατά το άρθρο 34 του οποίου η καθυστέρηση καταβολής χρεών είναι αξιόποινη όταν το συνολικό από κάθε αιτία χρέος υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση και δεν λαμβάνεται υπόψη το ποσό κάθε μερικότερης οφειλής όπως ίσχυε κατά το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς. Με τον έκτο λόγο της αίτησης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι, καίτοι ο αναιρεσείων ζήτησε σε περίπτωση αμφιβολίας για την ερμηνεία του Κοινοτικού Δικαίου ή για την έκταση της ισχύος και της εφαρμογής της 65/05 απόφασης του ΔΕΚ και της υποχρεώσεως του Εθνικού Δικαστή να εφαρμόσει αυτή το Δικαστήριο της ουσίας να απευθύνει ερώτημα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κατ' άρθρο 234 της ΕΚ, το Δικαστήριο της ουσίας δεν απήντησε. Περί τούτου, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε νομική υποχρέωση να απευθύνει τέτοιο ερώτημα. Ανεξαρτήτως όμως τούτου, το Δικαστήριο απήντησε με την αιτιολογία ότι η αμφισβήτηση των συγκεκριμένων χρεών (6 και 7 του πίνακος χρεών) δεν ασκεί επιρροή στην ποινική δίκη καθόσον ο αναιρεσείων έχει τη δυνατότητα να ασκήσει όλα τα νόμιμα μέσα, δηλαδή την ανακοπή του άρθρου 73 του ΚΕΔΕ.
Συνεπώς, ο κατ' επίφαση έκτος εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1α του ΚΠΔ, στο ακροατήριο διαβάζονται οι εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων που συντάχθηκαν σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους καθώς και τα υπόλοιπα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η μη ανάγνωση εγγράφου που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, συνιστά, κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ιδίου Κώδικα έλλειψη ακροάσεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' λόγο αναιρέσεως, εφόσον από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν την ανάγνωσή του και το δικαστήριο δεν την επέτρεψε ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος. Με τον όγδοο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι ενώπιον του άνω ποινικού Δικαστηρίου ο αναιρεσείων δια του συνηγόρου του προσκόμισε και ζήτησε την ανάγνωση των επικαλουμένων δύο προσφυγών του ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά των πράξεων με τις οποίες βεβαιώθηκαν τα άνω υπό στοιχεία 6 και 7 του πίνακος των χρεών χρέη. Από την επισκόπηση όμως των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι από τον αναιρεσείοντα δια του συνηγόρου του ζητήθηκε η ανάγνωση των άνω προσφυγών ούτε προκύπτει ότι αυτές προσκομίστηκαν κατά την ακροαματική εκείνη διαδικασία.
Συνεπώς ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ Β' του ΚΠΔ όγδοος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 28 παρ. 1 εδ. α' του Συντάγματος (1975-1986-2001) οι γενικά παραδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωση τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το σύνολο των διατάξεων των Ιδρυτικών Συνθηκών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και κατισχύει πάσης αντίθετης διατάξεως νόμων του ελληνικού κράτους (Ολ. ΣτΕ. 2152/1986). Τέτοιες διατάξεις είναι και εκείνες των άρθρων 28 και 49 της Συνθήκης ΕΚ. Ειδικότερα, η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων αποτελεί θεμελιώδη αρχή που κατοχυρώνεται με την επιβαλλόμενη από το άρθρο 28 της Συνθήκης ΕΚ απαγόρευση των ποσοτικών περιορισμών επί των εισαγωγών μεταξύ των κρατών μελών καθώς και όλων των μέτρων ισοδύναμου αποτελέσματος. Ως μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος προς την απαγόρευση των εισαγωγών νοείται κάθε μέτρο δυνάμενο να δημιουργήσει εμπόδια, αμέσως ή εμμέσως, πραγματικά ή δυνητικά, στο ενδοκοινοτικό εμπόριο. Εν τούτοις, κατά πάγια νομολογία του ΔΕΚ, εθνική ρύθμιση που περιορίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων δεν είναι απαραιτήτως αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο εάν μπορεί να δικαιολογηθεί από κάποιον από τους λόγους γενικού συμφέροντος που απαριθμούνται στο άρθρο 30 της Συνθήκης ή από άλλη επιτακτική ανάγκη, εφόσον πάντως η εθνική ρύθμιση εφαρμόζεται αδιακρίτως και είναι αφ' ενός κατάλληλη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και εφ' ετέρου ανάλογη, δηλαδή δεν βαίνει πέραν του αναγκαίου βαθμού για την επίτευξη του σκοπού τούτου. Εξάλλου, με το άρθρο 49 της Συνθήκης επιβάλλεται η κατάργηση των περιορισμών στην ελευθερία παροχής υπηρεσιών, τέτοιο δε περιορισμό συνιστά κατά πάγια νομολογία του ΔΕΚ, οιαδήποτε εθνική ρύθμιση, η οποία θα ήταν ικανή να παρεμποδίσει, να παρενοχλήσει ή να καταστήσει λιγότερο ελκυστικές, για τον παρέχοντα υπηρεσίες, τις δραστηριότητες του στο κράτος- μέλος όπου έχουν εισαχθεί οι ρυθμίσεις αυτές. Δεδομένου δε ότι η ελευθερία παροχής υπηρεσιών συνιστά θεμελιώδη αρχή της Συνθήκης, περιορισμός της με εθνικές ρυθμίσεις είναι ανεκτός μόνο αν οι ρυθμίσεις αυτές δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους γενικότερου συμφέροντος και εφαρμόζονται, κατά τρόπο μη συνεπαγόμενο διακρίσεις, σε κάθε πρόσωπο ή επιχείρηση που ασκεί δραστηριότητα στο έδαφος του κράτους-μέλους που τις θεσπίζει. Για να θεωρηθεί δε δικαιολογημένη μια εθνική ρύθμιση περιορίζουσα την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, πρέπει να είναι κατάλληλη για την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει και να μην βαίνει πέρα του βαθμού που είναι αναγκαίος για την επίτευξη του σκοπού τούτου. Περαιτέρω, ειδικώς προκειμένου περί τυχερών παιγνίων, με την άσκηση των οποίων επιδιώκεται, αμέσως ή εμμέσως, ο προσπορισμός χρηματικού κέρδους έχει κριθεί από το ΔΕΚ ότι λογίζονται ως επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος οι συνδεόμενοι με την προστασία των καταναλωτών και με την προστασία της κοινωνικής τάξεως, που μπορούν επιτρεπτώς να καταστήσουν δυνατό τον εκ μέρους των εθνικών νομοθεσιών περιορισμό, ή ακόμη και την απαγόρευση της ασκήσεώς τους και την αποφυγή με αυτόν τον τρόπο του ενδεχομένου να αποτελέσουν πηγή ατομικού οφέλους. Και τούτο διότι τα εν λόγω παίγνια (τυχερά) ενέχουν υψηλό κίνδυνο διαπράξεως εγκλημάτων (απάτης κλπ) αλλά και συνιστούν ενθάρρυνση της σπατάλης, η οποία μπορεί να έχει επιβλαβείς συνέπειες επί ατομικού και κοινωνικού επιπέδου. Με τον ν.3037/2002 επιβάλλεται γενική απαγόρευση της εγκατάστασης και διενέργειες ηλεκτρικών, ηλεκτρομηχανικών και ηλεκτρονικών παιγνίων συμπεριλαμβανομένων των υπολογιστών σε δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους εκτός των καζίνο (άρθρο 2 απρ.1). Προκειμένου περί καταστημάτων προσφοράς υπηρεσιών διαδικτύου επιτρέπεται μεν η εγκατάσταση και λειτουργία ηλεκτρονικών υπολογιστών στους οποίους, όμως, απαγορεύεται η διενέργεια παιγνίων (άρθρο 3). Όπως δε ήδη κρίθηκε με την απόφαση του ΔΕΚ στις 26-10-2006 στην υπόθεση C- 65/05 (Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ελληνικής Δημοκρατίας), η ανωτέρω απαγόρευση συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών κατά την έννοια του άρθρου 28 της Συνθήκης ΕΚ διότι αφορά σε "εμπορεύματα", δηλαδή σε αποτιμητά σε χρήμα προϊόντα που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενα εμπορικών συναλλαγών και μπορεί να έχει (αλλά και πράγματι είχε) ως αποτέλεσμα τη μείωση του μεγέθους των εισαγωγών των ως άνω κατηγοριών παιγνίων από άλλα κράτη- μέλη. Συνιστά εξάλλου η επίδικη απαγόρευση και περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών εφόσον αφ' ενός η δραστηριότητα της εκμετάλλευσης μηχανών παιγνίων αποτελεί δραστηριότητα παροχής υπηρεσιών κατά την έννοια της Συνθήκης, αφ' ετέρου δε μια εθνική νομοθεσία που δεν επιτρέπει την εκμετάλλευση και τη διενέργεια των παιγνίων παρά μόνο στις αίθουσες των καζίνο συνιστά εμπόδιο στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Περαιτέρω και οι υπηρεσίες που παρέχονται μέσω του διαδικτύου σε αποδέκτες εγκατεστημένους σε άλλο κράτος- μέλος εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 49 της Συνθήκης, οπότε κάθε περιορισμός των δραστηριοτήτων αυτών συνιστά περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Σε αντίθεση με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς (άρθρο 8 ν.2515/1997) που διέκρινε τα ηλεκτρικά, ηλεκτρομηχανικά και ηλεκτρονικά παίγνια αφ' ενός σε ψυχαγωγικά τεχνικά και αφ' ετέρου σε τυχερά και επέβαλλε την απαγόρευση της εγκατάστασης και διενέργειας των τυχερών παιγνίων, ενώ επέτρεπε την ελεύθερη διενέργεια των ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων και την εγκατάσταση και λειτουργία τους σε δημόσιους χώρους προσιτούς στο κοινό, ο ν.3037/2002 αντιθέτως επιβάλλει γενική απαγόρευση εγκατάστασης και διενέργειας όλων ανεξαιρέτως των ηλεκτρικών, ηλεκτρομηχανικών και ηλεκτρονικών παιγνίων σε όλους τους δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους εκτός των καζίνο. Η γενική αυτή απαγόρευση συνιστά περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών κατά την έννοια της Συνθήκης. Τούτο διότι ναι μεν μπορούν να δικαιολογήσουν τον περιορισμό ή και την απαγόρευση των τυχερών παιγνίων λόγοι προστασίας του καταναλωτή και προστασίας της δημόσιας τάξεως, η επιβαλλόμενη όμως καθολική απαγόρευση δια του άνω νόμου καταλαμβάνει και τα ψυχαγωγικά τεχνικά ηλεκτρικά, ηλεκτρομηχανικά και ηλεκτρονικά παίγνια, τα οποία, κατά τα δεκτά γενόμενα από το ΔΕΚ. με την άνω απόφαση του της 24-10-2006, δεν είναι εκ φύσεως τυχερά διότι ο σκοπός τους δεν είναι η προσδοκία χρηματικού κέρδους. Ως προς τις κατηγορίες αυτές παιγνίων (ψυχαγωγικά τεχνικά) δεν συντρέχουν λόγοι που επιτρέπουν τον περιορισμό ή και την απαγόρευσή τους. Όπως όμως δέχτηκε το ΔΕΚ με την άνω απόφασή του, η επίμαχη γενική απαγόρευση της εγκατάστασης και λειτουργίας παιγνίων συνιστά μέτρο δυσανάλογο προς τους επιδιωκόμενους με την επιβολή τους σκοπούς γενικού συμφέροντος. Και τούτο διότι δεν προκύπτει ότι πριν από τη θέσπιση της καθολικής απαγόρευσης με το ν.3027/2002 είχαν τεθεί σε εφαρμογή άλλα λιγότερο περιοριστικά για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών τεχνικά και οργανωτικά μέτρα, τα οποία θα ήταν πρόσφορα για την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκονται. Ειδικότερα το ΔΕΚ δέχτηκε με την απόφασή του αυτή ότι "συγκεκριμένα οι ελληνικές αρχές θα μπορούσαν όχι μόνο να χρησιμοποιήσουν άλλα καταλληλότερα και λιγότερο περιοριστικά μέτρα όπως πρότεινε η Επιτροπή κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία- εναλλακτικές μορφές ελέγχου, όπως είναι η εισαγωγή ειδικών συστημάτων προστασίας στις μηχανές τεχνικών ή ψυχαγωγικών παιγνίων έτσι ώστε να είναι αδύνατο να μετατραπούν σε τυχερά- αλλά και να βεβαιωθούν για την ορθή και αποτελεσματική εφαρμογή ή και εκτέλεση τους προς επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού". Έτσι το ΔΕΚ με την άνω απόφαση του αποφάσισε ότι " Η Ελληνική Δημοκρατία, εισάγοντας με τα άρθρα 2 παράγραφος 1 και 3 του ν. 3037/2002 την απαγόρευση, επ' απειλή ποινικών ή διοικητικών κυρώσεων προβλεπομένων στα άρθρα 4 και 5 του ίδιου νόμου, εγκαταστάσεως και λειτουργίας όλων των ηλεκτρικών, ηλεκτρομηχανικών και ηλεκτρονικών παιγνίων, συμπεριλαμβανομένων όλων των παιγνίων για ηλεκτρονικούς υπολογιστές, σε κάθε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, εκτός των καζίνο, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 28 ΕΚ, 43 Εκ και 49 ΕΚ, καθώς και από το άρθρο 8 της οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και κανονισμών, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/48/ΕΚ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998". Περαιτέρω, τέλος, κατά το άρθρο 228 παρ. 1 της Συνθήκης στην περίπτωση που με απόφαση του ΔΕΚ, εκδιδομένη επί προσφυγής της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 226 αυτής, αναγνωρίζεται ότι ορισμένες νομοθετικές διατάξεις κράτους- μέλους αντιβαίνουν προς τη Συνθήκη, τούτο συνεπάγεται την υποχρέωση των αρχών που συμμετέχουν στην άσκηση της νομοθετικής εξουσίας να τροποποιήσουν τις εν λόγω διατάξεις ώστε να είναι σύμφωνες με τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου. Τα δικαστήρια του κράτους τούτου έχουν την υποχρέωση να διασφαλίζουν την τήρηση της αποφάσεως του ΔΕΚ. Στην περίπτωση δε που το ΔΕΚ διαπιστώσει ότι ένα κράτος- μέλος παρέβη διάταξη του κοινοτικού δικαίου, όπως των άρθρων 28 και 49 της Συνθήκης με άμεσο αποτέλεσμα στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών- μελών, εναπόκειται στον εθνικό δικαστή, δυνάμει του κύρους που ενέχει η απόφαση του Δικαστηρίου (ΔΕΚ) να λάβει υπόψη, όταν τούτο είναι αναγκαίο για τη διάγνωση της διαφοράς, την επίλυση νομικών ζητημάτων, όπως διενεργείται με την απόφαση αυτή, για να καθορίσει το πεδίο εφαρμογής και την έννοια των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, το οποίο έχει καθήκον να εφαρμόσει (ΣτΕ. 2144/2009). Υπέρβαση εξουσίας η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγω αναίρεσης υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Η υπέρβαση εξουσίας απαντάται είτε ως θετική είτε ως αρνητική. Θετική υπέρβαση υπάρχει όταν το δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του ενώ αρνητική όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων κατεδικάσθη με αυτή και για τα υπ' αριθ. 6 και 7 χρέη που αναφέρονται στον πίνακα χρεών και ανέρχονται αντίστοιχα στα ποσά των 84.980 και 66.840 ευρώ. Τα ποσά αυτά μετά των επιβαρύνσεων αποτελούν πρόστιμα επιβολής διοικητικών κυρώσεων, που επιβλήθηκαν στον αναιρεσείοντα κατά το άρθρο 5 του ν. 3037/ 2002 από την Αστυνομική Διεύθυνση ... λόγω εγκαταστάσεως και λειτουργίας τέτοιων παιγνίων στο κατάστημά του, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης. Τα πρόστιμα αυτά μετά των νομίμων επιβαρύνσεων βεβαιώθηκαν με τις υπ. αριθ. 4408/30-07-2004 και 1047/22-02-2005 πράξεις του οικονομικού εφόρου ... . Τα ποσά όμως αυτά εν όψει των ανωτέρω δεν συνιστούν νόμιμα χρέη του αναιρεσείοντος προς το Ελληνικό Δημόσιο αφού και το άρθρο 5 του ν.3037/2002, βάσει του οποίου τα ποσά αυτά επιβλήθηκαν ως πρόστιμα εις βάρος του αναιρεσείοντος, είναι αντίθετο στις υπερκείμενες διατάξεις των άρθρων 28 και 49 της Συνθήκης και ασύμβατο προς το κοινοτικό δίκαιο όπως κρίθηκε με την άνω απόφαση του ΔΕΚ. Επομένως το Δικαστήριο ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφαση του, με την οποία έκρινε ότι και τα ποσά αυτά αποτελούν χρέη του αναιρεσείοντος προς το Δημόσιο και εν συνεχεία τον κατεδίκασε και για τα ποσά αυτά, τα οποία ως ελέχθη, ο αναιρεσείων δεν τα οφείλει στο δημόσιο, υπερέβη θετικώς της εξουσία του.
Συνεπώς, οι σχετικοί περί τούτου τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έβδομος λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι τα ποσά αυτά δεν αποτελούν χρέος του αναιρεσείοντος προς το δημόσιο, και οι οποίοι ορθώς εκτιμώμενοι συνιστούν τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγο της αναίρεσης, είναι βάσιμοι. Μετά ταύτα πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα και για τα ποσά αυτά, ως μη πληρωθέντα δημόσια χρέη, να αναιρεθεί και εφόσον ο αναιρεσείων για τα ποσά αυτά δεν ετέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάστηκε και για αυτά, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠΔ, πρέπει να κηρυχθεί αθώος, ενώ περαιτέρω, για τα υπόλοιπα χρέη του που κηρύχθηκε ένοχος πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την ποινή αφού η αθώωση του αναιρεσείοντος για τα άνω ποσά επιδρά επί του ύψους αυτής (άρθρο 79 ΠΚ) και παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο προς επανακαθορισμό της ποινής για τα λοιπά χρέη του για τα οποία καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 236/ 2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας εν μέρει και ως προς την ποινή.
Κηρύσσει αθώο τον αναιρεσείοντα του ότι στην ... ενώ ήταν οφειλέτης προς το ελληνικό δημόσιο χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία και συγκεκριμένα τα αναφερόμενα στον υπ' αριθ. 35/2005 πίνακα χρεών της ΔΟΥ ... με αριθμούς 6 και 7 ανερχόμενα στα ποσά των 84.980 και 66.840 ευρώ μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις και τα οποία βεβαιώθηκαν με τις 4408/30-07-2004 και 1047/22-05-2004 πράξεις του οικονομικού εφόρου ... παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες, δηλαδή της καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο για επανακαθορισμό της ποινής για την μη πληρωμή των λοιπών χρεών για τα οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση. Και
Απορρίπτει την από 10-05-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της 236/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας κατά τα λοιπά.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Οκτωβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή