Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2041 / 2008    (Β, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Πλάνη.




Περίληψη:
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει αιτιολογία. Απαράδεκτος ο αυτοτελής ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης, γιατί δεν υποβλήθηκε ούτε και αναπτύχθηκε προφορικά (Ολ.ΑΠ 2/2005). Απορρίπτει την αναίρεση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2041/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Λεοντή και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γερασιμούλα Σιμωνετάτου, περί αναιρέσεως της 445/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Αυγούστου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1385/2008.

Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος) που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Καλαμάτας που, σε δεύτερο βαθμό δίκασε και την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, αναιρετικά κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν, κατά την επικρατήσασα στο Δικαστήριο άποψη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " ότι η κατηγορούμενη την 6-10-2000, στη ..... και στο ισόγειο διαμέρισμά της, επί της οδού ..... αρ. ..., κατοικίας της, διατηρούσε και λειτουργούσε εργαστήριο γομώσεως κυνηγετικών φυσιγγίων για εμπορία, χωρίς την προβλεπόμενη από το Υπουργείο Δημόσιας Τάξεως, όπως και η ίδια η κατηγορούμενη ομολόγησε σήμερα στην ενώπιον του Δικαστηρίου απολογία της (βλ. απολογία της). Η προσκομισθείσα από την κατηγορούμενη και αναγνωσθείσα άδεια λειτουργίας και εγκατάστασης εργοστασίου "γομωτήριο φυσιγγίων" της Νομαρχίας Μεσσηνίας (τμήμα Βιομηχανίας) με αριθμό πρωτοκόλλου ....., στο όνομα του συζύγου της κατηγορούμενης, δεν είναι η προβλεπόμενη από το νόμο άδεια λειτουργίας." Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο την αναιρεσείουσα για την πράξη, που προβλέπεται από το άρθρο 5 παρ.3 και 5,7 στοιχ.β του ν. 2168/1993, και της επέβαλε ποινή φυλάκισης 3 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές της αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω αδικήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, (άρθρα 1, 12, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, του ΠΚ, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση του, αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκεκριμένα αιτιολογείται η παραδοχή, ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε την κατά νόμο απαιτούμενη άδεια λειτουργίας εργαστηρίου γομώσεως κυνηγετικών φυσιγγίων, με σκοπό την περαιτέρω διάθεση αυτών σε τρίτους, όπως επίσης αιτιολογείται η παραδοχή, ότι η από του έτους 1987, υφιστάμενη σχετική άδεια λειτουργίας αντίστοιχου εργαστηρίου, στο όνομα του αποβιώσαντος συζύγου της, δεν κάλυπτε σε καμία περίπτωση την έλλειψη της άδειας αυτής, η οποία έπρεπε να υφίσταται στο όνομά της και, ότι την κρίση αυτή στήριξε η γνώμη της πλειοψηφίας, από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία. Μετά από αυτά οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 παρ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, περί ελλείψεως της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με τον πρώτο λόγο, πλήττεται, με την επίκληση κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί την εκτίμηση των ως άνω αποδείξεων, αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση ορθώς δεν διέλαβε ειδική αιτιολογία ως προς τον αυτοτελή ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης(άρθρο 30 του ΠΚ), δεδομένου, ότι για το παραδεκτό της προβολής του, δεν αρκεί μόνο η καταχώρισή του στα πρακτικά, αλλά και η προφορική ανάπτυξή του (Ολ.ΑΠ 2/2005). Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υποβλήθηκε αντίστοιχος αυτοτελής ισχυρισμός, συγκεκριμένα ούτε καταχωρίστηκε, αλλά ούτε και αναπτύχθηκε προφορικά και ναι μεν από τα ίδια πρακτικά προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα κατηγορούμενη, απολογούμενη στο ακροατήριο, ισχυρίσθηκε ότι... "δεν ήξερα ότι χρειαζόταν ειδική άδεια από το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης". Ο ισχυρισμός αυτός ήταν αόριστος όπως προβλήθηκε και για το λόγο αυτό το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να δικαιολογήσει την απορριπτική του κρίση, πέρα από το γεγονός ότι η πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου, κρίνονταν ανέλεγκτη επί της ουσίας της κατηγορίας δέχθηκε την ύπαρξη δόλου στο πρόσωπο της κατηγορούμενης, κρίνοντας παράλληλα ότι η άδεια λειτουργίας που προσκομίστηκε από την κατηγορούμενη και είχε εκδοθεί από τη Νομαρχία Μεσσηνίας δεν αρκούσε για να προβαίνει η κατηγορούμενη στη γόμωση φυσιγγίων. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα, άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6 Αυγούστου 2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμό 445/ 17-7-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Καλαμάτας και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ