Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2305 / 2007    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ναρκωτικά, Πλαστογραφία πιστοποιητικού και χρήση.




Περίληψη:
Παράβαση νόμου περί ναρκωτι-κών (αγορά, κατοχή, διάθεση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια - άρθρα 20 και 23 ΚΝΝ). Παράνομη οπλοκατοχή. Παράβαση άρθρου 217 ΠΚ (νόθευση ταυτότητας και διαβατηρίου). Δύο αναιρέσεις του ιδίου κατά της αυτής απόφασης. Παραδεκτή η εμπρόθεσμη δεύτερη, που θεωρείται ότι συμπληρώνει την πρώτη, εφόσον αυτή δεν έχει κριθεί. Συνερευνούνται λόγω συνάφειας. Συνεκδίκαση τριών αιτήσεων. Απόρριψη ως ανυποστήρικτης της μιας εξ αυτών. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη εννόμου συμφέροντος. Η μη ανάγνωση ή ανάπτυξη της εφέσεως από τον εισαγγελέα, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 502 παρ. 1 ΚΠΔ, δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολο-γίας και πλαγίου παράβασης. Αιτιολογία συγκατοχής. Δόλος. Αναιρείται η καταδικαστική για αγορά και διάθεση ναρκωτικών (ελλιπής και ασαφής αιτιολογία). Αναιρείται ως προς τη συνδρομή επιβαρυντικών περιστάσεων κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Αναιρείται ως προς την ποινή για πράξη της κατοχής. Απορρίπτεται κατά τα λοιπά. Όχι επεκτα-τικό αποτέλεσμα - άρθρο 469 ΚΠΔ




Αριθμός 2305/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1 και ήδη κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου, 2) Χ2 και ήδη κρατούμενου στο Ε.Κ.Κ.Ν. Αυλώνα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βουλγαράκη και 3) Χ3 και ήδη κρατούμενου στη Κλειστή Φυλακή Πατρών, που δεν παρέστη, για αναίρεση της με αριθμό 165/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 27 Μαρτίου 2006, τρείς (3) τον αριθμό, αιτήσεις τους περί αναιρέσεως, καθώς και στο από 16.1.2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 682/2006.

Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των παραστάντων αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως, καθώς και να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 27 Μαρτίου 2006 αίτηση αναίρεσης του Χ3

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 514 εδ. γ ΚΠΔ, δεύτερη αίτηση αναίρεσης κατά της ίδιας αποφάσεως δεν επιτρέπεται. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, προϋπόθεση για την απαγόρευση ασκήσεως δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως είναι να έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Αν τέτοια κρίση δεν έχει προηγηθεί, παραδεκτά ασκείται μέσα στη νόμιμη προθεσμία δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι συμπληρωματική της πρώτης και συνεξετάζεται με αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων Χ2 άσκησε εμπροθέσμως στις 29/3/2006, την με αριθ. πρωτ. 3526/2006 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως, κατά το άρθρο 473 παρ.2 ΚΠΔ (μαζί με τον συγκατηγορούμενο του Χ3 κατά της 165/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και ακολούθως στις 5/4/2006, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Νικολάου Παπακωσταντίνου, άσκησε την με αριθμό πρωτ. 3835/2006 αίτηση αναιρέσεως(επίσης κατά το άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ), στρεφόμενη κατά της ιδίας πιο πάνω σε βάρος του εκδοθείσας καταδικαστικής αποφάσεως.
Συνεπώς, εφόσον δεν έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως , η δεύτερη αίτηση επιτρεπτώς ασκείται εντός της νόμιμης εικοσαήμερης προθεσμίας του άρθρου 473 παρ.2 ΚΠΔ, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο τηρούμενο από το Εφετείο Αθηνών ειδικό προς τούτο βιβλίο στις 17/3/2006, πρέπει δε οι αιτήσεις αυτές να συνεκδικασθούν, διότι έχουν πρόδηλη μεταξύ τους συνάφεια. Περαιτέρω, μαζί με τις κρινόμενες πιο πάνω δύο δηλώσεις αναιρέσεως, πρέπει να συνεκδικασθεί, ως συναφής, και η από 27-3-2006 (με αριθ. πρωτ. 3533/29-3 2006) αίτηση (δήλωση) του Χ1 και οι από 16-1-2007 πρόσθετοι λόγοι του τελευταίου, κατά της αυτής 165/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών , με την οποία απορρίφθηκαν οι εφέσεις αυτών κατά της 90/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 . Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία ....... αποδεικτικό επιδόσεως της αρμόδιας υπαλλήλου της Κ. Φυλακής Πατρών ......, ο αναιρεσείων Χ3 κρατούμενος των Φυλακών Πατρών, κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί δια του συνηγόρου του στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ.1 ).

ΙΙΙ. Ο αναιρεσείων Χ2 με τον πρώτο λόγο της συνεκδικαζόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλει την αιτίαση ότι, ενώ, μετά την απαγγελία του κατηγορητηρίου, ο συνήγορός του Αθανάσιος Αναγνωστόπουλος, λόγω κωλύματός του, αντικαταστάθηκε από τον Δικηγόρο Αθηνών Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, ο εν λόγω αντικατασταθείς συνήγορός του φέρεται ότι υπέβαλε ένσταση αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου και εκ τούτου παραβιάστηκε η διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 περ.δ' ΚΠΔ σχετικά με την εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων Χ2 όπως και ο συγκατηγορούμενός του Χ3 διόρισαν στο δικαστήριο, ως συνήγορο υπερασπίσεως, τον δικηγόρο Αθηνών Αθανάσιο Αναγνωστόπουλο. Ο εν λόγω δικηγόρος, αφού δέχθηκε τον διορισμό, μετά την ανάγνωση του διατακτικού της εκκαλουμένης αποφάσεως, η οποία περιέχει την κατηγορία, πρότεινε την ένσταση αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου, η οποία όμως δεν αφορούσε τον αναιρεσείοντα Χ2 αλλά τον 2ο κατηγορούμενο (Χ3 )υποστηρίζοντας ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος, κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, ήταν ανήλικος. Το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να αποφανθεί, απέρριψε δε την ένσταση αυτή πριν από την έκδοση της περί ενοχής αποφάσεως και αφού προηγουμένως ο συνήγορος του 2ου κατηγορουμένου είχε ζητήσει να γίνει δεκτή η πιο πάνω ένσταση. Ακολούθως, στη σελίδα 23 των πρακτικών (μετά την έκδοση της περί ενοχής αποφάσεως) καταχωρήθηκε περικοπή , στην οποία αναφέρεται ότι "γίνεται μνεία ότι, από το σημείο της απαγγελίας του κατηγορητηρίου και μετά, ο συνήγορος του 2ου και 3ου κατηγορουμένου (δηλαδή του αναιρεσείοντος), Αθανάσιος Αναγνωστόπουλος, λόγω κωλύματός του, αντικαταστάθηκε από τον δικηγόρο Αθηνών Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα παραπάνω, η ένσταση αναρμοδιότητας φέρεται ότι προτάθηκε μεν από τον δικηγόρο Αθανάσιο Αναγνωστόπουλο μετά την αντικατάστασή του, από τον δικηγόρο Αθηνών Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, πλην όμως τούτο ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επέφερε, αφού, κατά την προβολή της πιο πάνω ενστάσεως, όχι μόνο δεν προτάθηκε αντίρρηση από τον κατηγορούμενο που τον αφορούσε (αφού, η τυχόν παραδοχή της, μόνο ευνοϊκό για αυτόν θα είχε αποτέλεσμα), αλλά στη συνέχεια ο συνήγορος αυτού (δηλαδή ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, που αντικατέστησε τον προηγούμενο) επανέφερε την ένσταση αναρμοδιότητας και ζήτησε να γίνει αυτή δεκτή. Ενόψει αυτών, και λαμβανομένου κυρίως υπόψη ότι η πιο πάνω ένσταση δεν αφορούσε τον αναιρεσείοντα , ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, προεχόντως ελλείψει εννόμου συμφέροντος.

ΙV. Από τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ.1 και 364 του ΚΠΔ, προκύπτει, ότι, αν ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεικτικά στοιχεία για την ύπαρξη της κατηγορίας, έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν, στο ακροατήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α λόγο αναιρέσεως. Δεν είναι όμως αναγκαίο να αναγνωσθεί στο ακροατήριο η έκθεση εφέσεως, γιατί αυτή δεν είναι έγγραφο της αποδεικτικής διαδικασίας, και λαμβάνεται από το δικαστήριο υπόψη αυτεπαγγέλτως. 'Αλλωστε, η μη ανάγνωση ή ανάπτυξη αυτής από τον εισαγγελέα, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 502 παρ.1 ΚΠΔ, δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171 ΚΠΔ , αφού η παράβαση αυτής δεν περιλαμβάνεται στις περιπτώσεις ακυρότητας που αναφέρονται στην παραπάνω διάταξη, εκτός αν η ανάγνωση της έφεσης, ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα (μόνο η ανάγνωση όχι και η ανάπτυξη) και το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί για το αίτημά τους. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Χ1, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει την αιτίαση, ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση "ο Εισαγγελεύς ανέπτυξε την έφεση" και ότι, λαμβανομένου υπόψη ότι κατά της πρωτοδίκου 90/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ασκήθηκαν και από τους τρεις καταδικασθέντες κατηγορουμένους εφέσεις, παρέπεται ότι Εισαγγελεύς ανέπτυξε μία μόνο έφεση, χωρίς να προσδιορίζεται το όνομα του εγκαλούντος και ότι, κατ' αυτόν τον τρόπο, επήλθε απόλυτη ακυρότητα στη διαδικασία στο ακροατήριο.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ πρόσθετος αυτός λόγος αναιρέσεως, περί απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, (χωρίς μάλιστα να αναφέρεται ειδικώς ή να προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά ότι ζητήθηκε η ανάγνωση της εφέσεως και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί) , πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος. Συνακόλουθα ,απορριπτέος, ως απαράδεκτος, είναι και ο δεύτερος, από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Η του ΚΠΔ, πρόσθετος λόγος του αυτού αναιρεσείοντος, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας, καθ' υπέρβαση της εξουσίας του, προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως και εξέδωσε την απόφασή του, χωρίς προηγουμένως ο εισαγγελέας να έχει αναπτύξει την έφεση.
V. Κατά το άρθρο 5 παρ.1 εδ. β' και ζ' του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν.2161/1993 ( άρθρο 20 παρ.1 περ. β' και ζ' του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά -ΚΝΝ- Ν. 3459/2006), με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2.900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων, πωλεί, αγοράζει, διακινεί και κατέχει ναρκωτικά. . Ως πώληση και αγορά ναρκωτικών θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή , που γίνεται με την προς αυτόν παράδοσή τους αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη , ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά, ενώ, ως διακίνηση νοείται η με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, εκτός εκείνων που ρητώς μνημονεύονται στον νόμο (πώληση, παρακαταθήκη), διακίνηση της ναρκωτικής ουσίας από τον κάτοχό της σε άλλον. Κατά το άρθρο 8 του ίδιου νόμου (άρθρο 23 ΚΝΝ), ο δράστης των παραπάνω τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή από 1.000.0000 δρχ μέχρι 200.000.000 δρχ. (ήδη 29.412 μέχρι 588.235 ευρώ, αντίστοιχα), αν, εκτός των άλλων, ενεργεί κατ' επάγγελμα ή συνήθεια ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Η έννοια των περιστάσεων αυτών ορίζεται, αντίστοιχα , στις διατάξεις του άρθρου 13 εδ. στ' και ζ', κατά τις οποίες κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από τη επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη .Ιδιαίτερα επικίνδυνος χαρακτηρίζεται ο δράστης, όταν, από την βαρύτητα της πράξης , τον τρόπο και τις συνθήκες τέλεσής της, τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητά του, μαρτυρεί την αντικοινωνικότητα αυτού και σταθερή ροπή του σε διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1α, δ, 2β, 7 παρ.1 και 8α του Ν. 2168/1993, προκύπτει ότι η κατοχή όπλων και λοιπών αντικειμένων που διαλαμβάνονται στο άρθρο 1 του νόμου αυτού, (μεταξύ των οποίων οπλομηχανήματα, πυρομαχικά και μαχαίρια, όπως αυτά προσδιορίζονται στις διατάξεις των παρ.1, δ και 2β' του εν λόγω άρθρου), απαγορεύεται, εκτός των περιπτώσεων που προβλέπονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού και ότι οι παραβάτες των διατάξεων αυτών τιμωρούνται με τις αναφερόμενες ποινές φυλακίσεως και χρηματικές. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε' του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 165/2006 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, και μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "...Οι κατηγορούμενοι, εκ των οποίων οι δεύτερος και τρίτος είναι Αλβανοί υπήκοοι, επιδόθηκαν στη εμπορία ναρκωτικών ουσιών, χωρίς οι ίδιοι να έχουν αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών. Έτσι, μετά από σχετικές πληροφορίες, οι οποίες δόθηκαν, από ανώνυμους πληροφοριοδόττες, στην Αστυνομία, διάφοροι αστυνομικοί, μεταξύ των οποίων και ο μάρτυρας κατηγορίας Μ1 εντόπισαν τους δύο αλλοδαπούς κατηγορουμένους, οι οποίοι, μαζί με τον πρώτο κατηγορούμενο, Έλληνα υπήκοο, ιδιωτικό ντέτεκτιβ στο επάγγελμα, διέμεναν στον έκτο όροφο της επί της οδού ....... κειμένης πολυκατοικίας, σε διαμέρισμα 165 τ.μ., το οποίο είχε μισθωμένο ο πρώτος κατηγορούμενος αντί του ποσού των 260.000 δραχμών μηνιαίως και μετά ολιγοήμερη παρακολούθηση, πριν από τις 31.12.2002 διαπίστωσαν ότι ο δεύτερος κυρίως κατηγορούμενος ερχόταν σε επαφή με άτομα τοξικομανή, καθώς και μικροεμπόρους ναρκωτικών, λαμβάνοντας πάντοτε μεγάλα μέτρα προφύλαξης, ώστε οι αστυνομικοί να μην μπορούν να τον προσεγγίσουν κατά τη διάρκεια της συναλλαγής με τρίτα πρόσωπα. Πλην, όμως, στις 31.12.2002 και περί ώρα 00.30' περίπου, όταν ο δεύτερος κατηγορούμενος, συνοδευόμενος από τον γνωστό του ........, εξήλθε από την αναφερθείσα πολυκατοικία, τον πλησίασαν οι αστυνομικοί και τον ακινητοποίησαν και μόλις του δήλωσαν την ιδιότητά τους, αυτός άρχισε να φωνάζει πολύ δυνατά, στην μητρική του Αλβανική γλώσσα, προφανώς για να ειδοποιήσει τον αδελφό του, τρίτο κατηγορούμενο, ότι έχουν επέμβει οι αστυνομικοί και φυσικά θα επακολουθούσε και ο σχετικός έλεγχος. Σε σωματικό έλεγχο που έκαναν οι αστυνομικοί στον κατηγορούμενο αυτόν, βρέθηκαν επάνω του, ένα ναϋλον σακουλάκι, το οποίο περιείχε κοκαΐνη βάρους 12 γραμμαρίων, ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ, καθώς και το χρηματικό ποσό των 30 ευρώ. Στη συνέχεια, με τα κλειδιά που βρέθηκαν στην κατοχή του ως άνω κατηγορουμένου, εισήλθαν στο διαμέρισμα του έκτου ορόφου της προαναφερθείσας πολυκατοικίας. Εκεί, προχωρώντας δεξιά από την κεντρική είσοδο, σε υφιστάμενο διάδρομο, ο οποίος οδηγούσε σε τρία υπνοδωμάτια, στο μεσαίο από αυτά και συγκεκριμένα στο κομοδίνο του μεσαίου υπνοδωματίου, βρήκαν τρείς ανισοβαρείς συσκευασίες, οι οποίες περιείχαν κοκαΐνη σε μορφή βράχου, βάρους 114 γραμμαρίων, καθώς και μια ζυγαριά ακριβείας, ηλεκτρονική, μάρκας ΤΑΝΙΤΑ, στη δε ντουλάπα του ίδιου δωματίου βρήκαν χρηματικό ποσό της τάξης των 3.500 ευρώ και επίσης ένα οπλοπολυβόλο ΜΙΙ, με μία γεμιστήρα. Στο τρίτο στη σειρά υπνοδωμάτιο βρέθηκαν, στο μεν κομοδίνο, μία συσκευασία, η οποία περιείχε ακατέργαστη κάνναβη, βάρους 10 γραμμαρίων, καθώς και τρείς φορητούς ασυρμάτους, ενώ, σε ειδική κρύπτη στη βάση της ντουλάπας αυτού του δωματίου, βρέθηκαν αρκετά όπλα και πυρομαχικά και συγκεκριμένα: ένα πολυβόλο με γεμιστήρα χωρίς στοιχεία τύπου και αριθμού σειράς, λειτουργικό, ένα πιστόλι Μ 1911 ΑΙ US ARMY 45 CAL με Νο ...... με μία γεμιστήρα κενή φυσιγγίων και μια γεμιστήρα πλήρη με 7 φυσίγγια των 7,62 ΜΜ, ένα ωοειδές εξάρτημα ΡΑΤ US με νούμερο ......., που περιείχε εξαρτήματα καθαρισμού όπλων, ένα μαχαίρι εκστρατείας JUNGLE KING Ι μάσκας AITOR, με αριθμό ....... και μια πλευρά οδοντωτή, συνολικού μήκους 34 εκατ. και μήκος λεπίδας 21 εκ. εντός της θήκης του, 29 φυσίγγια των 45 CAL και 7 φυσίγγια πολεμικού όπλου άνευ διαμετρήματος. Επί πλέον βρέθηκε το υπ' αριθ. ....... ελληνικό διαβατήριο της Νομαρχίας Αθηνών και το υπ' αριθμ........ δελτίο ταυτότητος με τα σχετικά Φ1, με φωτογραφίες (στις αντίστοιχες θέσεις) του τρίτου κατηγορουμένου Χ2 τα οποία, όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια, ήταν πλαστά. Δηλαδή, προκειμένου να διευκολυνθεί στις κινήσεις του εντός του Ελλαδικού χώρου και φυσικά στους σχετικούς ελέγχους των αρμοδίων αστυνομικών αρχών, να παραπλανηθούν αυτές, σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, τοποθέτησε στα έγγραφα αυτά τη φωτογραφία του, προκειμένου να εμφανίζεται ως Φ1 και να αποκρύπτεται η πραγματική του ταυτότητα. Εξάλλου, στο πρώτο δωμάτιο του αναφερόμενου διαμερίσματος, βρέθηκαν τρία βιβλιάρια καταθέσεως της Ε.Τ.Ε. στο όνομα του πρώτου κατηγορουμένου Χ1 και με χρηματικά ποσά καταθέσεων, στις 27.11.2002, 1.336,71 λιρών Αγγλίας, 3.280 ελβετικών φράγκων και 13.790,77 δολλαρίων U.S.A. Αργότερα, περίπου στις 02.15' πρωϊνή της 31.12.2002, εμφανίστηκε έξω από την πολυκατοικία ο πρώτος κατηγορούμενος και στο σχετικό έλεγχο που επακολούθησε, βρέθηκε να είναι κάτοχος δύο κινητών τηλεφώνων και έφερε μαζί του 700 δολλάρια U.S.A., 35 λίρες Κύπρου και 50 ευρώ. Οι κατηγορούμενοι, απολογούμενοι, αρνήθηκαν την τέλεση των πράξεων, εκτός από την τέλεση της νόθευσης εγγράφων, για την οποία επί πλέον κατηγορείται ο τρίτος κατηγορούμενος, ισχυριζόμενοι, οι μεν πρώτος και τρίτος, πλήρη άγνοια των κινήσεων του δεύτερου κατηγορουμένου, αδελφού του τρίτου, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος, ότι τα ναρκωτικά και τα όπλα του τα είχε δώσει ένας γνωστός του Αλβανός να τα φυλάξει, γιατί θα πήγαινε στην Αλβανία για διακοπές, χωρίς όμως να λέει την ποσότητα των ναρκωτικών που του δόθηκε και φυσικά χωρίς να εξηγεί για ποιό λόγο, ενώ ήταν ναρκωτικά και όπλα, τα κράτησε στην κατοχή του. Οι αρνήσεις αυτές δεν βρίσκουν στήριγμα σε αξιόπιστα αποδεικτικά μέσα και κρίνονται συνακόλουθα αβάσιμες. Ειδικότερα, όσον αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο, σημειώνεται ότι, τόσο κατά το στάδιο της προανάκρισης και ανάκρισης, όσο και κατά την πρωτόδικη δίκη, ισχυρίστηκε ότι τους κατηγορουμένους τους φιλοξενούσε από τριμήνου, πριν δηλαδή από τη σύλληψη, στο μισθωμένο διαμέρισμα της ....... στη συνέχεια, απολογούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ισχυρίστηκε ότι φιλοξένησε, ειδικά τον δεύτερο κατηγορούμενο, κατά το χρονικό διάστημα από 5.12 έως 30.12.2002 και αυτό καταδεικνύει την προσπάθειά του να συγκεκριμενοποιήσει και περιορίσει τη δράση του δεύτερου κατηγορουμένου στο ως άνω χρονικό διάστημα, όταν και έφθασαν οι πρώτες πληροφορίες στην Αστυνομία για την έκνομη δράση του δεύτερου κατηγορουμένου, αλλά και να αποσείσει τις δικές του ευθύνες, με τον ισχυρισμό ότι για ένα μεγάλο διάστημα και ιδίως αυτό των Χριστουγέννων, αυτός έλειπε στην ...... και έτσι αγνοούσε την οποιαδήποτε παράνομη συμπεριφορά του ως άνω κατηγορουμένου. Πέρα από αυτά, από τα αναγνωσθέντα στο Δικαστήριο έγγραφα απεδείχθη ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε δακτυλοσκοπηθεί ως δράστης πολλών εγκλημάτων και δη κλοπών, παράβ. του Ν.2910/2001 κ.λ.π. και ως εκ τούτου, λόγω της ιδιότητάς του ως ιδιωτικός ντέτεκτιβ, θα μπορούσε ευχερώς να διαπιστώσει το ποιόν του και να αρνηθεί τη φερόμενη φιλοξενία του στην ως άνω οικία του. Πέρα από αυτά, ο τρίτος κατηγορούμενος είναι αδελφός του δεύτερου και αποκλείεται να μην ήξερε αυτή τη δραστηριότητα του δεύτερου και ως εκ τούτου θα είχε πλήρως ενημερώσει τον πρώτο κατηγορούμενο, για όλα όσα προαναφέρθηκαν και αφορούν τον δεύτερο κατηγορούμενο. Ο τρίτος κατηγορούμενος, το σημείο αυτό το αντιλαμβάνεται πλήρως, γι'αυτό σε όλα τα στάδια διατείνεται ότι τον αδελφό του δεν τον ήξερε καλά και δεν ήξερε ότι είχε σχέση με ναρκωτικά, άσχετα αν ο ισχυρισμός του αυτός δεν κρίνεται, ενόψει των ανωτέρω, πιστευτός. Άλλωστε και μόνο το γεγονός ότι, όταν συνελήφθη ο δεύτερος κατηγορούμενος και αυτός άρχισε να φωνάζει πολύ δυνατά στην Αλβανική γλώσσα, προφανώς για να τον ακούσει ο αδελφός του, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι, όταν τα αστυνομικά όργανα εισήλθαν στο μισθωμένο διαμέρισμα, ο τρίτος κατηγορούμενος, όπως κατέθεσε ο αστυνομικός Μ1 έκανε πως δεν γνώριζε τον δεύτερο κατηγορούμενο, αρκεί για να ενισχύσει πλήρως την άποψη που προαναφέρθηκε. Είναι λοιπόν πέρα από κάθε αμφιβολία βέβαιον ότι οι κατηγορούμενοι, από κοινού ενεργούντες και με κοινό δόλο, τέλεσαν τις πράξεις που τους αποδίδονται και δη της αγοράς, κατοχής και διάθεσης ναρκωτικών ουσιών από κοινού κατ' εξακολούθηση, της παράνομης οπλοκατοχής από κοινού και της πλαστογραφίας πιστοποιητικών επιπρόσθετα ο τρίτος, όπως ειδικότερα αυτές διαλαμβάνονται στο διατακτικό. Περαιτέρω, πλήρως αποδείχθηκε ότι, την αναφερόμενη κακουργηματική πράξη της παράβασης του νόμου περί ναρκωτικών (των επί μέρους πράξεων, ενόψει του ότι αφορούν τις ίδιες ποσότητες θεωρουμένων ως μιας κατ' άρθρ. 5 παρ. 1 περ. β' και ζ' σε συνδ. με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου), οι κατηγορούμενοι τέλεσαν κατ' επάγγελμα, εφόσον από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων της αγοράς και διάθεσης κοκαΐνης και ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, καθώς και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει (κατοχή ικανών ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, χρήση πολλών κινητών τηλεφώνων και ασυρμάτων, κατοχή μεγάλου αριθμού όπλων και πυρομαχικών, χρήση ηλεκτρονικής ζυγαριάς ακριβείας για την μέτρηση των πωλουμένων ποσοτήτων) με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης παρομοίων πράξεων εμπορίας ναρκωτικών, προκύπτει σκοπός αυτών για πορισμό εισοδήματος, καθώς και σταθερή ροπή αυτών προς τη διάπραξη τέτοιων εγκλημάτων, ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Επιπρόσθετα, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, το Δικαστήριο άγεται εις την κρίση ότι, τις προαναφερόμενες πράξεις αγοράς, κατοχής και διάθεσης ναρκωτικών ουσιών, οι κατηγορούμενοι τέλεσαν κάτω από περιστάσεις οι οποίες μαρτυρούν ότι αυτοί είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι, εφόσον από την βαρύτητά τους, τον τρόπο και τις συνθήκες τέλεσής τους, τα αίτια που τους ώθησαν στην τέλεσή τους και την προσωπικότητά τους, παρέχουν βάσιμη πιθανότητα ότι θα διαπράξουν και νέα εγκλήματα παρόμοια και στο μέλλον". Με τις σκέψεις αυτές, οι κατηγορούμενοι- αναιρεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι, με τα ελαφρυντικά , ο μεν Χ1 της καλής συμπεριφοράς για μεγάλο διάστημα μετά τις πράξεις του ( 84 παρ. 2 περ. ε'), ο δε Χ2 του άρθρου 133 ΠΚ, για από κοινού (και με τον συγκατηγορούμενό τους Χ3)αγορά, διάθεση, κατ εξακολούθηση και κατοχή απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών, κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια και ως ιδιαίτερα επικίνδυνοι, για παράνομη κατοχή όπλων και πυρομαχικών καθώς και για πλαστογραφία πιστοποιητικών, ο αναιρεσείων Χ2 Για τις πράξεις τους δε αυτές, οι οποίες, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνιστούν παράβαση των άρθρων 13 περ.στ', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45, 94 παρ.1, 98, 217 παρ.1 ΠΚ, άρθ., 5 παρ.1 περ. β και .ζ , και παρ.2 του ίδιου άρθρου του ν. ν. 729/87 , όπως το άρθ. 5 αντικαταστάθηκε με το άρθ.10 ν.2161/93 και το άρθρο 8 με το άρθρο 2 του ν. 2479/97 ( ήδη άρθρα 20 και 23 του ΚΝΝ) και άρθ.1 παρ.1α, δ,2β , 7 παρ.1 και 8α του ν. 2168/93, οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν σε συνολική ποινή κάθειρξης δέκα τεσσάρων ετών ο καθένας . Με τις παραδοχές του αυτές το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , ως προς την καταδικαστική κρίση του για τις πράξεις της κατοχής απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών και της παράνομης κατοχής όπλων και πυρομαχικών (και της πλαστογραφίας πιστοποιητικών, ως προς τον αναιρεσείοντα Χ2 ως προς την οποία όμως ο αναιρεσείων δεν προβάλλει οποιαδήποτε αιτίαση με λόγο αναιρέσεως), αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των αξιόποινων αυτών πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην πιο πάνω καταδικαστική κρίση του για τα προαναφερόμενα αδικήματα, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα κατ' είδος μνημονευόμενα στο πιο πάνω σκεπτικό αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και οι απολογίες όλων των κατηγορουμένων, αφού η φράση ότι έλαβε υπόψη του "την απολογία του κατηγορουμένου", έχει την προφανή έννοια ότι έλαβε υπόψη του την απολογία του κάθε κατηγορουμένου, όπως αυτό, άλλωστε, προκύπτει και από το γεγονός ότι στο σκεπτικό της αποφάσεως μνημονεύονται και αντικρούονται οι διατυπωθέντες στις απολογίες υπερασπιστικοί ισχυρισμοί καθενός εξ αυτών.
Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος Χ1 είναι αβάσιμες. Επίσης, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η κατοχή (συγκατοχή) των κατηγορουμένων επί της πιο πάνω ποσότητας ναρκωτικών ουσιών αναφέρεται με την κατά το νόμο έννοια αυτής, δηλαδή της φυσικής εξουσίασης των ποσοτήτων αυτών των ναρκωτικών , ώστε να μπορούν κάθε στιγμή να διαπιστώσουν την ύπαρξή τους και κατά τη δική τους βούληση να τα διαθέτουν, δεν ήταν δε ανάγκη, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρονται στην απόφαση αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η σχετική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ως προς τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως του άρθρου 8 του Ν. 1729/87 θα γίνει λόγος στη συνέχεια). Επίσης δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη σκέψη ως προς την ύπαρξη του κοινού δόλου, δεδομένου ότι αυτός εμπεριέχεται στην έννοια της συναυτουργίας, ενυπάρχει δε περαιτέρω στη θέληση των συναυτουργών να πραγματώσουν την αντικειμενική υπόσταση του συγκεκριμένου εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκαν, και επομένως, εξυπακούεται ότι προκύπτει από αυτό. Με την έννοια δε αυτή, υπήρχε συγκατοχή των κατηγορουμένων αναιρεσειόντων, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, και επί της συνολικής ποσότητας των 126 γραμμαρίων κοκαΐνης, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η ποσότητα 114 γραμμαρίων βρέθηκε στο δωμάτιο του δευτέρου κατηγορουμένου Χ3 και η υπόλοιπη των 12 γραμμαρίων βρέθηκε επάνω στον ίδιο κατηγορούμενο. Τα ίδια ισχύουν και για την πράξη της κατοχής των όπλων και πυρομαχικών, για τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας, με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δέχθηκε ότι και επί αυτών υπήρχε συγκατοχή όλων κατηγορουμένων. Συνακόλουθα, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, σε σχέση με τα εν λόγω αδικήματα, που προβάλλονται με τις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, σε σχέση με την καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για τις πράξεις αυτές (συγκατοχής των ναρκωτικών ουσιών και συγκατοχής των όπλων και πυρομαχικών) απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Η αιτιολογία όμως της απόφασης, ως προς την καταδικαστική αυτής κρίση για τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένουςΧ1 και Χ2 ως προς τις πράξεις της αγοράς και διάθεσης ναρκωτικών ουσιών, κατ' εξακολούθηση, αλλά και ως προς την συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των πράξεων αυτών, και ως δραστών ιδιαίτερα επικινδύνων, δεν είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ. Ειδικότερα, ενώ το Δικαστήριο δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι, κατ' εξακολούθηση, κατά το διάστημα από 20 έως στις 31-12-2002, αγόρασαν από άγνωστο άτομο άγνωστες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών (κοκαΐνης και ινδικής κάνναβης) και τουλάχιστον τις ποσότητες που βρέθηκαν στην κατοχή τους και ότι διέθεσαν κατά το διάστημα αυτό, επίσης κατ' εξακολούθηση , σε άγνωστα άτομα άγνωστες ποσότητες των πιο πάνω ναρκωτικών ουσιών, το μοναδικό περιστατικό που εκτίθεται για τη θεμελίωση του παραδοχής του αυτής είναι το ότι οι αστυνομικοί, που παρακολουθούσαν την πολυκατοικία που διέμεναν οι κατηγορούμενοι, διαπίστωσαν "μετά από ολιγοήμερη παρακολούθηση ότι ο δεύτερος κυρίως κατηγορούμενος (δηλαδή ο Χ3 ερχόταν σε επαφή με άτομα τοξικομανή, καθώς και με μικροεμπόρους ναρκωτικών, λαμβάνοντας πάντοτε μεγάλα μέτρα προφύλαξης , ώστε οι αστυνομικοί να μη μπορούν να τον προσεγγίσουν κατά την διάρκεια της συναλλαγής του με τρίτα πρόσωπα...". Από την παραδοχή όμως αυτή, δεν καθίσταται σαφές, αν, πλην του δευτέρου κατηγορουμένου και οι λοιποί (δηλαδή οι αναιρεσείοντες), προέβαιναν στις πιο πάνω συναλλαγές (αγοράς και διάθεσης ναρκωτικών). Τούτο δε, διότι, ενώ αρχικά αναφέρεται ότι "κυρίως" ο δεύτερος κατηγορούμενος έγινε αντιληπτός να προβαίνει στις πιο πάνω ενέργειες, ακολούθως περιγράφονται οι κατά την αγορά και διάθεση των ναρκωτικών ενέργειες μόνο του δευτέρου, όπως αυτές έγιναν αντιληπτές κατά την παρακολούθηση αυτού και μόνον του κατηγορουμένου. Άλλα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η τέλεση των πιο πάνω πράξεων από τους αναιρεσείοντες δεν διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού, όσα εκτίθενται, κατά τα λοιπά, αφορούν τις υπόλοιπες πράξεις, για τις οποίες κρίθηκαν αυτοί ένοχοι (κατοχής ναρκωτικών και κατοχής όπλων και πυρομαχικών), καθώς και επιχειρήματα ως προς την γνώση των δύο αναιρεσειόντων για την παράνομη δραστηριότητα του δευτέρου κατηγορουμένου. Περαιτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να θεμελιώσει τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της τελέσεως κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια των πιο πάνω αδικημάτων, δέχθηκε. ότι αυτό προκύπτει, αφενός "από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων της αγοράς και διάθεσης" και, αφετέρου, από την περιγραφόμενη στο σκεπτικό υποδομή,ότι, δηλαδή, "με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης παρομοίων πράξεων εμπορίας ναρκωτικών, προκύπτει σκοπός αυτών για πορισμό εισοδήματος καθώς και σταθερή ροπή αυτών προς διάπραξη νέων εγκλημάτων, ως στοιχείο της προσωπικότητας τους". Η συνδρομή δε της επιβαρυντικής περιστάσεως της ιδιαίτερης επικινδυνότητας των παραπάνω κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων, θεμελιώνεται με την επιπλέον παραδοχή ότι αυτοί τέλεσαν τις πιο πάνω πράξεις, αγοράς κατοχής και διάθεσης ναρκωτικών ουσιών κάτω από περιστάσεις, οι οποίες μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι "εφόσον από τη βαρύτητά τους, τον τρόπο και τις συνθήκες τέλεσής τους, τα αίτια που τους ώθησαν στην τέλεσή τους και την προσωπικότητα τους, παρέχουν βάσιμη πιθανότητα ότι θα διαπράξουν και νέα εγκλήματα και στο μέλλον". Η αιτιολογία όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την τέλεση των αδικημάτων της αγοράς και διάθεσης ναρκωτικών ουσιών και μάλιστα, κατ' εξακολούθηση, καθόσον αφορά αποκλειστικά και μόνο τους πιο πάνω δύο αναιρεσείοντες, είναι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ελλιπής και ασαφής, γεγονός που καθιστά ελλιπή και την αιτιολογία αυτής ως προς τη συνδρομή των πιο πάνω επιβαρυντικών περιστάσεων και ως προς την πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών για την οποία - κατά τα λοιπά - με πλήρη και σαφή αιτιολογία κρίθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες. Τούτο δε, διότι η αιτιολογία της συνδρομής .των πιο πάνω επιβαρυντικών περιστάσεων και ως προς τρεις μορφές της (κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια, ιδιαίτερη επικινδυνότητα), στηρίζεται, κατά κύριο λόγο, στην επανειλημμένη τέλεση των αδικημάτων της αγοράς και διάθεσης των ναρκωτικών ουσιών, τα οποία και μόνο, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, διεπράχθησαν κατ' εξακολούθηση. Ενόψει αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τις πιο πάνω παραδοχές της δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη και επιπλέον στερείται νόμιμης βάσης, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 20 παρ.1 εδ. β' και 23 του ΚΝΝ. Γι' αυτό, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγοι των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει: α) να απορριφθεί, ως αβάσιμη, καθόσον αφορά την ενοχή και τις ποινές που επιβλήθηκαν στους ήδη αναιρεσείοντες για τις πράξεις τη κατοχής όπλων και πυρομαχικών και της παράβασης του άρθρου 217 ΠΚ (ως προς τον αναιρεσείοντα Χ2 β) να γίνει δεκτή, (ως προς την ενοχή και την ποινή), καθόσον αφορά τους παραπάνω δύο αναιρεσείοντες, ως προς τις πράξεις της αγοράς και διάθεσης ναρκωτικών ουσιών, κατ 'εξακολούθηση, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των πράξεων αυτών και από δράστες ιδιαίτερα επικίνδυνους και γ) να γίνει δεκτή, καθόσον αφορά την πράξη της κατοχής ναρκωτικών μόνο ως προς τις ίδιες επιβαρυντικές περιστάσεις και ως προς την ποινή που επιβλήθηκε γι' αυτή, καθώς και ως προς τη συνολική ποινή που επιβλήθηκε στον καθένα από τους πιο πάνω αναιρεσείοντες. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αναίρεση και να παραπεμφθεί κατά το αναιρούμενο μέρος της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Το ένδικο μέσο της αναιρέσεως που ασκήθηκε από τους δύο πιο πάνω αναιρεσείοντες, κατά το μέρος που αυτό έγινε δεκτό, δεν επεκτείνεται, κατ' το άρθρο 469 ΚΠΔ, και στον τρίτο συγκατηγορούμενο αυτών Χ3 καθόσον η ποινική αυτού ευθύνη δεν εξαρτάται από την ποινική ευθύνη των λοιπών.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 165/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τη διάταξη αυτής που κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες Χ1και Χ2 για τις πράξεις της αγοράς και διάθεσης ναρκωτικών ουσιών, κατ' εξακολούθηση, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των πράξεων και από δράστες ιδιαίτερα επικίνδυνους και κατά τη διάταξη αυτής για την πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών μόνο ως προς τις πιο πάνω επιβαρυντικές περιστάσεις και ως προς την ποινή που επιβλήθηκε γι' αυτή, καθώς και ως προς τη συνολική ποινή που επιβλήθηκε στον καθένα αναιρεσείοντα.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά τις α)την από 27-3-2006,με αριθ. πρωτ. 3533/29-3-2006 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως τουΧ1 μετά των από 16-1-2007 πρόσθετων λόγων αυτής αιτήσεις (δηλώσεις) αναιρέσεως, με αρ. πρωτ. 3835/5-4-2006 και 3526/29-3-2006, αντιστοίχως, του Χ2 και β) τις από 4-4-2006 και 27-3-2006 αιτήσεις των, κρατουμένων του πρώτου στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού, και του δευτέρου στο ΕΚΚΝ Αυλώνας, κατά της 165/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 27-3-2006 αίτηση - δήλωση αναιρέσεως του Χ3 (αρ. πρωτ. 3536/29-3-2006), κρατουμένου των Φυλακών Πατρών κατά της 165/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Χ3 στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ,
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2007
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2007

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ