Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 223 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 223/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Μαρκάκη, περί αναιρέσεως της 544/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16.3.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 597/2007.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 375 παρ. 1, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί αυτό παράνομα, καθ' όν χρόνο βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Κατά δε το άρθρο 375 παρ. 2 Π.Κ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 0 του από 4-6-1996 ισχύοντος νέου νόμου 2408/1996 "αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από την τελευταία αυτή διάταξη, όπως ισχύει μετά το Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι η κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης προϋποθέτει πάντοτε ότι το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επί πλέον ότι συντρέχει μία από τις ειδικά και περιοριστικά πλέον προβλεπόμενες περιπτώσεις εμπιστοσύνης, όπως είναι και εκείνη του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Κατά το άρθρο 375 παρ. 2 Π.Κ. (όπως ήδη ισχύει), που προβλέπει και τιμωρεί την κακουργηματική υπεξαίρεση, ως ηπιότερη ουσιαστική ποινική διάταξη, έχει κατά το άρθρο 2 παρ. 1 Π.Κ., αναδρομική ισχύ. Και είναι ηπιότερη, διότι απαιτείται πλέον όπως το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και ακόμη γιατί περιορίζεται ο κύκλος των προσώπων, που μπορούν να είναι ενεργητικά υποκείμενα του εγκλήματος αυτού, αφού πρέπει να φέρουν μία από τις ιδιότητες που περιοριστικά αναφέρονται σ' αυτή, ήτοι να είναι εντολοδόχος, επίτροπος ή διαχειριστής ξένης περιουσίας. Εξάλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ1 του ίδιου Κώδικα υπάρχει, στην περίπτωση της καταδικαστικής απόφασης, όταν περιέχονται σ' αυτήν τα περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής της διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού με διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 544/2006 απόφασή του που εξέδωσε, δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος ....., δικηγόρος, κατά τον πιο κάτω χρόνο ήταν σύνδικος της ενώσεως των πιστωτών της εταιρείας με την επωνυμία "SMALTEX VIOΙNOX Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Επισμαλτώσεων και Μεταλλικών Κατασκευών ΑΕ", δυνάμει της 1021/19.3.1985 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως με την 800/16.3.84 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Πριν από τον ορισμό αυτόν, ο κατηγορούμενος είχε οριστεί οριστικός σύνδικος της πτωχεύσεως με την 2164/13.6.84 απόφαση του ίδιου πιο πάνω δικαστηρίου. Ο κατηγορούμενος, μολονότι με βάση το προαναφερόμενο λειτούργημά του είχε την υποχρέωση να διαχειρίζεται την περιουσία της πτωχής εταιρείας, να φυλάττει τα μετρητά χρήματα αυτής στο ταμείο της πτώχευσης και να παρέχει τις σχετικές πληροφορίες που του ζητούνταν στον αρμόδιο Εισηγητή πτωχεύσεων, δεν τήρησε καμμία από τις εν λόγω υποχρεώσεις. Συγκεκριμένα, ενώ εισέπραξε το ποσό των δραχμών 18.000.000 τουλάχιστον από την πώληση κινητών πραγμάτων της πτωχής εταιρείας, που έλαβε χώρα το έτος 1986, δεν το απέδωσε μετά την αντικατάστασή του, ούτε το χρησιμοποίησε για την εξόφληση των πτωχευτικών χρεών. Ειδικότερα, από την προαναφερόμενη πώληση των κινητών περιήλθε στην κατοχή του το ποσό των 18.000.000 δρχ. ως κεφάλαιο, καθώς και οι τόκοι αυτού, οι οποίοι, κατά το έτος 1993 υπερέβαιναν το ποσό των 11.000.000 δρχ. Το συνολικό λοιπόν ποσό των 30.000.000 δρχ. (κεφάλαιο και τόκοι) περιήλθε στον κατηγορούμενο σύνδικο, ο οποίος, όταν αντικαταστάθηκε με την 4029/29.9.1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από τον σύνδικο της ενώσεως δικηγόρο Αθηνών Μ1 (σε αντικατάσταση του αρχικώς ορισθέντος ..... λόγω μη αποδοχής), δεν το απέδωσε στον τελευταίο (Μ1), όπως ήταν υποχρεωμένος, μολονότι οχλήθηκε απ' αυτόν, εγγράφως και προφορικώς, αρνηθείς την απόδοσή του και εκδηλώνοντας από τότε την πρόθεση παράνομης ιδιοποίησης ολόκληρου του παραπάνω ποσού. Η συμπεριφορά αυτή του κατηγορουμένου συνεχίστηκε και μετά την άσκηση αγωγής λογοδοσίας, που άσκησε εναντίον του ο νέος σύνδικος (Μ1) στις 9.4.1996, λόγω του ότι δεν έδινε καμμία εξήγηση ο κατηγορούμενος στις οχλήσεις - εκκλήσεις του νέου συνδίκου για την μη απόδοση του πιο πάνω χρηματικού ποσού. Αλλά ούτε και μετά την έκδοση της 9991/6.11.1997 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε να λογοδοτήσει στον νέο σύνδικο σχετικά με τη διαχείριση της πτωχευτικής περιουσίας από τον διορισμό του μέχρι την παύση (αντικατάστασή) του, έδωσε κάποια εξήγηση περί της τύχης των πιο πάνω χρημάτων και δη αν και πού τα είχε καταθέσει. Ο κατηγορούμενος την ίδια συμπεριφορά επέδειξε και όταν εκδόθηκε η 32951/26.11.1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) με επιμέλεια του ίδιου πιο πάνω συνδίκου Μ1 με την οποία ο ίδιος κατηγορούμενος υποχρεώθηκε να χορηγήσει στον αιτούντα σύνδικο παραστατικά έγγραφα που έχουν σχέση με τα χρήματα της πτωχής εταιρείας, καθώς και για τις δαπάνες και εισπράξεις της πτώχευσης για ολόκληρο το χρονικό διάστημα άσκησης των καθηκόντων του ως συνδίκου και δη από 13.6.1984 μέχρι 16.6.1995. Εκτός απ' αυτά όμως, ο κατηγορούμενος κλήθηκε πολλές φορές και από τον Εισηγητή της Πτωχεύσεως να δώσει εξηγήσεις για την τύχη του ανωτέρω ποσού, αλλά αδιαφόρησε παντελώς, κατακρατώντας παράνομα το εν λόγω ποσό, το οποίο δεν του ανήκε, αφού του το είχαν εμπιστευθεί λόγω της ανωτέρω ιδιότητάς του ως συνδίκου της πτωχεύσεως και το οποίο (ποσό 30.000.000 δρχ.) είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.
Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος εισέπραξε το ποσό των 30.000.000 δρχ. τουλάχιστον από την πιο πάνω αιτία (εκποίηση μηχανημάτων), το οποίο δεν απέδωσε, όπως είχε υποχρέωση, στο νέο σύνδικο της πτώχευσης Μ1 παρά τις προαναφερόμενες προσπάθειες όλων των οργάνων της πτωχεύσεως, αλλά ούτε το είχε χρησιμοποιήσει για την εξόφληση των πτωχευτικών χρεών που υπήρχαν και συγκεκριμένα του Ελληνικού Δημοσίου, που είχε αναγγελθεί στην πτώχευση. Έτσι, λοιπόν, ο κατηγορούμενος ιδιοποιήθηκε παράνομα το εν λόγω ποσό, από τον Σεπτέμβριο 1995, όπως προαναφέρεται, μολονότι ήταν διαχειριστής λόγω της προαναφερθείσας ιδιότητάς του ως συνδίκου, και όχι από το έτος 1987, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκπροσωπών τον κατηγορούμενο συνήγορός του και επομένως απορριπτέα είναι η ένσταση παραγραφής, ενόψει της κακουργηματικού χαρακτήρα υπεξαίρεσης. Όλα αυτά αποδείχθηκαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Μ1 που εξετάστηκε και στον βαθμό αυτό, καθώς και από τις καταθέσεις των Μ2, δικηγόρου του πτωχού και τον πολιτικώς ενάγοντα Μ3 που εξετάστηκαν στον πρώτο βαθμό (βλ. τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης), οι οποίοι με συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά κατέθεσαν και κάλυψαν εξαντλητικά όλο το φάσμα της υπόθεσης για την τελεσθείσα παράνομη ιδιοποίηση του ανωτέρω ποσού εκ μέρους του κατηγορουμένου. Με τις καταθέσεις αυτές συμπορεύεται και η κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης ...., ο οποίος κατά την εξέτασή του στην πρωτοβάθμια δίκη κατέθεσε, εκτός από την προσωπικότητα του κατηγορουμένου και τα προβλήματα της οικογένειάς του, ότι θα τα επιστρέψει τα χρήματα. Ο κατηγορούμενος, δια του εκπροσώπου του στην πρωτοβάθμια δίκη δικηγόρου Διονυσίου Μπουλούκου, μάλιστα, δεν αρνήθηκε την οφειλή του παραπάνω χρηματικού ποσού και δήλωσε, εκτός άλλων, ότι ήλθε η ώρα να τα επιστρέψει, δεχόμενος κατά τρόπο σαφή την τέλεση της πράξης της υπεξαίρεσης αυτής. Εξάλλου, η τέλεση αυτής αποδεικνύεται και από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά. Ειδικά από τα εν λόγω έγγραφα προκύπτει τόσο η παραπάνω συμπεριφορά του κατηγορουμένου (βλ. και τις από 23.6.1997 και 9.2.1998 εξώδικες διαμαρτυρίες του Μ3 προς τον κατηγορούμενο), όσο και το ύψος του ποσού που όφειλε να αποδώσει ο κατηγορούμενος και το οποίο παρανόμως ιδιοποιήθηκε. Ειδικά από την από 3.11.1993 αίτηση, που υπογράφει ο κατηγορούμενος, και τον παρατιθέμενο αναλυτικό με τον τίτλο "λογαριασμό πληρωμής υπολοίπου προϊόντος εκποίησης μηχανημάτων ειδικών προνομιούχων δανειστών της πτώχευσης "SMALTEX - VIOΙNOX ΑΒΕΕ" ΑΜ .....", που υπογράφει επίσης ο κατηγορούμενος με ημεροχρονολογία 3.11.1993 όπισθεν της εγγράφου αίτησής του προς τον Εισηγητή Πτωχεύσεων και που κατατέθηκαν στις 20.12.1993, προκύπτει το ύψος του εν λόγω ποσού και το οποίο ανέρχεται σε 30.253.145 δρχ. κατά τις δικές του μάλιστα εκτιμήσεις. Πρέπει να σημειωθεί ότι παρά την προαναφερόμενη δήλωση του κατηγορουμένου δια του εκπροσώπου του δικηγόρου στην πρωτοβάθμια δίκη ότι ήλθε η ώρα να επιστρέψει το υπεξαιρεθέν ποσό, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι ο κατηγορούμενος κατέβαλε (απέδωσε) μέχρι σήμερα οποιοδήποτε χρηματικό ποσό έναντι του υπεξαιρεθέντος στον σύνδικο, ούτε άλλωστε ο εκπρόσωπος του κατηγορουμένου στον βαθμό αυτόν δικηγόρος Δημήτριος Μαρκάκης επικαλέσθηκε οποιαδήποτε σχετική απόδειξη ή έγγραφο εξοφλητικό σε οποιοδήποτε δεκτικό καταβολής και για τον λόγο αυτόν δεν είναι αναγκαία η αναβολή της υπόθεσης για κρείσσονες αποδείξεις, προκειμένου να εξεταστούν οι μάρτυρες Μ3 (πολιτικώς ενάγων) και Μ2 σχετικά με την καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού από το υπεξαιρεθέν, αφού για την ουσία της υπόθεσης οι μάρτυρες αυτοί εξετάστηκαν εξαντλητικά στην πρωτοβάθμια δίκη, καλύπτοντας όλες τις πτυχές της υπόθεσης, όπως έχει προαναφερθεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, αφού απορριφθεί το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή για κρείσσονες αποδείξεις ως αβάσιμο, να κηρυχθεί αυτός ένοχος κακουργηματικής υπεξαίρεσης, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό, και να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, να απορριφθεί όμως το αίτημά του να του αναγνωρισθεί και το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2δ ΠΚ, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια για την πράξη του, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, αυτός μέχρι σήμερα κανένα ποσό από το υπεξαιρεθέν απέδωσε παρά τις επανειλημμένες υποσχέσεις και δηλώσεις του.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ένοχο τον αναιρεσείοντα υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό της με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα αναφερθέντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφήρμοσε. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογείται πλήρως ότι η ως άνω αξιόποινη πράξη δεν είχε παραγραφεί κατά τον χρόνο εκδίκασής της στο Εφετείο (3.3.2006), απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμο τον σχετικό ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού αυτό δέχθηκε ως χρόνο τέλεσης αυτής την 29η Σεπτεμβρίου του 1995, με την παραδοχή ότι το ως άνω χρονικό σημείο, το οποίο συνέπιπτε με τον χρόνο αντικατάστασης του κατηγορουμένου από τον σύνδικο της ενώσεως, ήταν ο χρόνος κατά τον οποίο ο κατηγορούμενος εκδήλωσε την πρόθεσή του να ιδιοποιηθεί το ποσό των 18.000.000 δρχ., το οποίο εισέπραξε από την πώληση κινητών πραγμάτων της πτωχής εταιρείας, καθώς και τους τόκους αυτού, ήτοι συνολικά 30.000.000 δρχ.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. α και ε του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή της παραπάνω διάταξης ως και της διάταξης του άρθρου 111 του ΠΚ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι ως χρόνος τέλεσης της ως άνω αξιόποινης πράξης ήταν ο χρόνος εκποίησης από τον κατηγορούμενο των κινητών πραγμάτων της πτωχής, ο οποίος τοποθετείτο, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, στο έτος 1986, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΙ.- Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο από το άρθρο 518 παρ. 1 στοιχ. Δ δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση της αναιτιολόγητης απόρριψης των υποβληθέντων από τον συνήγορο του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου αιτημάτων αναβολής της δίκης λόγω απουσίας του πολιτικώς ενάγοντος. Και τούτο, καθόσον για τα ως άνω αιτήματα αναβολής της δίκης, τα οποία, όπως από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά προκύπτει (σελ. 7 και 16), υπέβαλε ο συνήγορος του κατηγορουμένου τόσο πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, όσο και μετά την περάτωση αυτής, το Εφετείο διέλαβε στις σελίδες 8 και 21 της προσβαλλόμενης απόφασης τις παρακάτω αντίστοιχα, πλήρεις αιτιολογίες, για την απόρριψή τους α) Όσον αφορά το αρχικά υποβληθέν αίτημα, την αιτιολογία ότι "δεν συντρέχει περίπτωση αναβολής της δίκης λόγω απουσίας των μαρτύρων Μ2 και του πολιτικώς ενάγοντα Μ3 οι οποίοι εξετάστηκαν λεπτομερώς και εξαντλητικά στην πρωτοβάθμια δίκη και από τον εκπροσωπήσαντα τον απόντα και στην πρωτοβάθμια δίκη κατηγορούμενο συνήγορό του, ενώ υφίστανται ικανά αποδεικτικά μέσα, όπως ο μάρτυρας Μ1 και έγγραφα, προκειμένου το Δικαστήριο αυτό να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για την βασιμότητα ή μη της κατηγορίας (με βάση το διατακτικό της πρωτοβάθμιας καταδικαστικής απόφασης), λαμβάνοντας υπόψη του και της εξαντλητικής κατάθεσης του μάρτυρα Μ2 και του πολιτικώς ενάγοντα Μ3, έτσι ώστε δεν καταστρατηγείται ούτε η προφορικότητα της διαδικασίας ούτε φαλκιδεύονται τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου σχετικά με την αποσαφήνιση των ισχυρισμών του ως προς την καταβολή και την εξόφληση της οφειλής του, αφού αυτός δεν εμποδίζεται δια του εκπροσωπηθέντος συνηγόρου του να προσκομίσει στο Δικαστήριο σχετικές αποδείξεις καταβολής και εξόφλησης της οφειλής του. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί το αίτημα αναβολής και ως προς τα τρία σκέλη του ως αβάσιμο και να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης, όπως στο διατακτικό", β) 'Οσον αφορά το μεταγενέστερα υποβληθέν αίτημα, με την παραπάνω μνημονευόμενη στο περί ενοχής σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης αιτιολογία. Ο ίδιος λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 352 του ΚΠΔ "περί αναβολής της δίκης επειδή απουσιάζουν οι μάρτυρες", ως και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του για εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 331 του ΚΠΔ "περί προφορικότητας της διαδικασίας", είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού οι παραπάνω διατάξεις δεν είναι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, ώστε η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους να ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, αλλά δικονομικές, ενώ απορριπτέος επίσης ως απαράδεκτος είναι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που, υπό την επίκληση της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας με την ειδικότερη αιτίαση ότι, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, το Εφετείο απέρριψε το αίτημά του για αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 842β του ΠΚ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 61 ΠΚ, όταν ο δράστης καταδικάζεται σε φυλάκιση, με εξαίρεση της περιπτώσεως που προβλέπει ειδικά ο νόμος, επιβάλλεται και αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων για ένα έως πέντε έτη, αν: α) η ποινή που επιβλήθηκε είναι τουλάχιστον ενός έτους και β) αν η πράξη που έχει τελεσθεί φανερώνει από τα αίτια, το είδος, τον τρόπο τέλεσής της και όλες τις άλλες περιστάσεις ηθικής διαστροφής του δράστη. Η ηθική διαστροφή του δράστη εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, επιβάλλοντας την παρεπόμενη αυτή ποινή, πρέπει να αιτιολογεί ειδικά και εμπεριστατωμένα την εν λόγω ηθική μείωση, η οποία είναι ασυμβίβαστη προς την ικανότητα για εκπλήρωση ορισμένων λειτουργιών και ενάσκηση ορισμένων δικαιωμάτων (άρθρα 63 και 64 ΠΚ). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε φυλάκιση τριών ετών και του επιβλήθηκε αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για τρία (3) χρόνια, με την εξής επί λέξει αιτιολογία: "Επειδή, η πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, για την οποία επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών ετών, ενόψει του ελαφρυντικού (ΠΚ 84 παρ. 2α') που έχει τελέσει ο κατηγορούμενος, από τα αίτια, το είδος, τον τρόπο τέλεσής της και όλες τις άλλες περιστάσεις, όπως αυτές αναφέρονται ειδικά και αναλυτικά παραπάνω, φανερώνει ηθική διαστροφή του κατηγορουμένου. Πρέπει, επομένως, να του επιβληθεί η κατ' άρθρο 61 ΠΚ αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για τρία (3) χρόνια. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 1 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού τα εκτιθέμενα στο περί ενοχής σκεπτικό αυτής, στο οποίο γίνεται ρητή αναφορά, δικαιολογούν επαρκώς την κρίση του ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου οι προϋποθέσεις για την επιβολή της παραπάνω από το άρθρο 61 του ΠΚ προβλεπόμενης παρεπομένης ποινής, ενόψει του ότι γίνεται αναφορά σ' αυτό, της ιδιότητας αυτού ως συνδίκου της πτώχευσης, του ιδιαίτερα μεγάλου ποσού το οποίο υπεξαίρεσε με την παραπάνω ιδιότητά του από την πτωχή, αλλά και ιδιαίτερα της παρά τις προηγηθείσες αποφάσεις για λογοδοσία και την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων με παρόμοιο αίτημα, δεν έδωσε καμμία εξήγηση για την τύχη των ποσών που εισέπραξε, αν και αυτό του ζητήθηκε επανειλημμένα από τον Εισηγητή, αλλά και της μη επιστροφής οιουδήποτε ποσού από το ποσό που υπεξαίρεσε, παρά τις επανειλημμένες υποσχέσεις και δηλώσεις του. Συνακόλουθα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου σχετικός λόγος της αναιρέσεως.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.3.2007 αίτηση του ....., για αναίρεση της υπ' αριθ. 544/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή