Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1213 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Ηθική αυτουργία, Συναυτουργία.




Περίληψη:
Απάτη κατ' εξακολούθηση, κατά συναυτουργία οι γ΄ και δ΄ κατηγορούμενοι, ηθική αυτουργία στην άνω πράξη οι α΄ και β΄ από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 €. Παραπονούνται για απόρριψη εφέσεων από Συμβούλιο Εφετών. Λόγοι αναιρέσεως, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, υπέρβαση εξουσίας, απόλυτη ακυρότητα, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Έννοια παραπάνω όρων. Απορρίπτει αναιρέσεις.




Αριθμός 1.213/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ -----
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 21η Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, και 4) Χ4, περί αναιρέσεως του με αριθμό 496/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 24 Απριλίου 2008, 23 Απριλίου 2008, 24 Απριλίου 2008 και 29 Απριλίου 2009, αντίστοιχα, αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 846/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 323/13.6.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., τις με αριθμό 78/23-4-2008, 81/24-4-2008, 83/24-4-2008 και 84/29-4-2008 αιτήσεις των α)Χ2, β) Χ1, γ) Χ3 και δ) Χ4, αντιστοίχως, για αναίρεση του υπ'αριθμόν 496/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν τις υπ'αριθμόν 551/2007, 524/2007, 559/2007 και 550/2007 εφέσεις των ανωτέρω, αντιστοίχως, και επικύρωσε το υπ'αριθμόν 2685/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, δια του οποίου ούτοι παραπέμφθηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν οι μεν τρίτος και τετάρτη (Χ3 και Χ4) για απάτη κατ'εξακολούθηση από υπαιτίους που διαπράττουν απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη και υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 €, κατά συναυτουργία, οι δε δύο πρώτοι (Χ2 και Χ1) για ηθική αυτουργία στην άνω πράξη και εκθέτω τα ακόλουθα: Οι άνω αιτήσεις έχουν ασκηθεί εμπροθέσμως και νομοτύπως και περιέχουν συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως και ειδικότερα οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτη άσκησαν την αίτηση αυτοπροσώπως, ο δε τρίτος δια του πληρεξουσίου αυτού δικηγόρου Γεωργίου Λιάπη, νομίμως εξουσιοδοτηθέντος, είναι δε παραδεκτές και ερευνητέες κατ'ουσίαν. Οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι, χωριστά για κάθε αίτηση, οι ακόλουθοι: 1) Από την υπ'αριθμόν 78/2008 αίτηση του Χ2, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ'Κ.Π.Δ.), συνισταμένη στη παραμόρφωση των αποδεκτικών στοιχείων και των καταθέσεων των μαρτύρων .... και ...., οι οποίοι καταθέτουν ότι ο άνω αναιρεσείων δεν είχε καμία σχέση με την διεύθυνση της εταιρείας ..... και επί πλέον το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αναφέρει όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά στοιχεία και τους δικανικούς λογαριασμούς επί των οποίων στηρίχθηκε η δικανική πεποίθηση του Συμβουλίου.2) Από την υπ'αριθμόν 81/2008 έκθεση αναιρέσεως του Χ1, ο αυτός ως άνω λόγος αναιρέσεως, συνιστάμενος στο ότι από το πληττόμενο βούλευμα δεν προκύπτει ότι το Συμβούλιο συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά τη προδικασία αλλά και εκείνα που ο ίδιος επικαλέστηκε κατά την έφεσή του και με το υπόμνημά του, τα οποία ανατρέπουν τη κατηγορία και επί πλέον οι παραδοχές του Συμβουλίου αποτελούν αντιγραφή του κατηγορητηρίου και του περιεχομένου του πρωτοδίκου βουλεύματος. 3) Από την υπ'αριθμόν 83/2008 έκθεση αναιρέσεως του Χ3, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και στ' Κ.Π.Δ.) συνιστάμενες στο ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και ειδικότερα αυτά που προσκόμισε με το απολογητικό του υπόμνημα και την έφεσή του, τα οποία ανατρέπουν τη κατηγορία, δεν αιτιολογούνται πλήρως οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ'επάγγελμα και συνήθεια τέλεση της απάτης, δεν αναφέρονται τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ο ηγετικός του ρόλος στην εταιρία και σε κάθε περίπτωση εσφαλμένως θεωρήθηκε ως συναυτουργός ενώ έδει να χαρακτηρισθεί ως απλούς συνεργός στο αδίκημα της απάτης.
4) Από την υπ'αριθμόν 84/2008 έκθεση αναιρέσεως της Χ4, η απόλυτη ακυρότητα του άρθρου 171 παρ. 1 Κ.Π.Δ., η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η απόλυτη ακυρότητα του άρθρου 57 Κ.Π.Δ., η υπέρβαση εξουσίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχείο α'-β'-γ'-δ' και στ' Κ.Π.Δ.), συνιστάμενες στο ότι: α) ελήφθησαν υπόψη του Δικαστικού Συμβουλίου και αξιοποιήθηκαν αποδεικτικά μαρτυρικές καταθέσεις που δόθηκαν ενόρκως από την αναιρεσείουσα, πριν αυτή αποκτήσει την ιδιότητα της κατηγορουμένης, κατά το στάδιο της διενεργηθείσας διοικητικής εξετάσεως ενώπιον των υπαλλήλων του ΣΔΟΕ .... και .... και ούτω παραβιάστηκε το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης αυτής, το οποίο συνιστά ειδικότερη έκφανση του δικαιώματος για δίκαιη δίκη, β) παρανόμως έγινε η προανάκριση από τους άνω υπαλλήλους του ΣΔΟΕ, αφού αυτοί στερούνται πτυχίου ανωτάτης σχολής, γ) δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που θεμελιώνουν την υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δεν αιτιολογείται πλήρως ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του ως άνω εγκλήματος της απάτης και δ) δεν έπρεπε να ασκηθεί κατ'αυτής η προκειμένη δίωξη, λόγω εκκρεμοδικίας, αφού για την ίδια πράξη έχουν ασκηθεί σε βάρος της δύο ακόμη διώξεις. Επί των άνω προβαλλλομένων αναιρετικών λόγων εκθέτουμε τα εξής:
1) Η καταδικαστική απόφαση και το βούλευμα έχουν την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγησή τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ'είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, διότι ούτω πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Ειδικότερα δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στη περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού (ΑΠ 1149/2003 ΠΧ ΝΔ/2004 σελ. 251). Για το δόλο όμως που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 Π.Κ. προς θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, διότι ενυπάρχει στη παραγωγή των περιστατικών αυτών και προκύπτει από αυτήν (Α.Π. 1134/2004 Π.Χ. ΝΓ'/2003 σελ. 403). 2) Επειδή κατά το άρθρο 57 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ'αυτήν διαφορετικός χαρακτηρισμός. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη του δεδεκασμένου απαιτείται 1) αμετάκλητη απόφαση που απαφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικώς τη ποινική δίωξη ή τη κηρύσσει απαράδεκτη, β) ταυτότητα πράξεως και γ) ταυτότητα προσώπων (Α.Π. 532/1998 Π.Χ. ΠΘ/1999 σελ. 27). Εκκρεμοδικία υπάρχει όταν προκύπτουν όλες οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου πλην του αμετακλήτου (Α.Π. 767/2001 Π.Χ. ΝΒ/σελ. 240). Σε τέτοια περίπτωση η μεταγενέστερη χρονικά ποινική δίωξη κηρύσσεται απαράδεκτη. 3) Επειδή κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ε' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και στη ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, κενά ή αντιφάσεις οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως (Α.Π. 604/2000 Π.Χ. ΝΑ/2001 σελ. 17). 4) Τέλος υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται κατά νόμο για την άσκησή της στη συγκεκριμένη περίπτωση (θετική υπέρβαση) ή όταν παραλείπει να ασκήσει δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος, καίτοι συντρέχουν οι απαιτούμενες για την άσκησή της προϋποθέσεις (Α.Π. 1769/2000 ΠΧ. ΝΑ/2001 σελ. 788). 5) Εξ άλλου επειδή κατά το άρθρο 105 Κ.Π.Δ., όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του Ν. 2408/1996, όταν ενεργείται προανάκριση σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ. 2 Κ.Π.Δ., η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 και 274 και εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 103 και 104, η κατά παράβαση του παρόντος άρθρου εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Κατά τα άλλα εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31. Στο δεύτερο αυτό εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31 Κ.Π.Δ., που αναφέρεται στην προκαταρκτική εξέταση, ορίζεται ότι "αν όμως έγινε έγγραφη εξέταση του υπόπτου, η εξέταση αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της Εισαγγελίας". Με την αντικατάσταση αυτή του άρθρου 105 Κ.Π.Δ. με το Ν. 2408/1996 σκοπήθηκε, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση, να τερματισθεί το απαράδεκτο καθεστώς της παραβιάσεως των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου στη διάρκεια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης, που συνίσταται κυρίως στην απαγόρευση της επικοινωνίας του με το συνήγορο πριν από την εξέταση του ως "μάρτυρα" γεγονός που θάλπει, κατά τη κοινή πείρα, τη πρακτική αυθαίρετων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και δημιουργεί αρνητική προδιάθεση σε βάρος των αστυνομικών οργάνων. Έτσι με τη πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού καθίσταται πλέον υποχρεωτικό εκείνος που έχει συλληφθεί ως δράστης ή σε βάρος του οποίου υπάρχουν υπόνοιες ότι ενέχεται στη πράξη για την οποία διεξάγεται προανάκριση χωρίς προηγουμένη παραγγελία του Εισαγγελέα, να εξετάζεται σύμφωνα με ό,τι ισχύει για τον κατηγορούμενο, ώστε να αποκλείεται το τέχνασμα της "μαρτυροποίησης" και να διασφαλίζεται το υπερασπιστικό του δικαίωμα, ενώ με τη δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου ορίζεται ρητά ότι η κατά παράβαση του πρώτου εδαφίου εξέταση του δράστη που έχει συλληφθεί ή του υπόπτου, είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Επειδή ναι μεν η διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 εδ. β' Κ.Π.Δ. δεν απαγγέλλει ακυρότητα της κατά παράβαση αυτής αναγνώσεως και αξιολογήσεως μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν, είτε κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσης διοικητικής, η οποία μετά την ισχύ του Ν. 3160/2003 εξομοιώνεται με τη προκαταρκτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για συγκεκριμένη πράξη, εφόσον μετά τη λήψη αυτών στο ανακριτικό στάδιο προέκυψαν τυχόν ενδείξεις ενοχής κατά του προσώπου που κατέθεσε αρχικώς ως μάρτυρας, ως δράστη της διωχθείσας πράξεως. Όμως, η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Συμβουλίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 Κ.Π.Δ., δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' και 481 παρ. 1 περ. β' Κ.Π.Δ. διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματος του για δίκαιη δίκη, που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και το δικαίωμα του από το άρθρο 223 παρ. 4 Κ.Π.Δ. να αρνηθεί τη κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που έχει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μη εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά τη κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεση του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιον είχε καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής (Ολομ. ΑΠ 1/2004 ΠΧ ΝΕ/2005 σελ. 113). Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία πρέπει να προσδιορίζεται και να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Η απάτη λαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα όταν τελείται κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια, κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. στ' ΠΚ. Στη προκειμένη υπόθεση στο πληττόμενο βούλευμα 496/2008 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και δη στην εισαγγελική πρόταση στην οποία αναφέρεται το Συμβούλιο Εφετών εκτίθεται ότι "....... από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε από τη κυρία ανάκριση και την προηγηθείσα αυτής προκαταρκτική εξέταση και ειδικώτερα την έγκληση, την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος Ξ, τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων οι από 27.4.2004 και 15.12.2004 πορισματικές εκθέσεις του ΣΔΟΕ, εξαιρουμένων των εις αυτές διαλαμβανομένων ενόρκων μαρτυρικών καταθέσεων της Χ4, σε συνδυασμό με τις απολογίες και τα απολογητικά υπομνήματα των 1ου, 2ου, 4ου, 5ης κατηγορουμένων (Χ1, Χ2, Χ3, Χ4) προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος Χ1 ............. με τη συμμετοχή των αδελφών του Χ2 και Ζ κατάφερε να συγκροτήσει ομάδα εμπείρων περί τα χρηματοοικονομικά, ατόμων, μέσω δε διαφόρων εταιρειών και οι τρεις σχεδίασαν έντεχνα δραστηριότητες τις οποίες και υλοποίησαν............... εμπλέκοντας στον ιστό τους μεγάλο αριθμό ανυποψίαστων επενδυτών-πελατών, τους οποίους εξαπάτησαν.......... από το 1997 συνεργάζονται με τους κατηγορουμένους Χ3, Χ4 και επιτυγχάνουν να εξαπατήσουν ανυποψίαστους πελάτες σε μεγάλο αριθμό................... Για τη προώθηση και διάθεση του ανύπαρκτου αυτού προϊόντος χρησιμοποίησαν τις υπηρεσίες υπαλλήλων και συνεργατών μεταξύ των οποίων οι Χ3 και Χ4, οι οποίοι εν γνώσει των συμμετείχαν στην απάτη και ενθυλάκωση του χρήματος, εκτελώντας τις εντολές των υπολοίπων κατηγορουμένων (Αφών Χ1 Χ2 Ζ)........... 'Ετσι βασικό στέλεχος της εταιρείας "... LTD" ήτο ο Χ3 και αντιπρόεδρος αυτής, ο οποίος είχε αναλάβει ηγετικό ρόλο στη διάθεση του ανωτέρω προϊόντος, γνωρίζοντας ότι αυτό ήταν ανύπαρκτο και διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στις παράνομες δραστηριότητες των Αφών Χ1 Χ2 Ζ, η δε κατηγορουμένη Χ4 ήτο επίσης υψηλόβαθμο στέλεχος κατέχοντας τη θέση της οικονομικής διευθύντριας.............. 'Ετσι στη κρινομένη υπόθεση οι κατηγορούμενοι Χ3 και Χ4, δρώντας καθ'υπόδειξη και κατ'εντολή των αδελφών Χ1 Χ2 Ζ, παρέστησαν εν γνώσει των ψευδώς στον εγκαλούντα, ο οποίος επιθυμούσε να προβεί σε επωφελή και σίγουρη επένδυση των χρημάτων που είχε αποταμιεύσει από την πολυετή εργασία του στο εξωτερικό, ότι η ανωτέρω εταιρεία ήτο θυγατρική της παγκοσμίου φήμης "ROUAL BANK OF SCOTLAND" και διαχειριζόταν στις διεθνείς χρηματαγορές το αμοιβαίο κεφάλαιο "Goldsmith Investment Fund", παρέχοντας στους πελάτες δήθεν εγγυημένες ετήσιες αποδόσεις του κεφαλαίου τους σε ποσοστό 9-13,5%, το οποίο δεν ήτο ένα τυχαίο και ευκαιριακό ποσοστό κάποιας ευνοϊκής οικονομικής συγκυρίας, αλλά το απολύτως αναμενόμενο και σύνηθες, ότι όλες οι επενδύσεις των πελατών ήσαν ασφαλισμένες στους ILoyd's του Λονδίνου, ότι η άνω εταιρεία ".... LTD", είχε την ευθύνη διαχείρησης πακτωλού κεφαλαίων αγγλικών συμφερόντων, ελεγχόμενη από την αυστηρή και τυπική αγγλική επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, επιδεικνύοντάς του μάλιστα προς επίρρωση των διαβεβαιώσεών του, τα τηρούμενα στοιχεία της κινήσεως λογαριασμών τρίτων-πελατών της εν λόγω εταιρείας που είχαν επενδύσει στο συγκεκριμένο αμοιβαίο κεφάλαιο και επίσης έντυπο ενημερωτικό υλικό. Ο εγκαλών πεισθείς από τις διαβεβαιώσεις των Χ3 και Χ4, αποφάσισε να επενδύσει στο ανωτέρω αμοιβαίο κεφάλαιο και την 10-3-1999 κατέθεσε με επιταγή της Εθνικής Τράπεζας το ποσό 137.867,39 δολαρίων ΗΠΑ, το σώμα της οποίας παρέλαβε ο Χ3, ο οποίος δήθεν θα μεριμνούσε για την κατάθεση του ποσού αυτού στη Τράπεζα "ROUAL BANK", η οποία θα ήτο και η θεματοφύλακας του αμοιβαίου κεφαλαίου. Σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους της συμφωνίας, η επένδυση αφορούσε περίοδο ενός έτους, με σταθερή απόδοση 13,41% ετησίως, με δικαίωμα αυτόματης ανανέωσης. Ταυτόχρονα παρέλαβε από την Χ4 σειρά νομιμοποιητικών εγγράφων που πιστοποιούσαν την επένδυσή του και ότι το αμοιβαίο κεφάλαιο στο οποίο είχε επενδύσει ήτο ασφαλισμένο στους LΙoyd's του Λονδίνου. Μετά την επένδυση αυτή ο Χ3 και η Χ4, τηλεφωνούσαν συχνά στον εγκαλούντα και τον διαβεβαίωναν για κερδοφόρα κίνηση του αμοιβαίου κεφαλαίου, αποστέλλοντες και επιστολές ταχυδρομικώς, με την αναλυτική παράθεση της κίνησης του λογαριασμού του και της δήθεν ανοδικής πορείας της επένδυσής του. Πεισθείς δε εκ νέου ο εγκαλών για το αληθές των διαβεβαιώσεων την 25-5-2001, προέβη σε δεύτερη επένδυση ποσού 24.459,79 Ευρώ με επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, στο ίδιο αμοιβαίο κεφάλαιο για περίοδο ενός έτους, με ελάχιστη εγγυημένη ετήσια απόδοση 9% και δικαίωμα αυτόματης ανανέωσης. Παρέλαβε δε και αυτή τη φορά από την Χ4 σειρά νομιμοποιητικών εγγράφων και επιστολές, με αναλυτική παράθεση της κίνησης του λογαριασμού του και της δήθεν ανοδικής πορείας της επένδυσής του. Οι ψευδείς και παραπλανητικές διαβεβαιώσεις των εν λόγω κατηγορουμένων, περί της δήθεν ανοδικής πορείας της επένδυσής του, επαναλαμβάνοντο και έτσι και πάλι ο εγκαλών την 26-9-2001 προέβη στην εν νέου επένδυση ποσού 24.181,95 Ευρώ, στο ίδιο αμοιβαίο κεφάλαιο, το οποίο κατέβαλε σε μετρητά στο Χ3, λαμβάνοντας εκ νέου σειρά νομιμοποιητικών εγγράφων από την Χ4, και στη συνέχεια την 4-4-2002, προέβη σε επένδυση 20.000 ευρώ, σε μετρητά, τα οποία κατέβαλε στον Χ3 και την Χ4, στο ίδιο αμοιβαίο κεφάλαιο για περίοδο ενός έτους με ετήσια εγγυημένη απόδοση 9% και δικαίωμα αυτόματης ανανέωσης ενώ συνέχιζαν να του αποστέλουν επιστολές με περιεχόμενο την δήθεν κερδοφόρα κίνηση των λογαριασμών του.................... Τον Δεκέμβριο 2002 έκλεισαν τα γραφεία της εταιρείας .... LTD και άρχισε να αποκαλύπτεται η εγκληματική δράση όλων των κατηγορουμένων, οι οποίοι με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, είχαν αποσπάσει χρήματα από εκατοντάδες επενδυτές, που είχαν επενδύσει τις οικονομίες τους σε διάφορα χρηματοοικονομικά προγράμματα των εταιρειών των αδελφών Χ1 Χ2 Ζ, ανάμεσα στα οποία και το συγκεκριμένο αμοιβαίο κεφάλαιο "Goldsmith Investment Fund", το οποίο ήτο απατηλό και χωρίς ασφάλιση στους "Lloyd's", ενώ αποκαλύφθηκε ότι η προαναφερόμενη εταιρεία δεν ήτο επενδυτική τράπεζα ούτε θυγατρική εταιρεία της "ROUAL BANK OF SCOTLAND", δεν είχε άδεια να διαθέτει κεφάλαια στην αγορά και ως εταιρεία του ΑΝ 89/67 απαγορευόταν να έχει οποιαδήποτε δραστηριότητα στην Ελλάδα......................... Αρχές του έτους 2003, ήλθαν στο φως της δημοσιότητος τα πρώτα στοιχεία της τεράστιας απάτης, την οποία εμπνεύσθηκαν, οργάνωσαν και υλοποίησαν οι κατηγορούμενοι Χ1, Χ2 και Ζ, με καθοδηγητή και κορυφαίο στην ιεραρχία το πρώτο, μαζί και με άλλους συμμετόχους, ήδη ποινικά εμπλεκόμενους (εκκρεμούν εις βάρος των σωρεία συναφών δικογραφιών) μεταξύ των οποίων οι Χ3 και Χ4, οι οποίοι, κατέχοντας και στελεχώνοντας υψηλόβαθμες θέσεις στην εταιρεία "..... LTD", έδρασαν, εν γνώσει του οργανωθέντος μηχανισμού εξαπάτησης, κατ'εντολή, παρότρυνση, και σύμφωνα με την καθοδήγηση των ως άνω αδελφών, προκειμένου να ωφεληθούν περιουσιακά. 'Ετσι οι Χ3 και Χ4, ερχόμενοι επανειλημμένα σε άμεση προσωπική και τηλεφωνική με τον εγκαλούντα, παρέπεισαν αυτόν ότι η επένδυση των χρημάτων του ήτο επωφελής και ασφαλής, προβάλλοντας απατηλά το ως άνω επενδυτικό προϊόν (Goldsmith Investment Fund), το οποίο ήτο ανύπαρκτο, χωρίς ενσωματωμένο δικαίωμα, εν γνώσει των, διαβεβαιώνοντας παράλληλα τον εγκαλούντα ότι η εταιρεία "...." ήτο οικονομικός κολοσσός, με διεθνές κύρος, τα δε νομιμοποιητικά έγγραφα που παρέδωσε η Χ4 στον εγκαλούντα ήσαν ψευδή κατά περιεχόμενο........................... Τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, προκύπτουν αβίαστα από την έγκληση, την κατάθεση του εγκαλούντος, τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις των ...., τις ένορκες βεβαιώσεις των ...., ...., ...., ιδιαίτερα δε τις από 27-4-2004 και 15-12-2004 πορισματικές αναφορές του Σ.Δ.Ο.Ε., αλλά και την από 27-6-2005 ένορκη μαρτυρική κατάθεση του ...., ενώπιον της Ανακρίτριας του 27ου Τμήματος Αθηνών επί συναφούς υπόθεσης και όλα ανεξαιρέτως τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας. Την παραπάνω πράξη ετέλεσαν οι κατηγορούμενοι από κοινού, με την αποδιδομένη στο καθένα κατά το προσβαλλόμενο βούλευμα, μορφή συμμετοχής, με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, με το προαναφερθέν συνολικό όφελος και την αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος, που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 Ευρώ. Ενήργησε δε ο καθένας κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, έχοντας ριζωμένη την ροπή προς τις απάτες, διαμορφωμένη δε υποδομή και ετοιμότητα διάπραξης τέτοιων εγκλημάτων. Προς τούτο, επισημαίνεται και αξιολογείται ο προεκτεθείς οργανωμένος, συστηματικός, επιτήδειος και αριστοτεχνικός τρόπος συγκρότησης του όλου μηχανισμού για την εξαπάτηση εκατοντάδων ελλήνων επενδυτών, μεταξύ των οποίων και ο εγκαλών, η καλοστημένη επιχείρηση της "παράτραπεζας", με δήθεν διεθνείς διασυνδέσεις, η προβολή διαφημιστικών, φυλλαδίων, η δημιουργία δεκάδων υπεράκτιων εταιρειών, η δημιουργία δαιδαλώδους εντυπωσιακού δικτύου, μέσω του οποίου τα κεφάλαια των επενδυτών, αφού χάνονταν, "ξεπλένονταν" και κατέληγαν στα θυλάκια των ως άνω κατηγορουμένων, η λειτουργία γραφείων σε πολυτελή κτίρια, η πολυδάπανη και ισχυρή διαφήμιση, η απασχόληση πολυάριθμου προσωπικού. Κατ'ακολουθία αυτών, συνάγεται η εμμονή και ανεξάντλητη ροπή των στη προεκτεθείσα εγκληματική δράση, για πολλά έτη, αναμφίβολα κατ'επάγγελμα προς πορισμό σταθερού και διαρκούς εισοδήματος (το τελευταίο διερευνήθηκε ενδελεχώς και περιγράφεται στις πορισματικές εκθέσεις του Σ.Δ.Ο.Ε.).Οι κατηγορούμενοι Χ3 και Χ4, συμμετείχαν ενεργά, στην εξαπάτηση του εγκαλούντος, κατόπιν της προτροπής και καθοδήγησης των υπολοίπων, προκειμένου να ωφεληθούν περιουσιακά................. Τέλος επισημαίνεται ότι οι ισχυρισμοί της κατηγορουμένης Χ4 περί απολύτου ακυρότητος της προδικασίας, είναι άνευ νομίμου ερείσματος, ως δε προεξετέθη οι διαλαμβανόμενες μαρτυρικές της καταθέσεις στις ως άνω πορισματικές εκθέσεις του Σ.Δ.Ο.Ε., είναι εκ των στοιχείων τα οποία εν προκειμένω δε αξιολογήθηκαν κατά την αναφορά των προκυψάντων πραγματικών περιστατικών.................".Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, την απαιτουμένη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με τις εφαρμοσθείσες υπό τούτου ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. στ' και 386 παρ. 1 και 3 ΠΚ, τις οποίες κατ'ορθή εφαρμογή των δεχθέντων από αυτό πραγματικών περιστατικών, σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε, αφού εκθέτει στο βούλευμα αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και θεμελιώνουν την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για τη παραπομπή των αναιρεσειόντων στο ακροατήριο. 'Απαντα τα έγγραφα ελήφθησαν υπόψη όπως και οι μαρτυρικές καταθέσεις. Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας Χ4 ότι οι άνω υπάλληλοι του ΣΔΟΕ δεν έχουν πτυχίο ανωτάτης Σχολής ουδεμία ακυρότητα δημιουργεί, ενώ από το κείμενο του προσβαλλομένου βουλεύματος προκύπτει ότι οι καταθέσεις της ενώπιον αυτών δεν ελήφθησαν υπόψη και δεν αξιολογήθηκαν. Το υπ'αυτής υποστηριζόμενο ότι το πόρισμα του ΣΔΟΕ έγινε με τη λήψη υπόψη των άνω υπαλλήλων των ενόρκων καταθέσεών της δεν αποδεικνύεται, αφού από το πολυσέλιδο πόρισμα προκύπτει ότι το πόρισμα συνετάγει βάσει πληθώρας μαρτυρικών καταθέσεων και αποδεικτικών εγγράφων, τραπεζικών λογαριασμών ως και δεκάδων CD που απαριθμούν 380.000 σελίδες. Τέλος όσον αφορά στο προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως ότι η προκειμένη ποινική δίωξη πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη λόγω εκκρεμοδικίας, παρατηρούμε τα εξής: Κατά της εν λόγω αναιρεσείουσας έχουν σχηματισθεί και άλλες ποινικές δικογραφίες, μεταξύ των οποίων και η υπ'αριθμόν Α02/01.Ε/495-Α05/01.Ε/82 η οποία διαβιβάστηκε στην ανακρίτρια του 2ου τακτικού τμήματος με αριθμό ανακριτικής δικογραφίας 12/2006. Από το σχέδιο του κατηγορητηρίου προκύπτει ότι κατά της ανωτέρω απαγγέλθηκε κατηγορία και για απάτη σε βάρος του Ξ και σχετικά με τα ποσά των 24.181,95 € και 137.867,39 € με ημερομηνία καταβολής την 26.9.2001 και 10.3.99, αντίστοιχα, (βλέπε σχέδιο κατηγορητηρίου της άνω δικογραφίας στις σελίδες 32 και 54). Για τα ποσά αυτά έχει παραπεμφθεί βάσει της παρούσας δικογραφίας. Όμως όπως προκύπτει από την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης η άνω υπ'αριθμ. 12/2006 δικογραφία εκκρεμεί προς έκδοση βουλεύματος ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών. Κατά συνέπεια η παρούσα δικογραφία προηγείται διαδικαστικά και κατ'ακολουθίαν δεν κηρύσσεται αυτή η δίωξη απαράδεκτη αλλά η ετέρα. Ως προηγουμένη διαδικαστικώς θεωρείται εκείνη η υπόθεση η οποία έχει εισέλθει στο επόμενο στάδιο διαδικασίας δηλαδή στο ακροατήριο έναντι της διαδικασίας του Συμβουλίου και τούτου έναντι της ανακρίσεως ή προανακρίσεως (Εφετείου Θεσσαλονίκης 120/1983 Π.Χ. ΛΓ' σελ. 640).Κατόπιν των ανωτέρω οι λόγοι που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα της διαδικασίας αυτής στους αναιρεσείοντες. Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθούν οι υπ'αριθμόν 78/23-4-2008, 81/24-4-2008, 83/24-4-2008 και 84/29-4-2008 αιτήσεις των Χ2, Χ1, Χ3, αντίστοιχα, για αναίρεση του υπ'αριθμόν 496/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) να επιβληθούν τα έξοδα στους άνω αναιρεσείοντες. Αθήνα 3 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος".

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα και εμπρόθεσμα, ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκαν οι από α) 24.4.2008, β) 23.4.2008, γ) 24.4.2008 και δ) 29.4.2008, τέσσερις (4) αιτήσεις αναιρέσεως, από τους κατηγορούμενους: α) Χ1, β) Χ2, γ) Χ3 και δ) Χ4, αντίστοιχα κατά του υπ' αριθμ. 496/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι με αριθμούς 524/2007, 551/2007, 559/2007 και 550/2007 εφέσεις των άνω κατηγορουμένων αντίστοιχα κατά του 2.685/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο οι ανωτέρω (ο μη διάδικος, Ζ και ο μη διάδικος επίσης, Ψ και ήδη αγνώστου διαμονής) παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστούν ως υπαίτιοι της αξιόποινης πράξεως της από κοινού απάτης κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή, από υπαιτίους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (άρθρα 13 περ. στ', 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1, 45, 46 παρ. 1α, 94 παρ.1, 98 παρ.1 και 2 (όπως η παρ. 2 προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 Ν. 2721/1999), 386 παρ. 1 και 3α ΠΚ (όπως η παρ. 3 αντικ. από το άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999), για απάτη κατά συναυτουργία οι γ' και δ' και για ηθική αυτουργία στην άνω πράξη των τελευταίων οι α' και β' κατηγορούμενοι, που φέρεται ότι τέλεσαν αυτοί στην .... από 10.3.1999 έως 4.4.2002, σε βάρος του εγκαλούντος, Ξ. Οι ανωτέρω αιτήσεις είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν. Κατά το άρ. 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία, ως παραγωγός αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, οι οποίες έγιναν προς το σκοπό της επίτευξης παρανόμου οφέλους με δόλια παραπλάνηση, όπως τη διαγράφει ο Νόμος.
Συνεπώς για τη συντέλεση αυτού πρέπει να υπάρχει ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αφενός της απατηλής ενέργειας του δράστη και της απ' αυτήν δημιουργηθείσης πλάνης του παθόντος και αφετέρου της πλάνης αυτής και της ενέργειας στην οποία παραπείσθηκε ο απατηθείς, η οποία ενέχει περιουσιακή διάθεση, που επάγεται αναγκαίως περιουσιακή βλάβη του εαυτού του ή τρίτου. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις ή παρασταθείς άλλων ψευδών γεγονότων, που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του και τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περαιτέρω κατά το άρ. 386 παρ. 3 εδ. α' του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρ. 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών, κατά δε το άρ. 13 εδ. στ' του ΠΚ, όπως το εδάφιο αυτό (στ') προστέθηκε με το άρ. 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Τέλος κατά τη διάταξη του άρ. 45 του ΠΚ "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Από το άρθρο δε 98 του ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Έτσι, τότε μόνο θα υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προηγήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα, τελείται μία πράξη μόνο, όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσας πλάνης, ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις. Επίσης από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1α ΠΚ προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της απόφασης να διαπράξει ορισμένη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή κ.λ.π., β) διάπραξη από τον άλλο της πράξης αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού δηλαδή ηθελημένη πρόκληση για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης. Τέλος, η συμμετοχή σε απάτη κακουργηματικού χαρακτήρα συνιστά κατ' αρχήν πλημμέλημα, προσλαμβάνει όμως κακουργηματικό χαρακτήρα όταν η επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τελέσεως συντρέχει και στο πρόσωπο του συμμετόχου. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη αποχρωσών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα που διώχθηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που προέκυψαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που προβλέπει και τιμωρεί το έγκλημα, για το οποίο έγινε η παραπομπή στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται πιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για τα σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται μερικώς ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αρκεί να εκτίθενται στην τελευταία με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμα βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 496/2008 βούλευμά του, δέχθηκε, αναφερόμενο επιτρεπτώς στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων της δικογραφίας και ειδικότερα από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, από τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων τόσον κατά την κυρία ανάκριση, καθώς και την προκαταρκτική εξέταση, που προηγήθηκε και από όλα τα έγγραφα, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα απολογητικά υπομνήματά τους, ότι προέκυψαν τα διαλαμβανόμενα σ'αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά πιστή αντιγραφή από την εισαγγελική πρόταση, έχουν ως εξής: "Ο κατηγορούμενος Χ1 το έτος 1991, ήρθε στην Ελλάδα, διωκόμενος από τις αρχές των Η.Π.Α., για απάτες και άλλες κακ/κές πράξεις και με την συμμετοχή των αδελφών του, Χ2 και Ζ, κατάφερε να συγκροτήσει μία ομάδα εμπείρων, περί τα χρηματοοικονομικά, ατόμων, μέσω δε διαφόρων εταιρειών και οι τρείς σχεδίασαν έντεχνα δραστηριότητες τις οποίες και υλοποίησαν, με πυρήνα την ίδρυση και λειτουργία της "παρατράπεζας" ".... LTD" και των δορυφόρων εταιρειών της, εμπλέκοντας στον ιστό τους, μεγάλο αριθμό ανυποψίαστων επενδυτών - πελατών, τους οποίους με μεθόδους και τέλειους μηχανισμούς, εξαπάτησαν, διαθέτοντας ως αμοιβαίο κεφάλαιο το "GOLDSMITH INVESTMENT FUND", με τις εγγυημένες αποδόσεις, όπως διαβεβαίωσαν. Από το έτος 1997 και έκτοτε, επεκτείνοντας μεθοδικά τους στόχους των, συνεργάζονται άμεσα με τους κατηγορουμένους Χ3, Χ4 και τον φυγόδικο Ψ (εκτός των άλλων ατόμων) και επιτυγχάνουν να εξαπατήσουν ανυποψίαστους πελάτες, σε μεγάλο αριθμό, οι οποίοι δελεάζοντο από τις ψευδείς διαβεβαιώσεις, τις υψηλές και εγγυημένες (δήθεν) αποδόσεις των χρημάτων τους, την πληθώρα εντύπων και ενημερωτικών φυλλαδίων, την δήθεν συνεργασία με φερέγγυα και αξιόπιστα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τα ψευδή ενημερωτικά δελτία κίνησης, τα οποία αποστέλλονταν στους πελάτες - επενδυτές. Για την πραγματοποίηση των σχεδίων τους, έθεσαν σε λειτουργία ανύπαρκτα χρηματοοικονομικά προϊόντα (GOLDSMITH και GLOBELEX), τα οποία με τη βοήθεια κυρίως της...., που λειτουργούσε "τροφοδότης" και "πυρήνας", καθώς και άλλων συνεργατών, τα προώθησαν κυρίως στην Ελληνική αγορά και έτσι αποκόμισαν τεράστια ποσά, χωρίς να είναι δυνατόν να προσδιορισθεί επακριβώς το ύψος αυτών. Στη συνέχεια, αφού οι κατηγορούμενοι αυτοί (Χ1 .Χ2, Ζ), δημιούργησαν δεκάδες εταιρείες υπεράκτιες και μη, με κύρια και κεντρική επιχείρηση την εταιρεία ".... LTD", άνοιξαν δεκάδες λογαριασμούς, τόσον στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό, και κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα δαιδαλώδες εντυπωσιακό δίκτυο, μέσω του οποίου, τα χρήματα των επενδυτών, μετά από περιπλανήσεις από τράπεζα σε τράπεζα, κατέληξαν στους προσωπικούς λογαριασμούς των εν λόγω κατηγορουμένων και των συνεργατών, οι οποίοι τα ενθυλάκωναν για ίδιο όφελος. Εγκαθιστούν και λειτουργούν τα γραφεία των εταιρειών σε πολυτελή κτίρια, διαθέτουν ακριβό και σύγχρονο εξοπλισμό, χρησιμοποιούν πολυδάπανη και ισχυρή διαφήμιση και όλα αυτά ως "προκάλυμμα", με το σκοπό να μπορούν να διαλύουν τις όποιες ενδεχόμενες υπόνοιες εγείροντο από τυχόν δύσκολους πελάτες. Η εταιρεία ".... LTD" είχε τα γραφεία της στη .... (....), εδήλωσε δε έδρα της και δραστηριότητα στις Παρθένες νήσους της Βρετανίας, από τους πλέον φορολογικούς παραδείσους και αντιπροσώπευε το αμοιβαίο κεφάλαιο στην Ελλάδα. Αυτή λειτουργούσε χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις του Α.Ν. 86/67, παραβιάζοντας και τη σχετική άδεια που είχε λάβει από το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας (αριθμό ΙΕ/53145/2345/11384/21.3.1997), δεδομένου ότι η εν λόγω εταιρεία μπορούσε να ασχολείται αποκλειστικά με τον συντονισμό, την εποπτεία, τον έλεγχο, την παρακολούθηση και την προώθηση των εκτός Ελλάδος δραστηριοτήτων της εταιρείας και απαγορευόταν ρητά να πραγματοποιεί εμπορική δραστηριότητα στον Ελλαδικό χώρο. Για την πραγματοποίηση του σχεδίου των, κατασκεύασαν και προώθησαν με δίκτυο πωλητών, ένα χρηματοοικονομικό προϊόν, τύπου αμοιβαίου κεφαλαίου, με την ονομασία GOLDSMITH FUND, από την αντίστοιχη off-shore εταιρεία ....., τα γραφεία της οποίας ήσαν στη .... Για την προώθηση και διάθεση του ανύπαρκτου αυτού προϊόντος, χρησιμοποίησαν τις υπηρεσίες υπαλλήλων και συνεργατών, μεταξύ των οποίων και οι συγκατηγορούμενοι Χ3 και Χ4, οι οποίοι εν γνώσει των συμμετέχουν στην απάτη και ενθυλάκωση του χρήματος, εκτελώντας τις εντολές των υπολοίπων συγκατηγορουμένων (Αφών Χ1 Χ2 Ζ) και αποτελώντας έτσι την ανθρώπινη υποδομή για την επίτευξη των στόχων τους. Έτσι βασικό στέλεχος της εταιρείας "..... LTD", ήτο ο Χ3 και αντιπρόεδρος αυτής, ο οποίος είχε αναλάβει ηγετικό ρόλο στη διάθεση του ανωτέρω προϊόντος, γνωρίζοντας ότι αυτό ήτο ανύπαρκτο και διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στις παράνομες δραστηριότητες των Αφών Χ1 Χ2 Ζ, η δε κατηγορουμένη Χ4, ήτο επίσης υψηλόβαθμο στέλεχος της ανωτέρω εταιρείας, κατέχοντας τη θέση της οικονομικής διευθύντριας. Για την προώθηση του ανύπαρκτου αυτού προϊόντος χρησιμοποίησαν πολυδάπανη διαφήμιση, πληθώρα εντύπων, ενημερωτικά φυλλάδια που εμφάνιζαν το εν λόγω αμοιβαίο κεφάλαιο ότι αποτελούσε μοναδική ευκαιρία επένδυσης, με ελάχιστο επενδυτικό ρίσκο, ότι η ως άνω εταιρεία είναι οικονομικός κολοσσός με παγκόσμια εμβέλεια και διεθνές κύρος, συνεργαζόμενη με εταιρείες διεθνούς φήμης και ότι η αποδοτικότητα και η ασφάλεια του επενδυτικού αυτού προϊόντος ήτο αναμφισβήτητη. Οι ψευδείς αυτές παραστάσεις ήσαν το περιεχόμενο και των ενημερωτικών συναντήσεων που οργάνωναν με τους υποψηφίους επενδυτές στα πολυτελή γραφεία της εταιρείας, καθώς και σε διάφορα πολυτελή ξενοδοχεία των ...., όπου επεδείκνυαν το ικανότατο στελεχιακό δυναμικό της επιχειρήσεώς τους, διαβεβαιώνοντας για την υψηλή αποδοτικότητα του χρηματοοικονομικού προϊόντος και το εξασφαλισμένο του κεφαλαίου της επένδυσης, έτσι εξαπατήθηκαν εκατοντάδες επενδυτές, μεταξύ των οποίων και ο εγκαλών Ξ. Έτσι στην κρινόμενη υπόθεση οι κατηγορούμενοι Χ3 και Χ4, δρώντες καθ' υπόδειξη και κατ' εντολή των αδελφών Χ1 Χ2 Ζ, παρέστησαν εν γνώσει των ψευδώς στον εγκαλούντα, ο οποίο9ς επιθυμούσε να προβεί σε επωφελή και σίγουρη επένδυση των χρημάτων που είχε αποταμιεύσει από την πολυτελή εργασία του στο εξωτερικό, ότι η ανωτέρω εταιρεία ήτα θυγατρική της παγκοσμίου φήμης "ROYAL BANK OF SCOTLAND" και διαχειριζόταν στις διεθνείς χρηματαγορές το αμοιβαίο κεφάλαιο "GOLDSMITH INVESTMENT FUND", παρέχοντας στους πελάτες δήθεν εγγυημένες ετήσιες αποδόσεις του κεφαλαίου τους σε ποσοστό 9-13,5%, το οποίο δεν ήτο ένα τυχαίο και ευκαιριακό ποσοστό κάποιας ευνοϊκής οικονομικής συγκυρία, αλλά το απολύτως αναμενόμενο και σύνηθες, ότι όλες οι επενδύσεις των πελατών ήσαν ασφαλισμένες στους Lloyd's του Λονδίνου, ότι η ως άνω εταιρεία ".... LTD" είχε την ευθύνη διαχείρησης πακτωλού κεφαλαίων αγγλικών συμφερόντων, ελεγχόμενη από την αυστηρή και τυπική αγγλική επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, επιδεικνύοντάς του μάλιστα προς επίρρωση των διαβεβαιώσεών των, τα τηρούμενα στοιχεία της κινήσεως λογαριασμών τρίτων - πελατών της εν λόγω εταιρείας που είχαν επενδύσει στο συγκεκριμένο αμοιβαίο κεφάλαιο και επίσης έντυπο ενημερωτικό υλικό. Ο εγκαλών πεισθείς από τις διαβεβαιώσεις των Χ3 και Χ4, αποφάσισε να επενδύσει στο ανωτέρο αμοιβαίο κεφάλαιο και την 10.3.1999 κατέθεσε με επιταγή της Εθνικής Τράπεζας το ποσό των 137.867,39 δολλαρίων ΗΠΑ, το σώμα της οποίας παρέλαβε ο Χ3, ο οποίος δήθεν θα μεριμνούσε για την κατάθεση του ποσού αυτού στην Τράπεζα "ROYAL BANK", η οποία θα ήτο και η θεματοφύλακας του αμοιβαίου κεφαλαίου. Σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους της συμφωνίας, η επένδυση αφορούσε περίοδο ενός έτους, με σταθερή απόδοση 14,31% ετησίως, με δικαίωμα αυτόματης ανανέωσης. Ταυτόχρονα παρέλαβε από την Χ4 σειρά νομιμοποιητικών εγγράφων που πιστοποιούσαν την επένδυσή του και ότι το αμοιβαίο κεφάλαιο στο οποίο είχε επενδύσει ήτο ασφαλισμένο στους Lloyd's του Λονδίνου. Μετά την επένδυση αυτή ο Χ3 και η Χ4 τηλεφωνούσαν συχνά στον εγκαλούντα και τον διαβεβαίωναν για κερδοφόρα κίνηση του αμοιβαίου κεφαλαίου, αποστέλλοντες και επιστολές ταχυδρομικώς, με την αναλυτική παράθεση της κίνησης του λογαριασμού του και της δήθεν ανοδικής πορείας της επένδυσής του/ Πεισθείς δε εκ νέου ο εγκαλών για το αληθές των διαβεβαιώσεων την 25.5.2001 προέβη σε δεύτερη επένδυση ποσού 24.459,79 ευρώ με επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, στο ίδιο αμοιβαίο κεφάλαιο για περίοδο ενός έτους, με ελάχιστη εγγυημένη ετήσια απόδοση 9% και δικαίωμα αυτόματης ανανέωσης. Παρέλαβε δε και αυτή τη φορά από την Χ4 σειρά νομιμοποιητικών εγγράφων και επιστολές, με αναλυτική παράθεση της κίνησης του λογαριασμού του και της δήθεν ανοδικής πορείας της επένδυσής του. Οι ψευδείς και παραπλανητικές διαβεβαιώσεις των εν λόγω κατηγορουμένων, περί της δήθεν ανοδικής πορείας της επένδυσής του, επαναλαμβάνοντο και έτσι και πάλι ο εγκαλών την 26.9.2001 προέβη στην εκ νέου επένδυση ποσού 24.181,95 ευρώ, στο ίδιο αμοιβαίο κεφάλαιο, το οποίο κατέβαλε σε μετρητά στο Χ3, λαμβάνοντας εκ νέου σειρά νομιμοποιητικών εγγράφων από την Χ4, και στη συνέχει την 4.4.2002, προέβη σε επένδυση 20.000 ευρώ, σε μετρητά τα οποία κατέβαλε στον Χ3 και στην Χ4, στο ίδιο αμοιβαίο κεφάλαιο για περίοδο ενός έτους με ετήσια εγγυημένη απόδοση 9% και δικαίωμα αυτόματης ανανέωσης, ενώ συνέχιζαν να του αποστέλουν επιστολές με περιεχόμενο την δήθεν κερδοφόρα κίνηση των λογαριασμών του. Τον Μάϊο 2002, ο εγκαλών, λόγω σοβαρών οικογενειακών προβλημάτων, θέλησε να ρευστοποιήσει τα ανωτέρω αμοιβαία κεφάλαια και για το λόγο αυτό ζήτησε ρευστοποίηση από τον Χ3, σύμφωνα με όρο της συμφωνίας, που προέβλεπε πλήρη εξόφληση - εκκαθάριση του λογαριασμού εντός 15-45 ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης. Αρχικά ο Χ3 θέλησε να τον αποτρέψει, αλλά ο εγκαλών, εμμένοντας στην απόφασή του, υπέβαλε σχετική έγγραφη αίτηση την 4.6.2002 και στις συνεχείς πιέσεις του, ο Χ3 και η Χ4 τον παρέπεμψαν στους Χ1 και Ψ (συγκατηγορούμενο), οι οποίοι προς εξασφάλιση των απαιτήσεών του, συμπλήρωσαν δύο μεταχρονολογημένες επιταγές της Τράπεζας "BARCKLAY'S" με εκδότη την εταιρεία ".... LTD", ποσού 75.000 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης 15.12.2002 η πρώτη και ποσού 237.700 ευρώ και ημερομηνία έκδοσης 10.3.2003 η δεύτερη. Προκειμένου να καθησυχάσουν τον εγκαλούντα και αποφύγουν τον έλεγχο, τον προσέλαβαν σε δήθεν νέα εταιρεία του Ομίλου, ως υπάλληλο, χωρίς ποτέ να του καταβληθούν δεδουλευμένοι μισθοί, αλλά και οι επιταγές που του είχαν δοθεί προς δήθεν εξασφάλιση της απαιτήσεώς του, αν και εμφανίσθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα δεν πληρώθηκαν, ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων. Το Δεκέμβριο 2002 έκλεισαν τα γραφεία της εταιρείας ".... LTD" και άρχισε να αποκαλύπτεται η εγκληματική δράση όλων των κατηγορουμένων, οι οποίοι με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, είχαν αποσπάσει χρήματα από εκατοντάδες επενδυτές, που είχαν επενδύσει τις οικονομίες τους σε διάφορα χρηματοοικονομικά προγράμματα των εταιρειών των αδελφών Χ1 Χ2 Ζ, ανάμεσα στα οποία και το συγκεκριμένο αμοιβαίο κεφάλαιο "Goldsmith Investment Fund", το οποίο ήτο απατηλό και χωρίς ασφάλιση στους "Lloyd;s", ενώ αποκαλύφθηκε ότι η προαναφερόμενη εταιρεία δεν ήτο επενδυτική τράπεζα, ούτε θυγατρική εταιρεία της "ROYAL BANK OF SCOTLAND", δεν είχε άδεια να διαθέτει κεφάλαια στην αγορά και ως εταιρεία του Α.Ν. 89/67 απαγορευόταν να έχει οποιαδήποτε δραστηριότητα στην Ελλάδα, γεγονός που οδήγησε και στην ανάκληση της αδείας της, οι επιταγές δε που είχε παραδώσει ο εγκαλών για επένδυση στο ανωτέρω αμοιβαίο κεφάλαιο εισπράχθηκαν από άσχετα φυσικά πρόσωπα και δη τον .... και ...., και έτσι αυτός υπέστη συνολική περιουσιακή ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 68.641,74 ευρώ. Όμως και σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας του ΣΔΟΕ, τα χρήματα που απέκτησαν οι κατηγορούμενοι αδελφοί Χ1 Χ2 Ζ, με την εν γνώσει συμμετοχή των λοιπών στην εν λόγω αξιόποινη δραστηριότητα, σε βάρος εκατοντάδων ανύποπτων θυμάτων, από την διάθεση του φερομένου ως αμοιβαίου κεφαλαίου, ανήλθαν στο ποσό 48.477.262,52 ευρώ, χωρίς και να αποκλείεται πολύ μεγαλύτερο ποσό, κατά τον συνημμένο αναλυτικό πίνακα στην από 15.12.2004 πορισματική αναφορά του ΣΔΟΕ. Αρχές του έτους 2003 ήλθαν στο φώς της δημοσιότητας τα πρώτα στοιχεία της τεράστιας απάτης, την οποία εμπνεύστηκαν, οργάνωσαν και υλοποίησαν οι κατηγορούμενοι Χ1, Χ2 και Ζ, με καθοδηγητή και κορυφαίο στην ιεραρχία το πρώτο, μαζί και με άλλους συμμετόχους, ήδη ποινικά εμπλεκόμενους (εκκρεμούν εις βάρος των σωρεία συναφών δικογραφιών) μεταξύ των οποίων οι Χ3 και Χ4, οι οποίοι, κατέχοντας και στελεχώνοντας υψηλόβαθμες θέσεις στην εταιρεία ".... LTD", έδρασαν εν γνώσει του οργανωθέντος μηχανισμού εξαπάτησης, κατ'εντολή, παρότρυνση και σύμφωνα με την καθοδήγηση των ως άνω αδελφών, προκειμένου να ωφεληθούν περιουσιακά. Έτσι οι Χ3 και Χ4, ερχόμενοι επανειλημμένα σε άμεση προσωπική και τηλεφωνική με τον εγκαλούντα, παρέπεισαν αυτόν ότι η επένδυση των χρημάτων που ήτοι επωφελής και ασφαλής, προβάλλοντας απατηλά το ως άνω επενδυτικό προϊόν (Goldsmith Investment Fund), το οποίο ήτο ανύπαρκτο, χωρίς ενσωματωμένο δικαίωμα, εν γνώσει των, διαβεβαιώνοντας παράλληλα τον εγκαλούντα ότι η εταιρεία "....." ήτο οικονομικός κολοσσός, με διεθνείς κύρος, τα δε νομιμοποιητικά έγγραφα που παρέδωσε η Χ4 στον εγκαλούντα ήσαν κατά περιεχόμενο. Εξ άλλου ο εγκαλών, παρέδωσε εις αυτούς τις προεκτεθείσες επιταγές και χρήματα. Κατά τις πορισματικές εκθέσεις του ΣΔΟΕ (27.4.2004 και 15.12.2004) οι off-shore εταιρείες "... και ....", όπως και πλήθος παρόμοιων εταιρειών (..., ...., ..., ...., ...., ..., ....), ήσαν εταιρείες "μαϊμού", δημιουργήματα των αδελφών Χ1 Χ2 Ζ με πρωτεργάτη τον Χ1, μέσω αυτών δε των εταιρειών, ακολουθώντας μεθοδολογία εξειδικευμένη για την απόκρυψη και μετατροπή των πάσης φύσεως κεφαλαίων σε "νόμιμες" επενδύσεις, μέσα από δαιδαλώδεις διαδρομές και διαδικασίες, για να επιτύχουν την ολίσθηση των κεφαλαίων των θυμάτων στα ιδικά των θυλάκια, κατόρθωσαν να εξαπατήσουν εκτός από φυσικά πρόσωπα και εταιρείες, δήμου, φιλανθρωπικά ιδρύματα, εξαπλώνοντας το δίκτυο και σε όλες σχεδόν τις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας. Περαιτέρω, έκτος των πιο πάνω εταιρειών, δημιούργησαν και δεκάδες άλλες υπεράκτιες, με έδρα τις Παρθένες νήσους, όπως "DEAL ..... AE, THPEAΣ AE, NATIONAL .......... AE, τη χρηματιστηριακή TALADIAN ΑΕΛΔΕ, με σκοπό τη συγκέντρωση κεφαλαίων από ανυποψίαστους επενδυτές, μέσω των οποίων, αυτά κατέληγαν και ιδιοποιούντο από τους εν λόγω κατηγορούμενους και τους συμμετόχους των. Μάλιστα επέλεγαν ως ιδρυτικά μέλη διάφορα πρόσωπα, που στις περισσότερες περιπτώσεις δεν είχαν ουσιαστική ή εμπορική σχέση με τις εταιρείες αυτές, ακόμη χρησιμοποιούσαν συνιδρυτικά μέλη - μετόχους και υπαλλήλους των. Έτσι στην εταιρεία "ΤΗΡΕΑΣ", με αντικείμενο εργασιών συστήματα πληροφορικής, χρησιμοποίησαν ως ιδρυτικό μέλος την Χ4, με φερομένη καταβολή της στο μετοχικό κεφάλαιο 25.000 ευρώ. Ομοίως η εταιρεία ".... L.T.D." φέρεται να εκπροσωπείται και από την εν λόγω κατηγορουμένη, το δε ποσό των 90.000 ευρώ, που κατετέθη στο λογαριασμό 486124 επ' ονόματι αυτής, χρησιμοποιήθηκε, μέσω επιταγών, εις διαταγή του Χ1, για προσωπικές του αγορές.
Τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, προκύπτουν αβίαστα από την έγκληση, την κατάθεση του εγκαλούντος, τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις των ...., τις ένορκες βεβαιώσεις των ..., ...., ...., ιδιαίτερα δε τις από 27.4.2004 και 15.12.2004 πορισματικές αναφορές του ΣΔΟΕ, αλλά και την από 27.6.2005 ένορκη μαρτυρική κατάθεση του ..., ενώπιον της Ανακρίτριας του 27ου Τμήματος Αθηνών επί συναφούς υπόθεσης και όλα ανεξαιρέτως τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας. Την παραπάνω πράξη ετέλεσαν οι κατηγορούμενοι από κοινού, με την αποδιδομένη στο καθένα, κατά το προσβαλλόμενο βούλευμα, μορφή συμμετοχής με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, με το προαναφερθέν συνολικό όφελος και την αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος, που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Ενήργησε δε ο καθένας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, έχοντας ............. την ροπή προς τις απάτες, διαμορφωμένη δε υποδομή και ετοιμότητα διάπραξης τέτοιων εγκλημάτων. Προς τούτο, επισημαίνεται και αξιολογείται ο προεκτεθείς οργανωμένος, συστηματικός, επιτήδειος και αριστοτεχνικός τρόπος συγκρότησης του όλου μηχανισμού για την εξαπάτηση εκατοντάδων Ελλήνων επενδυτών, μεταξύ των οποίων και ο εγκαλών, η καλοστημένη επιχείρηση της "παρατράπεζας" με δήθεν διεθνείς διασυνδέσεις, η προβολή διαφημιστικών φυλλαδίων, η δημιουργία δεκάδων υπεράκτιων εταιρειών, η δημιουργία δαιδαλώδους εντυπωσιακού δικτύου, μέσω του οποίου τα κεφάλαια των επενδυτών, αφού χάνονταν, "ξεπλένονταν" και κατέληγαν στα θυλάκια των ως άνω κατηγορουμένων, η λειτουργία γραφείων σε πολυτελή κτίρια, η πολυδάπανη και ισχυρή διαφήμιση, η απασχόληση πολυάριθμου προσωπικού. Κατ' ακολουθίαν αυτών, συνάγεται η εμμονή και ανεξάντλητη ροπή των στην προεκτεθείσα εγκληματική δράση, για πολλά έτη, αναμφίβολα κατ' επάγγελμα προς πορισμό σταθερού και διαρκούς εισοδήματος (το τελευταίο διερευνήθηκε ενδελεχώς και περιγράφεται στις πορισματικές εκθέσεις του ΣΔΟΕ).
Οι κατηγορούμενοι Χ3 και Χ4 συμμετείχαν ενεργά στην εξαπάτηση του εγκαλούντος, κατόπιν της προτροπής και καθοδήγησης των υπολοίπων, προκειμένου να ωφεληθούν περιουσιακά παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς των, οι οποίοι δεν ευσταθούν στερούμενοι παντελώς ουσιαστικής βασιμότητας, εν όψει του προεκτεθέντος αποδεικτικού υλικού. Περαιτέρω οι αιτιάσεις του Χ2, ότι ουδεμία σχέση είχε με την άνω εταιρεία ανατρέπονται από την αναλυτική περιγραφή της άμεσης συμμετοχής του, με τη μορφή του διευθυντικού εις αυτή ρόλου στις ως άνω πορισματικές εκθέσεις, εξ άλλου τούτο επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο των ενόρκων βεβαιώσεων ...., ...., ...., Ο Χ1 απολογούμενος ενώπιον του Ανακριτή, διατείνεται ότι ήτο απλός υπάλληλος στην άνω εταιρεία ".....", στη δε κρινόμενη έφεση, επιγραμματικά αιτιάται κακή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, ο δε Ζ, ότι δεν εμπλέκεται στην όλη εγκληματική δραστηριότητα, μάλιστα ότι αυτός αποκάλυψε την απάτη του παραπάνω αδελφού του και των συνεργατών, ομοίως όμως οι ισχυρισμοί των αυτοί στερούνται ουσιαστικής βασιμότητας εν όψει των προεκτεθέντων. Τέλος επισημαίνεται ότι οι ισχυρισμοί της κατηγορουμένης Χ4 περί απολύτου ακυρότητας της προδικασίας, είναι άνευ νομίμου ερείσματος, ως δε προεξετέθη οι διαλαμβανόμενες μαρτυρικές της καταθέσεις στις ως άνω πορισματικές εκθέσεις του ΣΔΟΕ είναι εκ των στοιχείων τα οποία εν προκειμένω δεν αξιολογήθηκαν κατά την αναφορά των προκυψάντων πραγματικών περιστατικών.
Με αυτές τις σκέψεις και με όσα ήδη αναπτύχθηκαν και αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά πρόδηλο είναι ότι, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, που με το εκκαλούμενο βούλευμά του, δέχθηκε ότι συντρέχουν στη προκειμένη περίπτωση επαρκείς ενδείξεις ενοχής εις βάρος των εκκαλούντων κατηγορουμένων 1) Χ3 και 2) Χ4, για απάτη από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη και υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, 3) των Χ1, Χ2 και Ζ για ηθική αυτουργία στην ανωτέρω πράξη από κοινού και κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, και παρέπεμψε αυτούς στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των για να δικασθούν ως υπαίτιοι αυτής, δεν έσφαλε, αλλά ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις που του προσκομίσθηκαν, και συνεπώς οι εφέσεις που αυτοί άσκησαν και υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι ουσιαστικά αβάσιμες και ως τέτοιες πρέπει ν' απορριφθούν και να καταδικασθούν στα δικαστικά γι' αυτές έξοδα, από 210 ευρώ ο καθένας". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες τις εφέσεις των ήδη αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων και παρέπεμψε αυτούς ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων) για να δικαστούν για την κακουργηματική απάτη από κοινού, κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, ειδικότερα δε, για απάτη κατά συναυτουργία οι 3ος και 4η και για ηθική αυτουργία στην άνω πράξη οι 1ος και 2ος, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα ως προς όλες τις διατάξεις που αφορούν τους ήδη αναιρεσείοντες κατηγορουμένους, διέλαβε σ' αυτό την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης για την οποία παραπέμφθηκαν οι κατηγορούμενοι στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, για να δικαστούν, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ανωτέρω δε παρατεθείσες διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Ειδικότερα, υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς το ότι οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι με σκοπό να περιποιήσουν στους εαυτούς τους παράνομο περιουσιακό όφελος, εν γνώσει παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα σαν αληθινά τα παραπάνω γεγονότα, αποκρύπτοντας την αληθή κατάσταση αθεμίτως και έτσι ο τελευταίος παραπλανήθηκε και τους κατέβαλε τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά. Συνεπεία των καταβολών αυτών, αυτός ζημιώθηκε αντίστοιχα, ζημία που δεν θα υφίστατο αν δεν είχε παραπλανηθεί και δεν τους είχε παραδώσει τα παραπάνω χρηματικά ποσά, η ζημία του δε αυτή τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς τις πιο πάνω καταβολές. Επίσης, υπάρχει ειδική αιτιολογία ότι οι κατηγορούμενοι διέπραξαν την άνω πράξη τους κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, οι μεν πρώτος και δεύτερος προκαλώντας την απόφαση στους τρίτο και τέταρτη των κατηγορουμένων να τελέσουν σε βάρος τους άνω εγκαλούντος την πιο πάνω πράξη, την οποία τέλεσαν κατ' εξακολούθηση με περισσότερες ομοειδείς πράξεις, κατά την αναφερόμενη στην αρχή έννοια. Οι πράξεις τους συνδέονται μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεώς τους. Εξάλλου, υπάρχει ειδική αιτιολογία και εμπεριστατωμένη στην πρόκληση από τους πρώτο και δεύτερο των κατηγορουμένων της αποφάσεως στους τρίτο και τέταρτη από αυτούς, να διαπράξουν την αξιόποινη πράξη της απάτης, καθώς και τον τρόπο που προκάλεσαν σε αυτούς την άνω απόφαση και τον δόλο αυτών για ηθελημένη πρόκληση της άνω αποφάσεως στους τελευταίους κατηγορουμένους να διαπράξουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης σε βάρος του εγκαλούντος. Επίσης δε, και για τη συνδρομή στο πρόσωπο των άνω ηθικών αυτουργών της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της άνω πράξεως. Τέλος, υπάρχει ειδική αιτιολογία και για το ότι η ζημία στον εγκαλούντα, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Το παραπάνω αποδεικτικό υλικό, το δικάσαν Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του αναφέρει ότι συγκέντρωσε από την έγκληση και την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν κατά τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση και την προηγηθείσα προανάκριση, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων οι από 27.4.2005 και 15.12.2005 πορισματικές εκθέσεις του ΣΔΟΕ, εξαιρουμένων των σε αυτές διαλαμβανομένων ενόρκων μαρτυρικών καταθέσεων της τέταρτης αναιρεσείουσας, Χ4, σε συνδυασμό με τις απολογίες και απολογητικά υπομνήματα των κατηγορουμένων. Έτσι, υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στο άνω βούλευμα για την πράξη που παραπέμπονται οι εν λόγω κατηγορούμενοι. Είναι αβάσιμες και ως τέτοιες πρέπει να απορριφθούν οι επί μέρους αντίθετες αιτιάσεις καθενός των αναιρεσειόντων και ειδικότερα: 1) του πρώτου από αυτούς, Χ1, ότι από το πληττόμενο βούλευμα δεν προκύπτει ότι το Συμβούλιο συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά την προδικασία, αλλά και εκείνα που επικαλέστηκε αυτός κατά την έφεσή του και με το υπόμνημά του, τα οποία ανατρέπουν την κατηγορία και επιπλέον οι παραδοχές του Συμβουλίου αποτελούν αντιγραφή του κατηγορητηρίου και του πρωτόδικου βουλεύματος, 2) του δεύτερου των κατηγορουμένων, Χ2, ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα υπάρχει παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων και των καταθέσεων των μαρτύρων, .... και ...., οι οποίοι κατέθεσαν ότι ο αναιρεσείων αυτός δεν έχει καμμιά σχέση με τη διεύθυνση της εταιρείας "....", ούτε στο βούλευμα αναφέρονται τα αποδεικτικά στοιχεία και οι δικανικοί συλλογισμοί στους οποίους στηρίχθηκε η δικανική πεποίθηση του Συμβουλίου, 3) του τρίτου από αυτούς, Χ3, στο άνω βούλευμα δεν λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και συγκεκριμένα, αυτά που αυτός προσκόμισε με το απολογητικό του υπόμνημα και την έφεσή του, τα οποία ανατρέπουν την κατηγορία, ενώ δεν αιτιολογούνται πλήρως οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της άνω πράξεως, ούτε αναφέρονται τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ο ηγετικός τους ρόλος στην εταιρία, καθώς και ότι εσφαλμένα θεωρήθηκε ως συναυτουργός, ενώ έπρεπε να χαρακτηριστεί ως απλός συνεργός στο αδίκημα της απάτης. Ενόψει όμως των όσων παραπάνω έχουν λεχθεί, υπάρχει πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την κατά συναυτουργία τέλεση της άνω πράξεως από τους κατηγορούμενους. Και 4) της τέταρτης των κατηγορουμένων, Χ4, ότι λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο και συνεκτιμήθηκαν μαρτυρικές καταθέσεις που δόθηκαν ενόρκως από αυτή, πριν αποκτήσει την ιδιότητα της κατηγορουμένης, κατά το στάδιο της διενεργηθείσας διοικητικής εξετάσεως ενώπιον των υπαλλήλων του ΣΔΟΕ, ... και .... και έτσι, παραβιάστηκε το δικαίωμά της για δίκαιη δίκη. Ότι παρανόμως έγινε η προανάκριση από τους άνω υπαλλήλους του ΣΔΟΕ, αφού αυτοί στερούντο πτυχίου ανωτάτης Σχολής. Ότι δεν αναφέρονται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που θεμελιώνουν την υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος και δεν αιτιολογείται πλήρως ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του άνω εγκλήματος. Και ότι δεν έπρεπε να ασκηθεί κατ' αυτής η άνω ποινική δίωξη, λόγω εκκρεμοδικίας, αφού για την ίδια πράξη έχουν ασκηθεί σε βάρος της δύο (2) ακόμη διώξεις. Πρέπει δε να λεχθεί, ότι από το Συμβούλιο Εφετών όλα τα έγγραφα ελήφθησαν υπόψη, όπως και οι μαρτυρικές καταθέσεις. Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, Χ4, ότι οι άνω υπάλληλοι του ΣΔΟΕ δεν έχουν πτυχίο ανωτάτης Σχολής, ουδεμία ακυρότητα δημιουργεί, ενώ από το κείμενο του προσβαλλόμενου βουλεύματος προκύπτει ότι οι καταθέσεις της ενώπιον αυτών δεν ελήφθησαν υπόψη και δεν αξιολογήθηκαν. Tα υπ' αυτής υποστηριζόμενα ότι το πόρισμα του ΣΔΟΕ έγινε με τη λήψη υπόψη υπό των άνω υπαλλήλων των ενόρκων καταθέσεών της, δεν αποδεικνύεται, αφού από το πολυσέλιδο πόρισμα (το οποίο, στη δίκη αυτή, παραδεκτά επισκοπείται) προκύπτει ότι το πόρισμα συνετάγη βάσει πληθώρας μαρτυρικών καταθέσεων και αποδεικτικών εγγράφων, τραπεζικών λογαριασμών ως και δεκάδων CD που απαριθμούν 380.000 σελίδες. Τέλος, όσον αφορά την αιτίαση της τελευταίας, ότι η προκειμένη ποινική δίωξη πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη λόγω εκκρεμοδικίας, πρέπει να λεχθούν τα παρακάτω: Κατά της εν λόγω αναιρεσείουσας έχουν σχηματισθεί και άλλες ποινικές δικογραφίες, μεταξύ των οποίων και η υπ'αριθμόν Α02/01.Ε/495-Α05/01.Ε/82 η οποία διαβιβάστηκε στην ανακρίτρια του 2ου τακτικού τμήματος με αριθμό ανακριτικής δικογραφίας 12/2006. Από το σχέδιο του κατηγορητηρίου προκύπτει ότι κατά της ανωτέρω απαγγέλθηκε κατηγορία και για απατή σε βάρος του Ξ και σχετικά με τα ποσά των 24.181,95 € και 137.867,39 € με ημερομηνία καταβολής την 26.9.2001 και 10.3.99, αντίστοιχα, (βλ. σχέδια κατηγορητηρίου της άνω δικογραφίας στις σελίδες 32 και 54). Για τα ποσά αυτά έχει παραπεμφθεί βάσει της παρούσας δικογραφίας. Όμως όπως προκύπτει από την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης η άνω υπ' αριθμ. 12/2006 δικογραφία εκκρεμεί προς έκδοση βουλεύματος ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών. Κατά συνέπεια η παρούσα δικογραφία προηγείται διαδικαστικά και κατ' ακολουθίαν δεν κηρύσσεται αυτή η δίωξη απαράδεκτη αλλά η ετέρα. Ως προηγουμένη διαδικαστικώς θεωρείται εκείνη η υπόθεση η οποία έχει εισέλθει στο επόμενο στάδιο διαδικασίας δηλαδή στο ακροατήριο έναντι της διαδικασίας του Συμβουλίου και τούτου έναντι της ανακρίσεως ή προανακρίσεως.
Εξάλλου, το αυτό Συμβούλιο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε σε αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθούν οι αναιρεσείοντες. Ούτε επίσης εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων. Κατόπιν αυτών, τα παράπονα που διατυπώνει κάθε αναιρεσείων, ότι εσφαλμένα με το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έγινε με αυτό δεκτή η έφεσή του κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, είναι αβάσιμα. Ακολούθως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν στο βούλευμα, αλλά και ο από το αυτό άρθρο στοιχ. δ', για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλει το άρθρο 139 του αυτού Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ειδικότερα, ενόψει όσων παραπάνω έχουν λεχθεί, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως από κάθε αναιρεσείοντα με την αίτησή του και συγκεκριμένα, από τον πρώτο και δεύτερο κατηγορούμενο της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ΚΠΔ 484 παρ. 1 στοιχ. δ') από τον τρίτο αναιρεσείοντα, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπερβάσεως εξουσίας (ΚΠΔ 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και στ') και από την τέταρτη αναιρεσείουσα, της απόλυτης ακυρότητας της ΚΠΔ 57, της υπερβάσεως εξουσίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (ΚΠΔ 484 παρ. 1 στοιχ. α', β', γ', δ' και στ'). Επίσης δε, για όλους τους αναιρεσείοντες, εφόσον οι αιτήσεις τους είναι εμπρόθεσμες και νομότυπες, μετ' αυτεπάγγελτη εξέταση για καθέναν κατά την ΚΠΔ 484 παρ. 2 (ως έχει μετά την αντικατάστασή της με άρθρο 42 παρ. 3 Ν.3160/2003), των προβλεπομένων από την ΚΠΔ 484 παρ. 1 λόγων αναιρέσεως κατά βουλεύματος, πρέπει αυτοί να απορριφθούν ως κατ'ουσίαν αβάσιμοι. Οι λοιπές δε αιτιάσεις κάθε αναιρεσείοντος, που πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, με την επίκληση του άνω λόγου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικαστεί κάθε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).

Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει τις αιτήσεις αναιρέσεως με αριθμούς: 1)81/24.4.2008 του Χ1, 2) 78/23.4.2008 τουΧ2, 3) 83/24.4.2008 του Χ3 και 4) 84/29.4.2008 της Χ4, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 496/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή