Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 537 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή.




Περίληψη:
Χρέη προς το Δημόσιο. Καταδικαστική απόφαση για χρέη προς το δημόσιο. Δεκτός ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, λόγω μη προσδιορισμού του χρόνου καταβολής του χρέους. Η στο διατακτικό παραπομπή στο συνημμένο στο διατακτικό πίνακα χρεών για προσδιορισμό του χρόνου δεν αναπληρώνει τη μη αναφορά της στο σκεπτικό ή το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού η παραπομπή γίνεται σε πίνακα χρεών που δεν αφορά την αναιρεσείουσα, αλλά τρίτο. Αναιρεί και παραπέμπει.




Αριθμός 537/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, περί αναιρέσεως της 13373/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18.1.2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 310/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν, 1882/1990, όπως ίσχυε πριν να αντικατασταθεί με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφ' όσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως κατά τις διακρίσεις των επομένων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου φόρου και το ποσόν της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με την πιο πάνω αντικατάσταση του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τελωνεία και αφετέρου αυξήθηκε το ύψός του οφειλομένου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής και έτσι πράξεις που ήσαν προηγουμένως αξιόποινες κατέστησαν πλέον ανέγκλητες. Επομένως κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του από τις διατάξεις αυτές προβλεπομένου πιο πάνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση είναι: α) η ύπαρξη βεβαιωμένων χρεών, β) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, γ) ο τρόπος πληρωμής του (εφ' άπαξ ή σε δόσεις) και δ) το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος καταβολής του, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε και η μη πληρωμή του μέσα σε ορισμένη προθεσμία. Η πράξη της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.2523/1997, όπως αντικαταστάθηκε με τις παρ. 2α-δ του άρθρου 19 του Ν. 2948/2001 και, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 28 του ίδιου ως άνω νόμου, ισχύει από 1.1.2002, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα έξι χιλιάδες (6.000) ευρώ όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι (6) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τεσσάρων (4) τουλάχιστον προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα έξι χιλιάδες (6.000) ευρώ για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα εννέα χιλιάδες (9.000) ευρώ όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, γ) ενός (1) τουλάχιστον έτους προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, ή επιρριπτόμενους φόρους και έξι (6) τουλάχιστον για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα εννέα χιλιάδες (9.000) για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τις δεκατέσσερις χιλιάδες (14.000) ευρώ όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις· διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ1 του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, από την αποδεικτική στο ακροατήριο διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής ή μη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά έχουν υπαχθεί στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας λόγω αντιφάσεως των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο για την στήριξη της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του υπάρχει και όταν η αντίφαση αυτή δημιουργείται μεταξύ των εκτιθέμενων στο σκεπτικό της απόφασης πραγματικών περιστατικών και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής, αρκεί τα τελευταία να αποτελούν παραδοχές από κοινού με εκείνες του σκεπτικού. Στην προκειμένη περίπτωση, το Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη 13373/2007 απόφασή του, ύστερα εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα ακόλουθα: "Η κατηγορουμένη στην ...., την 1-3-2002, καθυστέρησε την καταβολή βεβαιωμένου στο Δημόσιο χρέους, καταβλητέου εφάπαξ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, ανερχόμενο στο ποσό των διακοσίων ενενήντα τριών χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι εννέα ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (293.929,48). Συγκεκριμένα, η κατηγορουμένη, ενώ είχε συμβληθεί ως εγγυήτρια, το έτος 1990, σε σύμβαση δανείου, που συνήψε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡ ΣΕΤΕΖ ΑΕ Βιοτεχνία Ετοίμων Ενδυμάτων", που εδρεύει στην ...., κατά την παραπάνω ημεροχρονολογία (1.3.2002) καθυστέρησε την καταβολή του άνω ποσού των 293.929,48 ευρώ, το οποίο είχε βεβαιωθεί σε βάρος της υπέρ του Δημοσίου, προερχόμενο από δάνεια ΚΕΧΚΕΕΔ με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 4 μηνών από τότε που το χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, όπως αυτό αναλυτικά αναφέρεται στο συνημμένο στο κατηγορητήριο και στο διατακτικό της παρούσας με αριθμ. 78/10-5-2006 πίνακα χρεών. Περαιτέρω προέκυψε πως ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην άνω πράξη του από μη ταπεινά αίτια και δη λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, εξ αιτίας των οποίων κατασχέθηκε η ακίνητη περιουσία του (βλ. υπ' αρ. 976/15-3-1999 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης .....), κι επομένως πρέπει να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ, 2β ΠΚ". Με βάση το αιτιολογικό αυτό, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη αναιρεσείουσα για παραβίαση της προθεσμίας καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρα 25 παρ.1 περ. γ 1, 6, 2 ν. 1882/1990 ως αντικατ. με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν.3220/04) και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δέκα πέντε μηνών, την οποία και ανέστειλε για τρία έτη. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν αναφέρεται ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό αυτής ο ακριβής χρόνος καταβολής του ως άνω χρέους, ο οποίος (χρόνος), κατά τα στην προηγούμενη σκέψη εκτεθέντα, είναι στοιχείο που πρέπει να προσδιορίζεται για την πληρότητα της καταδικαστικής απόφασης, θεμελιούμενης στις παραπάνω μνημονευόμενες διατάξεις. Η έλλειψη δε του στοιχείου αυτού δεν μπορεί να συμπληρωθεί από τον συνημμένο στο διατακτικό με αριθμό 77/2008 πίνακα χρεών του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, στο οποίο και γίνεται απ' αυτό παραπομπή, δεδομένου ότι ο ως άνω πίνακας δεν αφορά την κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα αλλά τρίτο πρόσωπο, τον ..... Η έλλειψη δε του ως άνω στοιχείου του χρόνου καταβολής του χρέους δεν αναπληρούται από την παραπομπή του διατακτικού εκτός από τον συνημμένο σ' αυτό πίνακα χρεών και στο συνημμένο στο κατηγορητήριο πίνακα χρεών, ο οποίος και φέρει ως οφειλέτρια του χρέους την αναιρεσείουσα, αφού, εκτός του ότι από την σωρευτική παραπομπή αυτή δεν καθίσταται σαφές σε ποιον από τους δύο διαφορετικούς πίνακες παραπέμπει το διατακτικό, ο συναπτόμενος στο κατηγορητήριο πίνακας δεν μπορεί να θέσει εκποδών τον συνημμένο στο διατακτικό πίνακα χρεών, ο οποίος και μόνο αποτελεί τμήμα της προσβαλλόμενης απόφασης. Συνακόλουθα, εφόσον δεν προσδιορίζεται κρίσιμο για την κατάσταση του χρέους στοιχείο, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος κατ' ουσίαν, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ σχετικός λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της αίτησης ως αλυσιτελούς, να γίνει δεκτή αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του με άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 13373/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή