Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 7 / 2006    (In full composition, Penal Cases)

Θέμα
Πολιτική αγωγή, Έγκληση.




Περίληψη:
Η δήλωση παράστασης της πολιτικής αγωγής, πρέπει να διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή, βέβαιο και ανεπιφύλακτο, να μην τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία και να μην αναφέρεται στο μέλλον αλλά στο παρόν, να είναι δηλαδή ενεστώσα και όχι μελλοντική, για τη δημιουργία όμως βεβαιότητας ότι το νόημα της δηλώσεως είναι η άμεση παράσταση και η απόκτηση των δικαιωμάτων του πολιτικώς ενάγοντος, δεν απαιτούνται πανηγυρικές εκφράσεις. Έτσι η δήλωση που διαλαμβάνεται στην έγκληση, «… δηλώνω ότι θα παρασταθώ ως πολιτικώς ενάγων για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστην από την αξιόποινη συμπεριφορά του μηνυόμενου, για το ποσό των 44 ευρώ με επιφύλαξη του υπόλοιπου …», όταν μάλιστα συνοδεύεται και με το διορισμό δικηγόρου ως πληρεξούσιου και αντικλήτου και την καταβολή του νόμιμου παραβόλου, έχει με βεβαιότητα το νόημα, της άμεσης και ανεπιφύλακτης κατά την υποβολή της έγκλησης παράστασης πολιτικής αγωγής (Ποιν. Χρ. ΝΖ/32). (Επιμέλεια περίληψης: Χρύσανθος Παπούλιας, επίτιμος αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)




Αριθμός 7/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ (ΠΟΙΝΙΚΗ) ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
A΄ ΣΥΝΘΕΣΗ – ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανό Πατεράκη, Θεόδωρο Αποστολόπουλο και Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπροέδρους, Χρήστο Γεωργαντόπουλο, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Γεώργιο Χλαμπουντάκη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη, Αναστάσιο-Φιλητά Περίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη, Μιχαήλ Μαργαρίτη, Γεώργιο Καράμπελα, Δημήτριο Δαλιάνη-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ηλία Γιαννακάκη, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Γεώργιο Καπερώνη, Εμμανουήλ Καλούδη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αθανάσιο Θεμέλη και Μάριο – Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσθένη Κορδοπάτη (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε Συμβούλιο στο κατάστημά του στις 15 Δεκεμβρίου 2005, για να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος – πολιτικώς ενάγοντος: Ψ1 , που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 488/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτό. Ο αναιρεσείων – πολιτικώς ενάγων ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Φεβρουαρίου 2003 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 378/2003.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1865/2005 απόφαση του Στ΄ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημοσθένης Κορδοπάτης, έφερε για κρίση στο Συμβούλιο την ποινική δικογραφία, που έχει σχηματισθεί κατά του πιο πάνω κατηγορουμένου και την πιο πάνω αίτηση αναιρέσεως, με την 572/30.11.2005 πρότασή του, και στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Εισάγω, ενώπιον της Τακτικής Ολομελείας του Αρείου Πάγου, κατ΄άρθρο 23 παρ. 1, 2 Ν. 1756/1988, και άρθ. 3 παρ. 3 Ν. 3810/1957 λόγω παραπομπής εις αυτήν με την υπ΄αριθ. 1865/2005 απόφαση του ΣΤ΄ Ποινικού Τμήματος - σε Συμβούλιο - του Αρείου Πάγου, την από 27-2-2003 αίτηση αναιρέσεως πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 , κατά του υπ΄αριθ. 488/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, προκειμένου η Τακτική Ολομέλειά σας να αποφανθεί περί του παραδεκτού ή όχι της ως άνω αναιρέσεως, εκθέτω τα κάτωθι:
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το ανωτέρω υπ΄αριθ. 488/2003 βούλευμά του, απεφάνθη να μη γίνει κατηγορία κατά του Χ1 για τις αξιόποινες πράξεις α) της ψευδούς καταμηνύσεως β) της ψευδορκίας μάρτυρος, γ) της πλαστογραφίας (νοθεύσεως) μετά χρήσεως, κατ΄εξακολούθηση και δ) της απάτης ενώπιον Δικαστηρίου, από υπαίτιο που διαπράττει απάτη κατ΄επάγγελμα, και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (άρθ. 13 περιπτ. στ΄, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 1, 224 παρ. 1, 2, 229 παρ. 1, 386 παρ. 1, 3 α Π.Κ.) πράξεις τις οποίες ούτος φέρεται ότι ετέλεσε, στην Αθήνα, την 12-3-1998 και 21-5-1998, σε βάρος του εγκαλούντος, και ήδη αναιρεσείοντος, ως άνω, Ψ1 Κατά του ανωτέρω απαλλακτικού βουλεύματος ο εγκαλών άσκησε, δια της νομίμως εξουσιοδοτημένης, από αυτόν, πληρεξουσίου δικηγόρου του, Ελένης Μποφιλιάκη, την από 27-2-2003 αίτηση αναιρέσεως, δια δηλώσεως της τελευταίας ενώπιον του Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών (συνταχθείσης, προς τούτο, της υπ΄αριθ. 1/27-2-2003 Εκθέσεως Αναιρέσεως), η οποία είναι εμπρόθεσμη, αφού ασκήθηκε μετά τη λήξη της προθεσμίας εφέσεως (άρθ. 473 παρ. 1, 480 ΚΠΔ), και η επίδοση του προσβαλλομένου βουλεύματος έγινε νομίμως σε αυτόν, δια θυροκολλήσεως στην κατοικία του, την 7-2-2003.
Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι, επιτρεπτώς ούτος, κατά τον χρόνο της ασκήσεως της, υπό κρίση, αιτήσεως αναιρέσεως (27-2-2003), προσέβαλε, υπό τη φερομένη ιδιότητά του, του πολιτικώς ενάγοντος, το ανωτέρω απαλλακτικό βούλευμα, κατ΄άρθρο 482 περιπ. Β, β΄ Κ.Π.Δ., (όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν από τη γενομένη αντικατάστασή του με το άρθρο 41 παρ. 1 Ν. 3160/2003, ΦΕΚ Α/165 της 30-6-2003), αφού κατ΄άρθρο 54 παρ. 3 του ως άνω Ν. 3160/2003, ορίζεται ότι «ένδικα μέσα κατά βουλευμάτων, τα οποία σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού δεν προβλέπονται και έχουν ασκηθεί μέχρι τη δημοσίευσή του, εισάγονται και κρίνονται από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο».
Η, ως άνω, αίτηση αναιρέσεως, μετά της σχετικής δικογραφίας, εισήχθη, προς κρίση, κατ΄άρθ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ, ενώπιον του ΣΤ΄ Ποινικού Τμήματος – σε Συμβούλιο – του Αρείου Πάγου, με την υπ΄αριθ. 2/27-7-2005 πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Απόστολου Οικονόμου, προτείνοντος, εις αυτό, την απόρριψή της ως απαραδέκτου, κατ΄άρθ. 476 παρ. 1, 485 παρ. 1 και 513 παρ. 1 εδαφ. α΄ ΚΠΔ, για τον λόγο ότι δεν υπήρχε νομότυπη δήλωση, του αναιρεσείοντος, για παράσταση αυτού ως πολιτικώς ενάγοντος, αφού ούτος, με την από 20-3-2002 έγκλησή του, που υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατά του Χ1 (συνεπεία της οποίας ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις), δήλωσε, κατά λέξη, ότι «θα παρασταθώ ως πολιτικώς ενάγων για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης…..». Η δήλωση αυτή εκτιμήθηκε, κατά την εισαγγελική πρόταση ως μη νομότυπη, καθ΄όσον αναφέρεται στο μέλλον και όχι στο παρόν, με συνέπεια να μη προσδίδει την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος στον αναιρεσείοντα, κατά τα άρθρα 63, 64, 83 και 84 ΚΠΔ, για να δικαιούται ούτος κατά τα άρθρα 480 παρ. 2, 482 περ. Β΄ β΄ ΚΠΔ (όπως το τελευταίο τούτο ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του, με το άρθρο 41 παρ. 1 Ν. 3160/30.6.2003), σε άσκηση αναιρέσεως κατά του, ως άνω, απαλλακτικού βουλεύματος.
Το Στ΄ Ποινικό Τμήμα – σε Συμβούλιο – του Αρείου Πάγου που έκρινε την υπόθεση, δέχθηκε κατά πλειοψηφία με την υπ΄αριθ. 1865/2005 απόφαση του ότι η, υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Ψ1 είναι απαράδεκτη για τον ανωτέρω λόγο, πλην όμως επειδή η αναιρετική αυτή απόφαση ελήφθη με την πλειοψηφία μιας ψήφου, (ενός μέλους του Συμβουλίου, έχοντος τη γνώμη ότι η ανωτέρω δήλωση, συνιστά παράσταση πολιτικής αγωγής ενεστώσα και όχι μελλοντική), παρέπεμψε, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 εδαφ. α και γ και παρ. 2 εδαφ. α΄ Ν. 1756/1988 και το άρθρο 3 παρ. 3 Ν. 3810/1957, το οποίο προκύπτει ότι διατηρήθηκε σε ισχύ για τις ποινικές υποθέσεις από το άρθρο 111 παρ. 1 περ. θ΄ Ν. 1756/1988, το ανακύψαν, κατά τα ανωτέρω νομικό ζήτημα (περί του παραδεκτού ή όχι της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως του Ψ1 στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Ειδικότερα, η ανωτέρω γνώμη της μειοψηφίας περί του παραδεκτού της δηλώσεως παραστάσεως πολιτικής αγωγής του αναιρεσείοντος Ψ1 στηρίζεται στη νομική σκέψη ότι η δήλωση αυτού, καθ΄εαυτή, το περιεχόμενο της οποίας έχει ως εξής: «…..Δηλώνω ότι θα παρασταθώ ως πολιτικώς ενάγων για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποίαν υπέστην από την αξιόποινη συμπεριφορά του (μηνυομένου), για το ποσό των 44 ευρώ, με επιφύλαξη του υπολοίπου….», αποτελεί δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής ενεστώσα και όχι μελλοντική, αφού, «αν ο εγκαλών (πολιτικώς ενάγων) ήθελε να δηλώσει επιφύλαξη παραστάσεως μελλοντικά πολιτικής αγωγής, θα εκδήλωνε τη θέλησή του αυτή με την αναφορά «επιφυλάσσομαι να δηλώσω» (όπως τέτοια δήλωση επιφυλάξεως έκανε για το πέραν των 44 ευρώ ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως) ή με κάποιαν άλλη αναλόγου περιεχόμενου διατύπωση, και όχι με την αναφορά «δηλώνω, ενώ και το γεγονός ότι ενσωματώνει στην έγκλησή του και το κατά νόμο παράβολο χαρτοσήμου, της (ενεστώσας) δηλώσεως παραστάσεως πολιτικής αγωγής, καταδεικνύει τη θέλησή του, για ενεστώσα και όχι μελλοντική δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής».
Επί του ανωτέρω νομικού ζητήματος, το οποίον και άλλες φορές στο παρελθόν απασχόλησε τα δικαστήρια και τους νομικούς συγγραφείς, η γνώμη μου είναι η εξής:
Από τον συνδυασμό των άρθρων 63, 64, 83 και 84 ΚΠΔ, συνάγεται ότι ως πολιτικώς ενάγων νομιμοποιείται να παραστεί ο δικαιούμενος να ζητήσει την επιδίκαση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, ή ψυχικής οδύνης, κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, υπό την προϋπόθεση ότι προ της εκδόσεως του βουλεύματος δήλωσε νομοτύπως παράσταση πολιτικής αγωγής και δεν απεβλήθη της διαδικασίας (οράτε και το άρθρο 480 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα). Η δε δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής μπορεί να γίνει είτε με την υποβολή της εγκλήσεως, είτε και μεταγενεστέρως με κατάθεση ή με υπόμνημα, οπωσδήποτε όμως απαιτείται σαφής έκφραση της βουλήσεως για παράσταση πολιτικής αγωγής, και όχι αβέβαιη ή αναγομένη στο μέλλον.
Τέλος η διαπιστουμένη τυχόν έλλειψη του δικαιώματος του πολιτικώς ενάγοντος προς άσκηση του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι ανεξάρτητη από την μη αποβολή αυτού κατά τη διάρκεια της μέχρι τότε ποινικής προδικασίας, καθ' όσον η ενεργητική νομιμοποίηση της πολιτικής αγωγής ερευνάται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της διαδικασίας. Η άποψη αυτή, η οποία έχει γίνει κατ' επανάληψη δεκτή δια πολλών αποφάσεων των Ποινικών Τμημάτων, Ε΄ και Στ΄ του Αρείου Πάγου (2/2002, 137/2002, 187/2002, 275/2002, 427/2004, 1404/2004) φαίνεται ότι είναι και η κρατούσα. Έχει όμως γίνει δεκτή και αντίθετη άποψη (Α.Π. 1129/2002, ΑΠ 1681/2002, Ποιν. Χρ. ΝΓ΄/2003, σελ. 635), σύμφωνα με την οποίαν η δήλωση «θα παραστώ ως πολιτικώς ενάγων….», ερμηνευομένη σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στη μήνυση έχει προσαρτηθεί και γραμμάτιο παραστάσεως πολιτικής αγωγής, έχει την έννοια ότι ο εγκαλών ασκεί την προβλεπομένη από τα άρθρα 914 και 932 του Α.Κ. αγωγή, ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που έχει υποστεί από την, εις βάρος του, καταμηνυομένη πράξη, αποβλέποντας στην άμεση παράσταση αυτού κατά την προδικασία, με σκοπό να αποκτήσει τα δικαιώματα που παρέχει ο νόμος στον πολιτικώς ενάγοντα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της, από 20-3-2002, εγκλήσεως του Ψ1 κατά του Χ1 και των άλλων εγγράφων της δικογραφίας, η αναγραφομένη, εις την 12η σελίδα αυτής δήλωση «ότι θα παρασταθώ ως πολιτικώς ενάγων….», δεν ενέχει, κατά τη γνώμη μου, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, νόμιμη παράσταση πολιτικής αγωγής, αφού σαφώς αυτή αναφέρεται στο μέλλον και όχι στο παρόν, κατά τον χρόνο που κατατέθηκε η έγκληση.
΄Εκτοτε, δεν υπήρξε μεταγενέστερη δήλωση νόμιμης παραστάσεως πολιτικής αγωγής υπό του εγκαλούντος (αναιρεσείοντος), ούτε με την, από 26-4-2002, ανώμοτη εξέταση αυτού, ως μάρτυρα, ενώπιον του Ανακριτή 20ου Τμήματος Αθηνών, ούτε με την από 21-6-2002 αίτηση αυτού προς τον αυτόν, ως άνω, Ανακριτή, προς χορήγηση «πιστοποιητικού» πορείας της ΑΒΜ Δ2002/1085 εγκλήσεώς του, κατά του Χ1. Ούτε, επίσης, καλύπτεται η, κατά τα ανωτέρω, ελλιπής δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής του αναιρεσείοντος, από τον διορισμό της δικηγόρου Αθηνών, Ελένης Μποφιλιάκη ως πληρεξουσίου και αντικλήτου αυτού, (οράτε έγκληση στη σελ. 13 αυτής), ή από την επισύναψη στην έγκληση του σχετικού «Παραβόλου Χαρτοσήμου» ο αριθμός του οποίου ανεγράφη σε αυτή (έγκληση), από τον αρμόδιο δικαστικό υπάλληλο, υπό την σφραγίδα με την ένδειξη «Πολιτική Αγωγή», αφού πάντα ταύτα προϋποθέτουν έγκυρη και νομότυπη δήλωση πολιτικής αγωγής, μη υπάρχουσα εν προκειμένω (Α.Π. 1404/2004, ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα).
Συνεπώς, ο αναιρεσείων δεν απέκτησε, κατά τη γνώμη μου, σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις, την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος, και δεν έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση κατά του εκδοθέντος στην ένδικη υπόθεση βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Κατ΄ακολουθία τούτων η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως αυτού, κατά του υπ΄αριθμ. 488/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου Χ1 για τις αποδιδόμενες σε αυτόν ως άνω αξιόποινες πράξεις, είναι απαράδεκτη, ως ασκηθείσα από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση κατ΄αυτού, και πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 Κ.Π.Δ., να απορριφθεί, και να επιβληθούν εις αυτόν, κατ΄άρθ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ., τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των 210 ευρώ.

Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από, 27-2-2003, αίτηση αναιρέσεως του Ψ1 , κατά του υπ΄αριθ. 488/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.
Να επιβληθούν στον ανωτέρω αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε 210 ευρώ.
Αθήνα, 18-11-2005
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Δημοσθένης Κορδοπάτης

Aφού άκουσε
τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσμένη Κορδοπάτη, που αναφέρθηκε στην παραπάνω πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ότι ειδοποιήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με τη 1865/2005 απόφαση του Στ΄ Ποινικού Τμήματος – σε Συμβούλιο - του Αρείου Πάγου, που ελήφθη κατά πλειοψηφία, η από 27-2-2003 αίτηση του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 περί αναιρέσεως του 488/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, παρεπέμφθη στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προκειμένου να αποφανθεί περί του παραδεκτού της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως.
ΙΙ. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 480 παρ. 2 και 482 παρ. Ι Β΄ ΚΠοινΔ, όπως η τελευταία ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της από το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 3160/2003, κατά του βουλεύματος, με το οποίο το οικείο συμβούλιο αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου, ο πολιτικώς ενάγων δικαιούται να ασκήσει αίτηση αναιρέσεως, εφόσον δήλωσε πριν από την έκδοση τούτου (βουλεύματος) ότι παρίσταται με την ιδιότητά του αυτή και δεν έχει αποβληθεί από την ποινική διαδικασία. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63, 64, 82, 83 παρ. 1 και 84 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι για να είναι παραδεκτή η άσκηση της πολιτικής αγωγής πρέπει η σχετική δήλωση του πολιτικώς ενάγοντος ή η έγκλησή του, στην οποία περιλαμβάνεται η δήλωση αυτή, να περιέχει, πρωτίστως, συνοπτική έκθεση της υποθέσεως και τα στοιχεία της νομιμοποιήσεώς του, δηλαδή τους γενεσιουργούς λόγους του δικαιώματός του να αξιώσει, κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, την επιδίκαση αποζημιώσεως για την περιουσιακή ζημία ή χρηματικής ικανοποιήσεως για την ηθική βλάβη ή την ψυχική οδύνη, που υπέστη από την αξιόποινη πράξη του κατηγορουμένου. Επιπλέον, η δήλωση αυτή πρέπει να διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή, βέβαιο και ανεπιφύλακτο, να μην τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία και να μην αναφέρεται στο μέλλον αλλά στο παρόν. Σε αντίθετη περίπτωση, είναι απαράδεκτη και δεν προσδίδει στον δηλούντα την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος, με συνέπεια να μην παρέχεται σ' αυτόν το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά του βουλεύματος. Δεν είναι όμως απαραίτητη, κατά νόμο, η χρήση στην ως άνω διατύπωση συγκεκριμένου τρόπου εκφράσεως, αλλά αρκεί, από το κείμενο της δηλώσεως ή και της διαλαμβάνουσας αυτή εγκλήσεως, να μη δημιουργείται αμφιβολία για τη νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος και να προκύπτει ότι το νόημα της διατυπωθείσας δηλώσεώς του ήταν η άμεση παράσταση αυτού κατά την προδικασία με σκοπό την απόκτηση των δικαιωμάτων που παρέχει ο νόμος στον πολιτικώς ενάγοντα. Έτσι, η περιεχόμενη στην έγκληση λεκτική διατύπωση «δηλώνω ότι θα παρασταθώ ως πολιτικώς ενάγων για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστην από την αξιόποινη συμπεριφορά του (δηλ. του μηνυομένου), για το ποσό των 44 ευρώ με επιφύλαξη του υπολοίπου» έχει το νόημα της άμεσης και ανεπιφύλακτης, κατά την υποβολή της εγκλήσεως, παραστάσεως του δηλούντος ως πολιτικώς ενάγοντος. Το νόημα δε αυτό γίνεται εναργέστερο αν συντρέχουν και άλλα στοιχεία, όπως είναι ο διορισμός, με την έγκληση, δικηγόρου ως πληρεξουσίου και αντικλήτου του δηλούντος ή η συνυποβολή του γραμματίου καταθέσεως παραβόλου πολιτικής αγωγής.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 20-3-2002 έγκλησή του κατά του Χ1 για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας, της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και της απάτης σε βαθμό κακουργήματος. Στο τέλος του εγγράφου της εγκλήσεως ο αναιρεσείων έχει διατυπώσει την εξής δήλωση: «Δηλώνω ότι θα παρασταθώ ως πολιτικώς ενάγων για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστην από την αξιόποινη συμπεριφορά του (εννοείται: του μηνυομένου), για το ποσό των 44 Ευρώ, με επιφύλαξη του υπολοίπου». Στο ίδιο έγγραφο, το οποίο περιέχει όλα τα στοιχεία της ουσιαστικής νομιμοποιήσεως του αναιρεσείοντος ως πολιτικώς ενάγοντος, αναφέρεται επιπλέον ότι ως πληρεξούσια δικηγόρος και αντίκλητος του αναιρεσείοντος διορίζεται η δικηγόρος Αθηνών Ελένη Μποφιλιάκη, επισυνάπτεται δε και το γραμμάτιο παραβόλου πολιτικής αγωγής. Από την εκτεθείσα διατύπωση και από τα υπόλοιπα ως άνω στοιχεία προκύπτει ότι η πρόδηλη έννοια της δηλώσεως αυτής του αναιρεσείοντος, παρά τη χρησιμοποίηση της φράσεως «δηλώνω ότι θα παρασταθώ», ήταν η άμεση και ανεπιφύλακτη, κατά τον χρόνο υποβολής της εγκλήσεως, παράστασή του ως πολιτικώς ενάγοντος και όχι η προαναγγελία μελλοντικής παραστάσεώς του σε μη προσδιοριζόμενο χρόνο, αφού στη δεύτερη περίπτωση η δήλωσή του, μη επαγόμενη καμία έννομη συνέπεια, θα ήταν περιττή και, πάντως, η περιεχόμενη σ' αυτή επιφύλαξη θα ανεφέρετο σ' αυτή καθεαυτή την παράσταση και όχι μόνο στο επιπλέον των 44 ευρώ ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, ο αναιρεσείων απέκτησε την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος και είχε, ως εκ τούτου, δικαίωμα να ασκήσει την ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατά του 488/2003 βουλεύματος, με το οποίο το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών απεφάνθη ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του Χ1 για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αίτηση αναιρέσεως, κατά το παραπεμφθέν στην Ολομέλεια μέρος της, είναι παραδεκτή και να αναπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Τμήμα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αποφαίνεται ότι η από 27-2-2003 αίτηση του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 περί αναιρέσεως του 488/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών είναι παραδεκτή, ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Αναπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Στ΄ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2006.-
Εκδόθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2006.-

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ