Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 264 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 264/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Πάρσαλη, για αναίρεση της με αριθμό 1.431/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 422/2008.

Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 220 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, απαιτείται, αντικειμενικώς α) δημόσιο, κατά την έννοια του άρθρου 438 του ΚΠολΔ, έγγραφο, δηλαδή έγγραφο, που. έχει συνταχθεί από τον καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό κρατικής υπηρεσίας (δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής) και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων του γεγονότος που βεβαιώνεται σ'αυτό, β) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό αναληθούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να επιφέρει τη γένεση, αλλοίωση, μεταβίβαση, κατάργηση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης και γ) η βεβαίωση του αναληθούς περιστατικού να επιτυγχάνεται με εξαπάτηση ή ακριβέστερα με παραπλάνηση του δημοσίου υπαλλήλου, που μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, με έγγραφο ή και προφορικά, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το βεβαιούμενο γεγονός είναι αναληθές, ότι η βεβαίωση γίνεται σε δημόσιο έγγραφο και ότι το βεβαιούμενο γεγονός μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και περαιτέρω, τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην εξαπάτηση (παραπλάνηση) του δημοσίου υπαλλήλου με οποιοδήποτε τρόπο.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε εξ ενός εκάστου αυτών, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ'όψη του και συνεξετίμησε, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ'επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ.Α.Π. 1/2005). Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 Π.Κ. για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος δεν είναι ανάγκη κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός εάν ο νόμος απαιτεί πρόσθετα στοιχεία, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, άμεσο, δηλαδή, δόλο, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή. Εξ άλλου από την διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, δικάσαν κατ' έφεση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1.431/2007 απόφασή του εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, με αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στο ... στις ...πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα δηλώνοντας ψευδώς όπως παραπάνω αναφέρεται ότι έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις και αποκρύπτοντας ότι σε βάρος του εκκρεμούσαν καταδιωκτικά έγγραφα και αποφάσεις και δη 1) το υπ' αριθμ. 12/1999 ένταλμα συλλήψεως του Ανακριτή Β' Τμήματος του Αεροδικείου Αθηνών για ανυποταξία, 2) η υπ' αριθμ. 58/5-2-1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, με την οποία διατάσσονταν η σύλληψη και προσωρινή κράτησή του για παράβαση Νόμου περί ναρκωτικών, πέτυχε να εκδοθεί με βάση την από 12-8-2002 αίτηση-δήλωσή του, από τον αρμόδιο υπάλληλο της Υπηρεσίας Διαβατηρίων Ν.Α. ... επ' ονόματι του το υπ' αριθμ. ... διαβατήριο με ημερομηνία λήξεως ισχύος την ..., το οποίο και απέκτησε αυθημερόν και το οποίο του παρείχε το δικαίωμα να ταξιδεύει σε οποιαδήποτε χώρα εκτός της Ελλάδος και με το οποίο (διαβατήριο) στην ουσία βεβαιώνονταν ότι δεν έχει περιορισμούς κίνησης και εξόδου του από τη Χώρα και ούτε κάποια στρατιωτική ή δικαστική απαγόρευση. Η τέλεση απ' αυτόν της ανωτέρω πράξεως, προκύπτει, τόσον από τις καταθέσεις των ανωτέρω υπαλλήλων της Νομαρχίας ..., όσον και από τα αναγνωσθέντα έγγραφα.
Συνεπώς στοιχειοθετείται πλήρως η τέλεση της πράξεως που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής". Με αυτά που εδέχθη το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως για το οποίο και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και του συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 και 220 παρ. 1 Π.Κ., χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει, με ελλιπή ή αντιφατική και με λογικά κενά αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ελήφθησαν υπ' όψη για την ενοχή του κατηγορουμένου. Επίσης αναφέρονται ο τρόπος της εξαπατήσεως, με την δήλωση περί εκπληρώσεως της στρατιωτικής του υποχρεώσεως και την απόκρυψη των ως άνω εκκρεμοτήτων του, ώστε να βεβαιωθεί το αναληθές περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, στο εκδοθέν διαβατήριο, ότι δηλαδή στην ουσία δεν έχει περιορισμούς κινήσεως και εξόδου του από την χώρα ως και ο δόλος του, αφού η απόφαση εδέχθη ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων υπέβαλε την από 12.8.2002 αίτησή του, γνωρίζων ότι έχει στρατιωτικές και δικαστικές εκκρεμότητες και συνεπώς, με την θέληση να εξαπατήσει (παραπλανήσει) τον εκδόσαντα το διαβατήριό του δημόσιο υπάλληλο.
Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση και περί εσφαλμένης από αυτή ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Καθ' ό δε μέρος με αυτούς επιχειρείται διάφορος εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, ούτοι είναι απαράδεκτοι, διότι αναφέρονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 25 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1.431/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή