Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1132 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Πραγματογνωμοσύνη, Σωματική βλάβη από αμέλεια.




Περίληψη:
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναγκαία και για απόρριψη αιτήματος για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Απορρίπτονται οι λόγοι για ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ακυρότητα που προκλήθηκε από ανάγνωση προανακριτικών καταθέσεων, μη εμφανισθέντων μαρτύρων και έλλειψης νόμιμης βάσης. Απορρίπτει.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1132/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Νικολαΐδη, περί αναιρέσεως της 74/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., κάτοικο ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κιαούλια.

Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 11 Φεβρουαρίου 2009 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1864/2008.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 314 παρ.1 εδ.α' ΠΚ όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Από το συνδυασμό της ανωτέρω διατάξεως με εκείνη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα (ορισμός αμέλειας κατά τον ΠΚ) προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από μη συνειδητή αμέλεια απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική, αφετέρου δε ότι είχε δυνατότητα με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το τελευταίο δε πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψή του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 74/2008 απόφασης του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αιγαίου δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ'αυτόν δια του κατηγορητηρίου αξιόποινη πράξη. Την περί τούτου κρίση του στηρίζει στα παρακάτω πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στην περιοχή "..." του οικισμού ..., στις 13 Σεπτεμβρίου 2001, και περί ώρα 07.15',όντας υπόχρεως από το επάγγελμα του ως κυνηγού να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή κατά την άσκηση της θήρας, από αμέλεια του, ήτοι από έλλειψη της προσοχής την οποία ώφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη της υγείας άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η παραπάνω πράξη του. Ειδικότερα, ενώ θήρευε στην πιο πάνω περιοχή, μαζί με άλλους κυνηγούς και ευρισκόμενος σε υψηλότερο σημείο του εδάφους σε σχέση με τον παθόντα και εγκαλούντα ..., κάτοικο ... και σε απόσταση περίπου (30) μέτρων από αυτόν πυροβόλησε με το κυνηγετικό του όπλο κατά διερχομένου θηράματος(ορτυκιού) και με φορά από ψηλά προς χαμηλά, προς το μέρος του παθόντα, χωρίς να μεριμνήσει ώστε να πυροβολήσει μόνο όταν δεν θα υπήρχε κίνδυνος τραυματισμού άλλου κυνηγού, υπολογίζοντας αναλόγως την τροχιά κινήσεως του θηράματος και τη δική του θέση, με αποτέλεσμα που δεν πρόβλεψε, να τραυματίσει αυτόν σοβαρά στον δεξιό οφθαλμό, προξενώντας του διαμπερές τραύμα δεξιού οφθαλμού από είσοδο σφαιριδίου (σκαγιού) εντός του βολβού, εξ αιτίας του οποίου ο παθών χειρουργήθηκε επανειλημμένα στο δεξιό του οφθαλμό, χωρίς να έχει εισέτι αποθεραπευθεί, απωλέσας μεγάλο μέρος της όρασης από το δεξιό οφθαλμό του. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, συνιστούν δε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που κατηγορείται ο κατηγορούμενος και επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και γι'αυτό πρέπει να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου.".Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την αποδιδόμενη σ'αυτόν αξιόποινη πράξη της βαριάς σωματικής βλάβης από αμέλεια και, δεχόμενο ότι συντρέχει στο πρόσωπο του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλάκισης 6 μηνών την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 28,310 παρ.2, 314 παρ.1α και 315 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες που εξετάσθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ύπαρξη της μη συνειδητής αμέλειας στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και το αξιόποινο αποτέλεσμα (τραυματισμός του πολιτικώς ενάγοντος), που επήλθε εξαιτίας της συμπεριφοράς αυτής αποκλειστικά. Ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, κατά τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας γιατί: 1) το σκεπτικό της αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού 2) στο σκεπτικό της υπάρχει η παραδοχή ότι, κατά τον χρόνο που προκλήθηκε ο τραυματισμός του παθόντος, θήρευε στην περιοχή μαζί με άλλους κυνηγούς και ότι από πυροβολισμό του όπλου του τραυματίσθηκε ο παθών, δίχως όμως να προσδιορίζεται η φορά του βλήματος και να αναφέρονται οι συγκεκριμένοι συλλογισμοί, με δάση τους οποίους κατέληξε στην κρίση αυτή και 3) δεν αιτιολογείται ειδικά η δυνατότητα του να προβλέψει το αποτέλεσμα, αφού δεν περιέχονται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία μπορούσε να προβλέψει τον τραυματισμό του παθόντος. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες διότι: α) δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όπως συμβαίνει και στην προκείμενη περίπτωση, περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού, β)από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, η παραδοχή του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία η φορά του βλήματος ήταν "από ψηλά προς χαμηλά, προς το μέρος του παθόντος" και ο συλλογισμός με βάση τον οποίο τούτο κατέληξε στην κρίση ότι ο τραυματισμός του παθόντος προκλήθηκε από πυροβολισμό που προήλθε από το όπλο του αναιρεσείοντος, συνιστάμενος (ο συλλογισμός) στο ότι "...ενώ θήρευε στην πιο πάνω περιοχή, μαζί με άλλους κυνηγούς και ευρισκόμενος σε υψηλότερο σημείο του εδάφους σε σχέση με τον παθόντα και εγκαλούντα ..., κάτοικο ... και σε απόσταση περίπου (30) μέτρων από αυτόν πυροβόλησε με το κυνηγετικό του όπλο κατά διερχομένου θηράματος (ορτυκιού) και με φορά από ψηλά προς τα χαμηλά, προς το μέρος του παθόντα... με αποτέλεσμα να τραυματίσει αυτόν..." και γ)ειδικά αιτιολογείται η δυνατότητα του να προβλέψει τον τραυματισμό του παθόντος, με την παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών(θήρευε στην περιοχή μαζί με άλλους κυνηγούς, ευρισκόμενος σε υψηλότερο σημείο του εδάφους σε σχέση με τον παθόντα, σε απόσταση 30 περίπου μέτρων από αυτόν, πυροβόλησε με το κυνηγετικό του όπλο κατά διερχομένου θηράματος (ορτυκιού), με φορά από ψηλά προς χαμηλά προς το μέρος του παθόντος), με βάση τα οποία μπορούσε να προβλέψει, ότι πυροβολώντας με τις συνθήκες αυτές ήταν δυνατόν να τραυματίσει άλλο κυνηγό, που κυνηγούσε στην περιοχή αυτή και βρισκόταν στην ίδια απόσταση με τον παθόντα, για την πληρότητα δε της αιτιολογίας της απόφασης, κατά το μέρος αυτό, δεν ήταν αναγκαίο να περιέχεται σ'αυτήν και η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων είχε αντιληφθεί προηγουμένως τον παθόντα. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, πρώτος στο δικόγραφο της αίτησης, δεύτερος δε τρίτος και πέμπτος σε εκείνο των προσθέτων λόγων, λόγοι είναι αβάσιμοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 178, 183 και 139 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης απόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο όμως, όταν απορρίπτει σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου, που υποβλήθηκε παραδεκτά και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οφείλει να αιτιολογήσει ειδικώς την απόφασή του, διαφορετικά, όταν δηλαδή απέρριψε το εν λόγω αίτημα χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 Δ του ΚΠΔ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, οι συνήγοροι του κατηγορουμένου, υπέβαλαν εγγράφως αίτημα, το οποίο στη συνέχεια ανέπτυξαν και προφορικά, για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από ιατροδικαστή, άλλως από χειρούργο οφθαλμίατρο, προκειμένου αυτός "να προβεί στην εξέταση του παθόντος και να αποφανθεί αιτιολογημένα για την κατεύθυνση και την πορεία του σκαγιού εντός του δεξιού οφθαλμού του παθόντα, όπως αναλυτικότερα αναφέρουν και στην από 26 Ιουνίου 2008 αίτηση τους την οποίαν καταθέτουν στο δικαστήριο". Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό, με την παρακάτω αιτιολογία, την οποία διέλαβε στο σκεπτικό του: "Επειδή δεν συντρέχει λόγος για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης που ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο, να διεξαχθεί από ιατροδικαστή, άλλως από χειρουργό οφθαλμίατρο, ο οποίος μετά από εξέταση του παθόντα να αποφανθεί για την κατεύθυνση και πορεία του σκαγιού, εντός του βολβού του δεξιού οφθαλμού του παθόντα, πρέπει να απορριφθεί το παραπάνω αίτημα του κατηγορουμένου". Στη συνέχεια στο σκεπτικό της απόφασης παραθέτει τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προαναφέρθηκαν και τα οποία, όπως βεβαιώνεται, αποδείχθηκαν από "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, την ανωμοτί εξέταση του πολιτικώς ενάγοντα, τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται παραπάνω λεπτομερώς, την απολογία του κατηγορουμένου". Η αιτιολογία αυτή είναι επαρκής, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης του, σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση για την ενοχή του κατηγορουμένου, ως προς την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη από τα υπόλοιπα στοιχεία, τα οποία έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και δεν έκρινε αναγκαία τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης που ζητήθηκε. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' ΚΠΔ, πρώτος στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του αιτήματος για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, είναι αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 365 του ΚΠΔ συνάγεται ότι ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως προκαλείται όταν παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή του εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί ληφθείσα κατά τη προδικασία ένορκη κατάθεση μάρτυρα του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη για τους λόγους που ενδεικτικώς αναφέρονται σ' αυτή τη διάταξη. Δεν δημιουργείται όμως καμία ακυρότητα όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση αναγνώσει κατάθεση μάρτυρα της προδικασίας στο ακροατήριο και αν ακόμη δεν βεβαίωσε ότι η εμφάνισή του στο ακροατήριο ήταν αδύνατη, εφόσον δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι ο κατηγορούμενος, έχοντας το σχετικό δικαίωμα, ζήτησε να λάβει το λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου και ότι αντέλεξε στην ανάγνωση της. Εξάλλου, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο αναγνωσθείσας κατάθεσης μάρτυρα που έχει ληφθεί στην προδικασία παραβιάζει δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο από το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. ε' της Ε.Σ.Δ.Α. να θέσει ερωτήματα στους μάρτυρες, μόνο εφόσον έγινε παρά την εναντίωση αυτού. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, γιατί το δικαστήριο ανέγνωσε και έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων ..., που είχε ήδη αποβιώσει και ..., απόντος κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, δίχως, προηγουμένως να δοθεί σ' αυτόν ή τούς συνηγόρους του ο λόγος για την ανάγνωση των και έτσι, αφού δεν εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο, δεν του δόθηκε και η δυνατότητα να υποβάλει ερωτήσεις σ' αυτούς, είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι, από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά, δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε να λάβει το λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου και ότι εναντιώθηκε στην ανάγνωση των. Περαιτέρω και η από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ. Ε', αιτίαση, κατά την οποία η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, γιατί υπάρχει αντίφαση μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της, κατά το μέρος που αναφέρεται στην επιβολή της ποινής, καθόσον, αν και καταδικάστηκε για έγκλημα από αμέλεια, όμως, όπως προκύπτει από το σχετικό τμήμα του σκεπτικού της απόφασης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, για τη βαρύτητα του "το είδος του δόλου του κατηγορουμένου" και την προσωπικότητα του "τα αίτια από τα οποία κινήθηκε ο κατηγορούμενος για να διαπράξει το παραπάνω έγκλημα και το σκοπό που επιδίωξε",είναι αβάσιμη διότι, από το περιεχόμενο της απόφασης, προκύπτει σαφώς, ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι το έγκλημα για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τελέσθηκε από αμέλεια και με βάση τα στοιχεία που αρμόζουν σ' αυτήν επέβαλε την ποινή, από προφανή δε παραδρομή συμπεριέλαβε στο αντίστοιχο σκεπτικό τα παραπάνω στοιχεία, τα οποία αναφέρονται στα από δόλο τελούμενα εγκλήματα.
Συνεπώς είναι αβάσιμος και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ, τέταρτος στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων, λόγος αναιρέσεως. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει, για έρευνα, άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-10-2008 αίτηση του ... και τους από 11-2-2009 πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμό 74/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή