Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2293 / 2007    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Συνεκδίκαση δύο αιτήσεων αναιρέσεως. Απορρίπτει ως ανυποστήρικτη τη μία εξ αυτών. Ναρκωτικά (αγορά, κατοχή, πώληση, άρθρο 5 παρ. 1 εδ. β και ζ του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1983, άρθρο 20 παρ. 1 περ. β και ζ του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά - ΚΝΝ - Ν. 3459/ 2006). Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, για λήψη υπόψη μαρτυ-ρικών καταθέσεων αστυνομικών που είχαν ως πηγή πληροφοριών συζητήσεις που είχαν με συγκατηγορούμενο και τον αναιρεσείοντα για το ότι η καταδικαστική απόφαση στηρίχθηκε σε αποδείξεις από τα οποία προκύπτουν τα αντίθετα και για το ότι υπάρχει αντίφαση με απαλλακτική διάταξη του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Απορρίπτει αναίρεση





Αριθμός 2293/2007


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 , που δεν παρέστη και 2) Χ2 και ήδη κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή Πατρών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου περί αναιρέσεως της 1399-1400/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ3.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 26 Φεβρουαρίου 2006 και 22 Φεβρουαρίου 2007 αιτήσεις τους, αντίστοιχα, αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 462/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος Χ2, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης του Χ2 και ως ανυποστήρικτη η από 26 Φεβρουαρίου 2007 αίτηση αναίρεσης του Χ1.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Οι κρινόμενες από 26/2/2007 (αρ. πρωτ. 1873/1-3-2007) και 5/22-2-2007 αιτήσεις αναιρέσεως των 1)Χ1 και 2) Χ2, κατά της 1399-1400/2006 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία ....... αποδεικτικό επιδόσεως του αρμοδίου υπαλλήλου των Φυλακών Πατρών, ........., ο κρατούμενος στις Φυλακές αυτές αναιρεσείων Χ1 κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί δια του συνηγόρου της στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως αυτού, πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. β και ζ του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993 (άρθρο 20 παρ. 1 περ. β και ζ του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά -ΚΝΝ- Ν. 3459/2006), με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων, πωλεί, αγοράζει και κατέχει ναρκωτικά. Ως πώληση και αγορά ναρκωτικών θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή, που γίνεται με την προς αυτόν παράδοσή τους αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, εφόσον το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Όταν όμως στο διατακτικό δεν διαλαμβάνονται τέτοια περιστατικά, η αιτιολογία, στην οποία επαναλαμβάνεται το διατακτικό, είναι ελλιπής. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περίπτ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1399-1400/2006 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, και μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "... Η αρμόδια αστυνομική υπηρεσία της δίωξης ναρκωτικών, Θεσσαλονίκης είχε σαφείς και συγκεκριμένες πληροφορίες ότι άτομο Αλβανός με το όνομα .... (που όπως διαπιστώθηκε στην συνέχεια επρόκειτο για τον 1° κατηγορούμενο Χ3), διακινούσε ναρκωτικά μαζί με κάποιον Χ2. Έτσι τέθηκε υπό παρακολούθηση το πρόσωπο αυτό και διαπιστώθηκε ότι, ενώ διέμενε στην οδό ...... στις .... Θεσσαλονίκης, μετέβαινε συχνά σε διαμέρισμα πολυκατοικίας επί της οδού ...... (.....). Επενέβησαν την 3.2.2004, ώρα 18:20, κατά την έξοδό του από την ως άνω πολυκατοικία οι αρμόδιοι αστυνομικοί, του έκαναν έλεγχο και εκείνος τους υπέδειξε το με αριθμό ........... Αλβανικό διαβατήριο που έφερε επάνω του και χρησιμοποιούσε, το οποίο ήταν πλαστό (νοθευμένο)......... Ο κατηγορούμενος, που αρχικά αρνήθηκε ότι είχε μεταβεί στο διαμέρισμα της ......, όταν στην συνέχεια αντελήφθη ότι οι αστυνομικοί γνώριζαν τις κινήσεις του, τους είπε ότι έχει ναρκωτικά στο εν λόγω διαμέρισμα και τους οδήγησε σ' αυτό. Το εν λόγω διαμέρισμα το είχε νοικιάσει ο 2ος κατηγορούμενος Χ2, ο οποίος σημειωτέον συνελήφθη και αυτός μετά από λίγη ώρα όταν προσήλθε εκεί. Σε νομότυπη έρευνα που πραγματοποιήθηκε περί ώρα 19:00 περίπου, σε ένα από τα δωμάτια του διαμερίσματος που ήταν κλειδωμένο, μέσα σε κλειστό συρτάρι γραφείου (τα κλειδιά τα κατείχε ο 1ος κατηγορούμενος Χ3) βρέθηκε και κατασχέθηκε ποσότητα ναρκωτικών, και συγκεκριμένα 259,2 γραμμάρια ηρωίνης, όπως προέκυψε από την επιστημονική εξέτασή της (βλ. έγγραφα της χημικής υπηρεσίας του Κράτους), διαμοιρασμένη σε 15 δέματα με το ειδικότερο βάρος που προσδιορίζεται στο διατακτικό της απόφασης αυτής, μαζί με μία ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας. (βλ. την αναγνωσθείσα από ...... έκθεση κατ' οίκον έρευνας και κατάσχεσης). Η ποσότητα αυτή αποτελούσε μέρος από μεγαλύτερη ποσότητα ηρωίνης, που ο κατηγορούμενος Χ3 και ο κατηγορούμενος Χ1 (επονομαζόμενος και ....) από κοινού ενεργώντας, δηλαδή με κοινό δόλο και κοινή απόφαση, είχαν αγοράσει από άγνωστο άτομο, αντί αγνώστου τιμήματος κατά το διάστημα από 15 έως 20 Ιανουαρίου 2004. Την ποσότητα αυτή (των 259,2 γραμμαρίων ηρωίνης και την ανεξακρίβωτη μεγαλύτερή της) την κατείχαν από κοινού και οι δύο ως άνω κατηγορούμενοι, δηλαδή είχαν στην φυσική τους εξουσία κατά τρόπο που να μπορούσαν κάθε στιγμή να διαπιστώσουν την ύπαρξή της και μπορούσαν να διαθέσουν κατά την πραγματική βούλησή τους, με σκοπό ασφαλώς την περαιτέρω κυκλοφορία - διακίνηση της, αρχικά στο σπίτι του τρίτου κατηγορουμένου Χ1 στην οδό ....... - όπου συμβιούσε με την σύντροφό του, (η οικογένειά του διέμενε στην οδό .......), και στην συνέχεια από 31.1.2004 έως 3.2.2004 στο διαμέρισμα της οδού ......, όπου ανευρέθη και κατεσχέθη η ποσότητα των 259, 2 γρ. ηρωίνης. Δεν γεννάται καμία αμφιβολία ότι οι ως άνω κατηγορούμενοι είχαν αγοράσει και κατείχαν, από κοινού, τα ναρκωτικά αυτά, τα οποία είχαν κρύψει, στο συρτάρι του γραφείου, όπου και είχαν την δυνατότητα διαπίστωσης της ύπαρξής τους και της διάθεσής τους. Και τούτο, διότι ο 1ος κατηγορούμενος Χ3 μετά την σύλληψή του και την κατάσχεση της ηρωίνης, τηλεφώνησε, εν γνώσει των αστυνομικών στον τρίτο κατηγορούμενο Χ1 στο κινητό του ....., για την διακίνηση της ποσότητας αυτής την επόμενη μέρα (4.2.2004) κατά την οποία όμως δεν κατέστη δυνατή η νέα τηλεφωνική επικοινωνία, διότι ο Χ1, ειδοποιηθείς από την σύντροφό του Γ1 άλλαξε τον αριθμό κλήσης του κινητού του και έβαλε την καινούργια κάρτα SΙΜ με αριθμό ....... (και οι δύο κάρτες κατασχέθηκαν βλ. αναγνωσθείσες εκθέσεις κατάσχεσης μετά από έρευνα που έγινε στο σπίτι του την 4.2.2004 και ώρα 20:30 στην οδό .....). Ο εν λόγω κατηγορούμενος, που κατείχε το ....... Αλβανικό διαβατήριο, στο οποίο είχε αντικατασταθεί τουλάχιστον μία φορά η φωτογραφία του κατόχου του, σύμφωνα με την αναγνωσθείσα έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης του αστυνόμου Β' ......., εξεταζόμενος ως κατηγορούμενος, χωρίς όρκο, από αρμόδιες αρχές (Υπηρεσία Ασφάλειας Θεσσαλονίκης και την Γ' Ανακρίτρια Θεσσαλονίκης) την 5.2.04 και 9.2.04 απέκρυψε την αλήθεια και κατέθεσε ψευδή όσον αφορά τα αληθή στοιχεία της ταυτότητας του. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι ο 1ος κατ/νος Χ3 και ο 2ος κατ/νος Χ2, ενεργώντας από κοινού, με κοινό δόλο και κοινή απόφαση πώλησαν εξακολουθητικά στην Θεσσαλονίκη, κατά το διάστημα από 31.1.2004 έως 3.2.04, σε δύο άγνωστα άτομα, ποσότητα ηρωίνης βάρους 5 γρ. η κάθε μία, αντί ανεξακρίβωτου τιμήματος και, κατά το διάστημα από 1.12.03 έως 15.1.04, πώλησαν τρεις φορές σε άγνωστα άτομα ποσότητες ηρωίνης βάρους 2 γραμ. η κάθε μία, λαμβάνοντας ως τίμημα για την κάθε πώληση 80 ευρώ. Σημειωτέον ότι ο κατηγορούμενος Χ2, απολογούμενος στο πρωτόδικο Δικαστήριο (βλ. απολογία του στα αναγνωσθέντα πρακτικά), ομολόγησε πλην των άλλων (ότι δηλαδή είναι χρήστης ναρκωτικών από τα 17, ότι ο 1ος κατηγορούμενος Χ3, με τον οποίο κάνανε παρέα, ασχολείτο με τα ναρκωτικά, ότι είχε ενοικιάσει ο ίδιος ο Χ2, το διαμέρισμα, της οδoύ ..... για λογαριασμό όμως του 1ου κατηγορουμένου-τούτο όμως το αρνείται εκείνος), ότι στην Αστυνομία "τον πίεσαν και έτσι τους ομολόγησε ότι ο Χ3 πώλησε ναρκωτικά και ότι αυτός (ο Χ2) εισέπραξε τα χρήματα, γεγονός βέβαια που αναίρεσε μετά από λίγο, απολογούμενος στον Ανακριτή. Τις πράξεις αυτές της αγοράς, κατοχής και κατ' εξακολούθηση πώλησης ναρκωτικών ουσιών, όπως αποδείχθηκε από τα ίδια αποδειχτικά μέσα, που αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, τις τέλεσε ο 1ος κατηγ/νος Χ3 κατ'επάγγελμα, διότι, με σκοπό να πορίζεται εισόδημα από την πώληση της ηρωίνης, ενόψει και της μεγάλης αξίας της καταληφθείσας ποσότητας, διαμόρφωσε την απαραίτητη υποδομή, με πρόθεση της επανειλημμένης τελέσεως των πράξεων της αγοράς, κατοχής, πώλησης, καθ' όσον συνδέθηκε με τον συγκατηγορούμενό του Χ2 (για την πώληση) και τον ομοεθνή συνεργάτη του Χ1, χρησιμοποιώντας με τον τελευταίο κεφάλαια για την αγορά της και στην συνέχεια την μετέφεραν στο διαμέρισμα της οδού ..... -ενώ οι ίδιοι έμεναν αλλού, όπως προαναφέρθηκε- το οποίο είχε ενοικιάσει ο 2ος κατ/νος Χ2, όπου και την απέκρυπταν, και σταδιακώς ελάμβαναν ποσότητες από αυτή, χρησιμοποιώντας ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας για την ζύγιση της εκάστοτε απαιτούμενης ποσότητας, και μετά από τηλεφωνική συνεννόηση με τον 3° κατ/νο Χ1, την προωθούσε στην αγορά σε τοξικομανείς - χρήστες....... Για τα πραγματικά αυτά περιστατικά είναι σαφείς και κατηγορηματικές οι καταθέσεις των αστυνομικών Ζ1 και Ζ2, οι οποίοι παρακολουθούσαν επί τριήμερο τον 1° κατηγορούμενο μετά από πληροφορίες ότι διακινεί ναρκωτικά με το όνομα "...." με κάποιον Χ2, όπως προαναφέρθηκε, και έτσι εκτυλίχθηκε η όλη υπόθεση, οι οποίες δεν αναιρούνται, ούτε τίθενται σε αμφιβολία από αυτές των λοιπών μαρτύρων, σε συνδυασμό με τα αναγνωσθέντα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων .....". Με τις σκέψεις αυτές οι κατηγορούμενοι- αναιρεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι, o μεν Χ2 για κατ' εξακολούθηση πώληση ναρκωτικών (5 Χ 2 + 2 Χ 3 γραμμάρια ηρωίνης), από κοινού με τον Χ3, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 & 2ε, ο δε Χ1, κατά πλειοψηφία (4-1), κρίθηκε ένοχος, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 & 2α ΠΚ, για αγορά και κατοχή ναρκωτικών (περισσότερο από 259,2 γραμμάρια ηρωίνης), από κοινού με τον Χ3, και για κατ' εξακολούθηση ψευδή ανώμοτη κατάθεση. Επίσης ο συγκατηγορούμενός τους Χ3 κρίθηκε ένοχος για αγορά και κατοχή ναρκωτικών κατ' επάγγελμα, για εξακολουθητική πώληση ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από δράστη υπότροπο, για χρήση πλαστού ταξιδιωτικού εγγράφου και για παράνομη είσοδο στην χώρα, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 & 2δ ΠΚ. Για τις πράξεις τους δε αυτές, που συνιστούν παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών και για τις οποίες ασκήθηκαν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1, 98, ΠΚ, άρθ. 5 παρ. 1 περ. β και ζ, και παρ. 2 του ίδιου άρθρου του ν. 1729/87, όπως το άρθ. 5 αντικαταστάθηκε με τα άρθρο 10 του ν. 2161/93), οι δύο αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν, ο μεν πρώτος (Χ1) σε ποινή κάθειρξης έξι ετών και έξι μηνών και χρηματική ποινή 3000 ευρώ, ο δε δεύτερος (Χ2), σε φυλάκιση πέντε ετών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ. Με τις παραδοχές του αυτές, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς τον αναιρεσείοντα Χ2, η αίτηση αναίρεσης του οποίου ερευνάται ως προς την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο εν λόγω αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β και ζ του ν. 1729/1987, όπως αυτές ισχύουν, τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, είναι αβάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ2, ότι το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, "συνιστά και αποτελεί καθαρή και απλή επανάληψη του διατακτικού της", ανεξαρτήτως του ότι η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, όταν όπως στην προκειμένη περίπτωση το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Αβάσιμες, επίσης, είναι οι αιτιάσεις του ίδιου αναιρεσείοντος, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση θεμελίωσε την καταδικαστική της κρίση σε παράνομα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα στις καταθέσεις των αστυνομικών Ζ1 και Ζ2, που δηλώνουν ότι όλα τα επιβαρυντικά στοιχεία, που καταθέτουν σε βάρος του κατηγορουμένου, τα γνωρίζουν από συνομιλίες που είχαν με τον ίδιο και τον συγκατηγορούμενό του Χ3. Οι καταθέσεις των εν λόγω μαρτύρων κατηγορίας αστυνομικών, επιτρεπτώς λαμβάνονται υπόψη, αφού τούτο δεν απαγορεύεται από οποιοδήποτε διάταξη νόμου. Οι καταθέσεις δε αυτών αξιολογούνται αναλόγως από το Δικαστήριο, ως καταθέσεις μαρτύρων που δεν έχουν ιδία και άμεση γνώση της υποθέσεως, όπως συνέβη και στην εξεταζόμενη περίπτωση, όπου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο της ουσίας δεν στήριξε την καταδικαστική του κρίση αποκλειστικά στις μαρτυρίες των πιο πάνω αστυνομικών, αλλά στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που κατ' είδος μνημονεύει στο σκεπτικό του, το γεγονός δε ότι αναφέρει ειδικά και εξαίρει τις καταθέσεις αυτές, δεν σημαίνει ότι δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε και τα λοιπά αναφερόμενα στην απόφαση αποδεικτικά στοιχεία. Επίσης ουδεμία αντίφαση υπάρχει από το γεγονός ότι, με την πρωτοβάθμια απόφαση, ο αναιρεσείων αυτός αθωώθηκε για το ότι αγόρασε και κατείχε, από κοινού με τους δύο συγκατηγορουμένους του (που κρίθηκαν ένοχοι για την πράξη αυτή), κατά το διάστημα από 1/12/2003 έως 15/1/2004, ποσότητες ηρωίνης, τμήματα των οποίων αφορούν οι ποσότητες ηρωίνης για τις οποίες αυτός κρίθηκε ότι πωλούσε, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα. Η πράξη της πώλησης ποσότητας ναρκωτικών δεν προϋποθέτει κατ' ανάγκη προηγούμενη αγορά ή κατοχή της ποσότητας αυτής, ούτε βεβαίως προηγούμενη κρίση περί ενοχής για τις πράξεις αυτές. Ανεξαρτήτως τούτων, η πιο πάνω αιτίαση απαραδέκτως προβάλλεται, αφού λόγο αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας ή νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, δημιουργεί η τυχόν αντίφαση που υπάρχει κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών στην αιτιολογία (ή μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού) της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι μεταξύ των αιτιολογιών του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις του Χ2, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζει την κατ' αυτού καταδικαστική της κρίση στις καταθέσεις των αναφερομένων στην αίτησή του δύο αστυνομικών (Ζ1 και Ζ2), οι οποίοι όμως κατέθεσαν ότι δεν έχουν σε βάρος του επιβαρυντικά στοιχεία, καθώς και στο ότι αυτός δήθεν ομολόγησε την ενοχή του στην ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ομολογία του, ενώ αυτός τουναντίον είχε αρνηθεί ότι πούλησε ναρκωτικές ουσίες, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως και ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, όλες οι πιο πάνω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, προβαλλόμενες αιτιάσεις, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Συνακόλουθα, μετά την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ2, πρέπει αυτή να απορριφθεί και, μετά την απόρριψη, ως ανυποστήρικτης και της συνεκδικαζόμενης αιτήσεως του Χ1, πρέπει και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 26/2/2007 (αρ. πρωτ. 1873/1-3-2007) και 5/22-2-2007 αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ1 2) Χ2, αντιστοίχως, κατοίκων Θεσσαλονίκης, κατά της 1399-1400/2006 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα. -
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Δεκεμβρίου 2007.



Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ