Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 219 / 2008    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Πλαστογραφία, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Παράβαση καθήκοντος, Ψευδής βεβαίωση.




Περίληψη:
Αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά αθωωτικής απόφασης. Αιτιολογία. Παράβαση καθήκοντος, ψευδής βεβαίωση (υπαλλήλου του τμήματος αδειών οδήγησης), χρήση πλαστών. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Αναιρεί.




Αριθμός 219/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 16889/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους 1)Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο της Σπύρο Αποστολόπουλο, 2)Χ2 3)Χ3 , 4)Χ4, 5)Χ5, 6)Χ6 7)Χ7 8)Χ8 9)Χ9, 10)Χ10 11)Χ11 12)Χ12 13)Χ13 14) Χ14 15)Χ15 και 16)Χ16 που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 22/26 Απριλίου 2007, έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 743/2007.

Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η προκείμενη έκθεση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους με κλήση που επιδίδεται, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν ζητεί την αναίρεση ο εισαγγελέας, αυτός δεν κλητεύεται αλλά εκπροσωπείται από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει 1) από το ...... αποδεικτικό επιδόσεως του ...... Δικαστικού Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, 2) από το ..... αποδεικτικό επιδόσεως του ....... Δικαστικού Επιμελητή του Ειρηνοδικείου Αχαρνών , 3) από τα από ..... και ...... αποδεικτικά επιδόσεως του ...... , Δικαστικού Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, 4) από τα από ..... , ..... , ..... και ...... αποδεικτικά επιδόσεως των ......, Δικαστικού Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ...... Δικαστικού Επιμελητή του Ειρηνοδικείου Αχαρνών ....... Δικαστικού Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, και ..... Δικαστικού Επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά, αντίστοιχα, 5) από το ....... αποδεικτικό επιδόσεως του ...... Δικαστικού Επιμελητή του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, 6) από τα ..... και ...... αποδεικτικά επιδόσεως του ...... Δικαστικού Επιμελητή του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, 7) από τα ...... και ...... αποδεικτικά επιδόσεως του ..... Δικαστικού Επιμελητή του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, 8) από το ....... αποδεικτικό επιδόσεως του ...... Δικαστικού Επιμελητή του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, 9) από το ...... αποδεικτικό επιδόσεως του ...... Δικαστικού Επιμελητή του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, 10) από τα από ...... και ...... αποδεικτικά επιδόσεως των .....Δικαστικού Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ...... Δικαστικού Επιμελητή του Ειρηνοδικείου Αχαρνών ...... και ....... Δικαστικών Επιμελητών της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, 11) από το από ..... , αποδεικτικό επιδόσεως των ...... Δικαστικού Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, 12) από τα από ..... και ...... αποδεικτικά επιδόσεως του ...... Δικαστικού Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, 13) από τα από ...... και ...... αποδεικτικά επιδόσεως του ...... Δικαστικού Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, και ...... , Δικαστικού Επιμελητή του Ειρηνοδικείου Αχαρνών 14) από το ...... αποδεικτικό επιδόσεως του ...... Δικαστικού Επιμελητή του Ειρηνοδικείου Αχαρνών και 15) από το ...... αποδεικτικό επιδόσεως του ...... Δικαστικού Επιμελητή του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, οι κατηγορούμενοι 1) Χ5 , 2) Χ7 3) Χ3 , 4) Χ8 , 5) Χ12, 6) Χ2 , 7) Χ6 8)Χ14 9) Χ11 10) Χ10, 11) Χ13 12) Χ4 , 13) Χ9 , 14) Χ16 και 15) Χ15, αντιστοίχως, κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθούν στη συνεδρίαση της 22/11/2007, ενώπιον του Αρείου Πάγου. Εφόσον όμως οι ανωτέρω κατηγορούμενοι, (αναιρεσίβλητοι) δεν εμφανίσθηκαν, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, ενώπιον του Δικαστηρίου), πρέπει η συζήτηση να χωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες, σύμφωνα με τα άρθρα 513 παρ. 3 και 515 παρ. 2 ΚΠ.Δ ΙΙ. Κατά το άρθρο 259 του ΠΚ, υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη. Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την προστασία του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της υπηρεσίας, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, αυτουργός του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α' και 263Α του ίδιου Κώδικα, απαιτούνται: α) παράβαση, όχι απλού υπαλληλικού καθήκοντος, αλλά καθήκοντος της υπηρεσίας του υπαλλήλου, το οποίο καθορίζεται από το νόμο ή τη διοικητική πράξη ή τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας, β) δόλος του δράστη, συνιστάμενος, αφενός μεν στη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), της παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας και, αφετέρου, στη θέληση ή την αποδοχή του δράστη να παραβεί το καθήκον του αυτό και γ) σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, αδιαφόρου όντος, αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε ή όχι. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 και 4 ΠΚ, υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους (παρ. 1). Με την ίδια ποινή της παρ. 1 τιμωρείται όποιος εν γνώσει του χρησιμοποιεί το έγγραφο που είναι πλαστό ή νοθευμένο ή έχει υπεξαχθεί. Για τη στοιχειοθέτηση συνεπώς του εγκλήματος της παρ. 1 απαιτούνται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263 Α' ΠΚ, αρμόδιος για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου, β) το έγγραφο να εμπίπτει στην έννοια του αναφερομένου στο άρθρο 438 Κ.Πολ.Δ. "δημοσίου εγγράφου", γ) οι έννομες συνέπειες που παράγονται από αυτό να αναφέρονται στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως, και δ) δόλος του δράστη που συνίσταται στη γνώση και στη θέληση να βεβαιώσει τα ψευδή περιστατικά ή τουλάχιστον στη γνώση ως ενδεχόμενης της παραγωγής. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ.1 και 2 του άρθρου 216 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η χρησιμοποίηση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, υποκειμενικώς δε, δόλος, που συνίσταται στη ηθελημένη ενέργεια του δράστη και τη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο (ο ενδεχόμενος δόλος ως προς το ψευδές της παράστασης, απόκρυψης ή παρασιώπησης, δεν αρκεί), περαιτέρω δε σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση αυτού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ.α ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε . Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή κλπ. β) διάπραξη από άλλον της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με γνώση, θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως.

ΙΙΙ Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ.2 εδ.α του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ.2 (483 παρ.3, 473 παρ.3 ΚΠΔ), την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως καταδικαστικής ή αθωωτικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 ΚΠΔ, μεταξύ των των οποίων και η έλλειψη της, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ίδιου Κώδικα απαιτούμενης, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας . Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 τη ΕΣΔΑ (ν.δ.53/1974), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε περί της ενοχής του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά. Δεν απαιτείται όμως για την αιτιολογία της αθωωτικής απόφασης να εκθέτει το δικαστήριο σ' αυτή περιστατικά από τα οποία πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη είναι η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου.

ΙV. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 16889/2007 απόφασή του κήρυξε τους κατηγορουμένους 1) Χ1 2) Χ5 3) Χ7 4) Χ3 5) Χ8 6) Χ12, 7) Χ2 , 8) Χ6 9) Χ14 10) Χ11 11) Χ10, 12) ......., 13) Χ4 14) Χ9 15) Χ16 και 16) Χ15 από τις κατηγορίες, την μεν πρώτη της παράβασης καθήκοντος και της ψευδούς βεβαίωσης, κατ' εξακολούθηση, τους δε λοιπούς [2ος έως τον 16ο] για χρήση πλαστών εγγράφων και ηθική αυτουργία στην παράβαση καθήκοντος και ψευδή βεβαίωση της πρώτης, [άρθρα 46 παρ.1α, 94 παρ.1, 216 παρ.1, 2, 242 παρ.1, 259 ΠΚ]. Με την κρινόμενη αναίρεση, η οποία ασκήθηκε παραδεκτώς και εμπροθέσμως, προσβάλλεται η προαναφερόμενη απόφαση ως προς τις πιο πάνω αθωωτικές αυτής διατάξεις, που αφορούν τους πιο πάνω κατηγορούμενους. Για να στηρίξει την αθωωτική του κρίση το Δικαστήριο, διέλαβε ως αιτιολογία ότι, από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και της υπερασπίσεως που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα. "Η κατηγορουμένη Χ1 υπάλληλος της Δ/νσης Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχίας Ανατ. Αττικής, προϊσταμένη του τμήματος αδειών οδήγησης, ασχολούταν, εκτός των άλλων, για την μετατροπή αδειών οδήγησης από τις Χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης σε ελληνικές. Στα πλαίσια της άσκησης των υπηρεσιακών της καθηκόντων σχετικά με την μετατροπή των άνω αδειών και ειδικότερα των συγκατηγορουμένων της με αριθμούς 2 έως 16, επέδειξε αμέλεια ως προς τον έλεγχο των δικαιολογητικών και στο αν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις μετατροπής τους. Από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι η εν λόγω κατηγορουμένη εξέδωσε τις (αναφέρονται 16), [άδειες], αφορώσες αντίστοιχα τους άνω κατηγορουμένους, (βλ. το από 3-5-2005 Πόρισμα ένορκης διοικητικής εξέτασης). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι άδειες που αφορούσαν τους 5ο, 10ο, 11ο, 13ο, 14ο και 15ο των κατηγορουμένων, έφεραν θεώρηση από τον διπλωματικό υπάλληλο Υ1, ο οποίος είχε μετατεθεί από την Πρεσβεία της Μόσχας από το έτος 1991, γεγονός που συνάδει στην πλαστότητα αυτών. Επίσης, οι άδειες οι αφορώσες τους λοιπούς κατηγορουμένους, πλην των 6ου, 7ου και 9ου κατηγορουμένων, οι οποίες έφεραν θεώρηση από τον Γενικό Πρόξενο Π1 στο Νοβορόσισκ και όχι από το Προξενικό Γραφείο στη Τιφλίδα, καθ'όσον χρησιμοποιήθηκε έντυπο προερχόμενο από τη Δημοκρατία της Γεωργίας, οπότε αρμόδιο για τη θεώρηση ήταν το Προξενικό Γραφείο στην Τιφλίδα, δεν οδηγεί σε πλαστότητα αυτών (αδειών). Οι άδειες των έκτου, εβδόμου, και ογδόου των κατηγορουμένων, ήσαν πλαστές, καθ' όσον αυτές έφεραν θεώρηση από τον Γενικό Πρόξενο Π1 σε ημερομηνίες που ο άνω Πρόξενος δεν υπηρετούσε στο Νοβορόσισκ, ήτοι 20-10-1999, 28-9-1999, 21-12-1999, αντίστοιχα και ο άνω Πρόξενος υπηρέτησε από 20-12-1996 έως 2-9-1999. Επίσης προέκυψε ότι οι μεταφράσεις των θεωρήσεων των αδειών ήσαν πλαστές, διότι οι φερόμενες ως υπογραφές των μεταφραστριών ..... και ..... δεν ήσαν γνήσιες. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη Χ1 γνώριζε ότι τα άνω προσκομισθέντα δικαιολογητικά έγγραφα ήσαν πλαστά καθ' όσον αποδείχθηκε ότι αγνοούσε ότι ο φερόμενος ως εκδότης, Υ1, είχε μετατεθεί από το Ελληνικό Προξενείο της Μόσχας από 28-9-1991. Επιπλέον αγνοούσε ότι το Προξενείο Νοβορόσισκ δεν ήταν αρμόδιο, καθ' όσον η σχετική εγκύκλιος με την αρμοδιότητα των Προξενείων εστάλη στην υπηρεσία της κατηγορουμένης βραδύτερα από την έκδοση των άνω αδειών, (βλ. κατάθεση μάρτυρα: ...... Προϊσταμένου στην Υπηρεσία της κατηγορουμένης). Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι η ένδειξη "Παλιννόστηση" επί των διαβατηρίων και τα λοιπά δικαιολογητικά σε φωτοτυπία ήσαν πλαστά, (βλ. κατάθεση του ως άνω μάρτυρα, ο οποίος κατέθεσε ότι οι αλλοδαποί κατηγορούμενοι έπεσαν θύματα σπείρας, η οποία τους υποσχέθηκε την τακτοποίηση των διπλωμάτων τους, τα οποία ήσαν γνήσια και έθεσε πλαστές σφραγίδες, η δε κατηγορουμένη Χ1 κατά την άσκηση των υπηρεσιών της καθηκόντων, σχετικά με την μετατροπή των ανωτέρω αδειών οδήγησης, προέβη σε πλημμελή έλεγχο και έρευνα των προσκομιζομένων δικαιολογητικών, σχετικά με το αν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Προς τούτο προέβη στην έκδοση (μετατροπή) των άνω αδειών, επιδεικνύουσα αμέλεια, αφού δέχθηκε δικαιολογητικά ατόμων που δεν ανήκαν στη Νομαρχία της, (όπως 4ου, 6ου, 8ου, κατηγορουμένων κλπ), η οποία όμως δεν μπορεί να αποδώσει δόλια προαίρεση για τις παραλείψεις της κατηγορουμένης, Χ1 .Για το λόγο αυτό πρέπει να κηρυχθεί αθώα της πράξης της ψευδούς βεβαιώσεως, κατ' εξακολούθηση, και της παραβάσεως καθήκοντος, αφού επιπλέον δεν προέκυψε ότι ενήργησε με σκοπό προσπορισμού οφέλους στην ίδια ή σε άλλους. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι αλλοδαποί κατηγορούμενοι δεν γνώριζαν την πλαστότητα των θεωρήσεων των άνω εγγράφων, αφού αυτοί δεν μετείχαν στη διαδικασία μετατροπής της αδείας, την οποία είχαν αναθέσει σε τρίτα πρόσωπα έναντι αμοιβής, (ως προαναφέρθηκε). Για το λόγο αυτό θα πρέπει να κηρυχθούν αθώοι οι εν λόγω κατηγορούμενοι, (υπ' αριθμ. 1 έως και 15) για την πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου και της ηθικής αυτουργίας, όσον αφορά την κατηγορουμένη Χ1 για τις πράξεις της ψευδούς βεβαιώσεως και παράβασης καθήκοντος".
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των αποδιδόμενων στους κατηγορούμενους αξιοποίνων πράξεων καθώς και οι συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του ότι, η μεν πρώτη κατηγορουμένη, τέλεσε τα εγκλήματα της ψευδούς βεβαίωσης και της παράβασης καθήκοντος, για τα οποία κατηγορείται, από αμέλεια, οι δε λοιποί, ότι δεν αποδείχθηκε η ενοχή τους για τα αδικήματα της χρήσης πλαστών εγγράφων και της ηθικής αυτουργίας στα ανωτέρω εγκλήματα της πρώτης. Ειδικότερα, ως προς την πρώτη κατηγορουμένη Χ1 προϊσταμένη του τμήματος αδειών οδήγησης, της Δ/νσης Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχίας Ανατολικής. Αττικής, που είχε ως αντικείμενο εργασίας της, εκτός των άλλων, τον έλεγχο των δικαιολογητικών και το αν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις μετατροπής των αδειών οδήγησης από τις Χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης σε ελληνικές, ενώ το Δικαστήριο δέχεται, ότι το σύνολο σχεδόν των δικαιολογητικών των αναφερομένων στο σκεπτικό δεκαπέντε περιπτώσεων, που αφορούσαν τους συγκατηγορουμένους της, ήταν πλαστά, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι αυτή γνώριζε την πλαστότητα τούτων, εντούτοις, δέχεται παράλληλα, ότι αυτή (προφανώς ανεξάρτητα της άγνοιας της πλαστότητας), όφειλε και μπορούσε να προβεί στον έλεγχο της γνησιότητας αυτών, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από την παραδοχή της απόφασης ότι αυτή " επέδειξε αμέλεια ως προς τον έλεγχο των δικαιολογητικών", και " προέβη σε πλημμελή έλεγχο και έρευνα των προσκομιζομένων δικαιολογητικών, σχετικά με το αν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις". Δεν εκθέτει όμως περιστατικά από τα οποία να προκύπτει σε τι συνίστατο η πλημμέλεια του εν λόγω ελέγχου και αν έγινε οποιοσδήποτε έλεγχος των δικαιολογητικών αυτών (ώστε να κριθεί αν επρόκειτο πράγματι για πλημμέλεια και συνακόλουθα για αμέλεια ή δόλο).Κυρίως δε, δεν αιτιολογεί πώς συνιστά απλή πλημμέλεια το γεγονός να δεχθεί, και μάλιστα σε τόσο μεγάλο αριθμό υποθέσεων, δικαιολογητικά για την μετατροπή των αδειών ατόμων που, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν ανήκαν στην αρμοδιότητα της Νομαρχίας της, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη της εμπειρίας της, λόγω της θέσεως και των καθηκόντων της, γεγονός που δεν δικαιολογεί πλημμελή έλεγχο και αμέλεια (όταν μάλιστα, όπως η ίδια η κατηγορουμένη- αναιρεσείουσα αναφέρει στο υπόμνημά της, έχει κατηγορηθεί στο παρελθόν άλλες 16 φορές για παρόμοια αδικήματα, έστω και αν έχει απαλλαγεί για αυτά, πράγμα το οποίο υποδηλώνει ότι της ήταν γνωστό ότι οι περιπτώσεις υποβολής πλαστών δικαιολογητικών για την μετατροπή των διπλωμάτων οδήγησης από χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, δεν είναι σπάνιες και, συνεπώς, απαιτούσαν ιδιαίτερη προσοχή κατά τον έλεγχο των σχετικών δικαιολογητικών). Αντίθετα, ενόψει των παραπάνω, η προσβαλλομένη απόφαση όφειλε να δικαιολογήσει, γιατί η περιγραφόμενη σε αυτήν συμπεριφορά της εν λόγω κατηγορουμένης δεν ενείχε, αφενός μεν, τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), της παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας και, αφετέρου, θέληση αυτής ή έστω αποδοχή, να παραβεί το καθήκον της καθώς και ότι για όσα διέπραξε δεν είχε σκοπό να προσπορίσει στους συγκατηγορούμενους της την παράνομη ωφέλεια της μετατροπής των διπλωμάτων οδήγησης, βεβαιώνοντας εν γνώσει της ψευδώς ότι τα υποβληθέντα από αυτούς δικαιολογητικά πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις. Περαιτέρω, ως προς τους λοιπούς κατηγορούμενους (2ο έως τον 16ο), στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, με τα οποία το Δικαστήριο να αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε, ως προς τον δόλο των εν λόγω κατηγορουμένων, για τις πράξεις που κρίθηκαν αθώοι. Η παραδοχή μάλιστα της αποφάσεως, ότι αυτοί δεν είχαν δόλο, διότι "δεν μετείχαν στη διαδικασία μετατροπής της αδείας, την οποία είχαν αναθέσει σε τρίτα πρόσωπα έναντι αμοιβής", χωρίς να διευκρινίζεται αν τα "τρίτα" πρόσωπα ήταν ή όχι, νόμιμοι επαγγελματίες, που αναλάμβαναν νομίμως παρόμοιες εργασίας, και αν η "έναντι αμοιβής" ανάθεση αφορούσε και την εξασφάλιση των απαραίτητων δικαιολογητικών για την μετατροπή των αδειών, όχι μάλιστα δεν αναιρεί την ύπαρξη δόλου αυτών, ως προς την χρήση των πλαστών διαβατηρίων και αδειών οδηγήσεως αυτοκινήτων αλλά, αντίθετα, ενισχύει την ύπαρξή του. ’λλωστε, ουδόλως εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι αυτοί δεν μετείχαν στη διαδικασία μετατροπής της αδείας, ανεξαρτήτως του ότι η παραδοχή αυτή δεν αρκεί από μόνη της να αιτιολογήσει ότι δεν ήταν εκείνοι που προκάλεσαν την απόφαση στην πρώτη να προβεί στις πιο πάνω πράξεις, από τις οποίες αυτοί αποκλειστικά ωφελούντο .
Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσβάλλεται η έλλειψη αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις διατάξεις αυτής, με την οποίες, οι προαναφερόμενοι δέκα έξι κατηγορούμενοι, κηρύχθηκαν αθώοι για τις πιο πάνω πράξεις και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο (άρθ. 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 16889/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά τις αναφερόμενες στο διατακτικό διατάξεις της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2007
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή