Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 442 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Παραγραφή.




Περίληψη:
Αιτιολογία απόρριψης αυτοτελούς ισχυρισμού παραγραφής. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 442/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Σαράκη, περί αναιρέσεως της 275/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ...... που δεν παρέστη στο ακροατήριο και συγκατηγορουμένη την .....
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2.10.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1661/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τη θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Ως τέτοιοι θεωρούνται όσοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορόν του και τείνουν στη άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προβλήθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο με επίκληση των πραγματικών περιστατικών που τους θεμελιώνουν γιατί διαφορετικά το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο μηνυτής ..... ήταν πλοιοκτήτης και ασχολείτο με υπερπόντια αλιεία και εμπορία ψαριών. Ο δεύτερος κατηγορούμενος ...... εκτός των άλλων, ανέπτυσσε την ίδια δραστηριότητα με εκείνη του μηνυτή από πολλών ετών. Οι κατηγορούμενοι και ο μηνυτής είχαν δημιουργήσει και στενές φιλικές σχέσεις. Τον Απρίλιο του έτους 1995, ο μηνυτής αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και γι' αυτό ζήτησε δανειακή διευκόλυνση από τους κατηγορούμενους, οι οποίοι αρχικά του χορήγησαν δάνειο ποσού 20.000.000 δραχμών. Όμως ο μηνυτής δεν μπόρεσε να επιστρέψει το δάνειο και τους τόκους αυτού, κατά τη λήξη του, αλλά ούτε και κατά τις λήξεις των πολλών παρατάσεων που επακολούθησαν. Μέχρι τις 15-7-1997 ο μηνυτής είχε καταβάλει με τραπεζιτικές επιταγές στους κατηγορούμενους για τόκους του δανείου το ποσό των 20.000.000 δραχμών, στο οποίο περιλαμβανόταν αθέμιτος τόκος 11.431.810 δραχμών. Από τον Αύγουστο του 1997 ο μηνυτής δεν διέθετε πλέον επιταγές για την καταβολή των τόκων, οπότε συμφώνησε με τους κατηγορούμενους την κεφαλαιοποίηση των τόκων από τον Αύγουστο έως τον Οκτώβριο του 1997 με επιτόκιο 3,30% μηνιαίως και προς εξασφάλιση του ποσού αυτού, τους παρέδωσε στις 9-9-1997 μία (1) συναλλαγματική αποδοχής του μηνυτή σε διαταγή του δεύτερου κατηγορουμένου ποσού 33.000.000 δραχμών, που αντιστοιχούσε στο κεφάλαιο και στους τόκους του μηνός Αυγούστου 1997. Στη συνέχεια και δη: στις 30-10-1997 συμφωνήθηκε η αντικατάσταση της ανωτέρω συναλλαγματικής και στις 23-11-1997, παραδόθηκαν από το μηνυτή στους κατηγορουμένους 4 συναλλαγματικές, εκδόσεως του δευτέρου κατηγορουμένου, σε διαταγή του και αποδοχής του μηνυτή, ποσού 12.500.000 δρχ. η κάθε μία και συνολικά 50.000.000 δραχμών, λήξεως την 28-2-1998 οι δύο και την 10-3-1999 οι υπόλοιπες δύο. Αυτές δόθηκαν προκειμένου να προεξοφληθούν από τους κατηγορουμένους, να κρατήσουν αυτοί 34.000.000 δραχμές, που αντιστοιχούσαν σε 30.000.000 δραχμές για κεφάλαιο και 4.000.000 δραχμές για τόκους των μηνών Αυγούστου - Νοεμβρίου 1997 και να αποδώσουν στον μηνυτή το υπόλοιπο ποσό των 16.000.000 δραχμών. Στις εν λόγω συναλλαγματικές δεν είχαν συμπληρωθεί ο τόπος έκδοσης και αποδοχής καθώς και η ημερομηνία έκδοσης τους. Τα ελλείποντα αυτά στοιχεία τους συμφώνησαν να συμπληρωθούν στην τράπεζα που θα υποδείκνυε ο δεύτερος κατηγορούμενος και η οποία θα εξοφλούσε τις 4 συν/κές, παρουσία και του μηνυτή και οπωσδήποτε με την έγκριση του, οπότε ο τελευταίος θα έπαιρνε το ανωτέρω ποσό των 16.000.000 δραχμών και ο κατηγορούμενος το υπόλοιπο ποσό των συν/κών. Τη συμφωνία αυτή εκτός από τα ανωτέρω πρόσωπα, γνώριζε και η πρώτη κατηγορουμένη σύζυγος του δευτέρου κατηγορουμένου. Όμως ο 2ος κατ/νος στις:7-1 2001, παρά την σχετική συμφωνία του με το μηνυτή, να μην συμπληρωθούν τα ως άνω στοιχεία των συναλλαγματικών, αυτός από πρόθεση ανέγραψε ιδιοχείρως, ως τόπο έκδοσης και αποδοχής την Αθήνα και ως ημερομηνία έκδοσης την 23-11-1997, χωρίς ο μηνυτής, ...., να γνωρίζει ή να έχει συναινέσει για τη συμπλήρωση αυτή. Στην ενέργεια του αυτή ο εν λόγω κατ/νος, προέβη για να παραπλανήσει το δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ενώπιον του οποίου προσκομίστηκαν οι 4 συναλλαγματικές, σχετικά με το ότι ήταν νόμιμα συμπληρωμένες και ως προς τα ανωτέρω ελλείποντα στοιχεία. Πράγματι ο σκοπός του επιτεύχθηκε, γιατί η πρώτη κατηγορουμένη, τις προσκόμισε στο ως άνω Δικαστήριο και έτσι παραπλάνησε το Δικαστή αυτού. Αυτό έγινε γιατί παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς ότι οι συν/κές ήταν νόμιμες ως προς όλα τα στοιχεία τους και ότι το δικαστήριο της Αθήνας ήταν κατά τόπο αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση αυτή, αποκρύπτοντας συγχρόνως σχετική συμφωνία μεταξύ αυτής και του μηνυτή σύμφωνα με την οποία το κεφάλαιο δεν ήταν 50.000.000 δρχ. αλλά 43.000.000 δρχ. και δεν οφείλονταν τόκοι υπερημερίας. Με τις νοθευμένες αυτές 4 συν/κές, η πρώτη κατ/νη πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμ. 146/2002 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία υποχρεώθηκε ο μηνυτής να καταβάλει σ' αυτήν 50.000.000 δραχμές και ήδη 146.735, 14 ευρώ συνολικά, πλέον τόκων από τη λήξη κάθε συν/κής και εξόδων. Με την πράξη της αυτή έβλαψε την περιουσία του μηνυτή κατά το ανωτέρω ποσό, με αποτέλεσμα να το αποκομίσει αυτή, καθώς και ο δεύτερος κατ/νος-σύζυγός της αντίστοιχο παράνομο όφελος, σύμφωνα με τον αρχικό τους σκοπό. Εν τω μεταξύ με την ως άνω νόθευση των ως άνω συναλλαγματικών, ο δεύτερος κατ/νος παρέσχε από πρόθεση συνδρομή στη σύζυγο του στην τέλεση της ως άνω πράξεως της, αφού τις παρέδωσε σ' αυτήν, πριν από τη διάπραξη απ' αυτήν της απάτης στο δικαστήριο και στη συνέχεια αυτή πέτυχε με εξαπάτηση του Δικαστηρίου την έκδοση της ανωτέρω διαταγής πληρωμής. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η πρώτη κατηγορουμένη με την υποβολή ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της από 7-1-2001 αίτησης της για έκδοση διαταγής πληρωμής, επεδίωξε και πέτυχε με τον ανωτέρω τρόπο, εκτός των άλλων και επιδίκαση τοκογλυφικών τόκων ποσού 6.991.200 δραχμών κατά τα εις το διατακτικό της παρούσης αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά. Κατ' ακολουθία όλων αυτών και όσων αναφέρονται λεπτομερώς στο διατακτικό της παρούσας απόφασης αποδείχτηκε ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις ανωτέρω πράξεις. Όλα τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από την χωρίς όρκο εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος, τις ένορκες καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας και από όλα τα έγγραφα τα οποία αναγνώσθηκαν. Ενώ δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, τις απολογίες των κατηγορουμένων και έγγραφα τα οποία προσκομίσθηκαν από τους κατ/νους και αναγνώστηκαν.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των ανωτέρω πράξεων, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις, του ότι η μεν πρώτη κατ/νη έζησε ως τον χρόνο των ως άνω πράξεων της έντιμη εν γένει ζωή, ο δε δεύτερος κατ/νος του ότι συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τις πράξεις του, οι οποίες και τους είχαν αναγνωρισθεί και πρωτοδίκως. Τέλος ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων περί παραγραφής των αποδιδόμενων σ' αυτούς πράξεων, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμος, αφού η τέλεση των εν λόγω πράξεων έλαβε χώρα στις 7-1-2001, με αποτέλεσμα να μην έχουν υποπέσει στην επικαλούμενη παραγραφή όλες οι ανωτέρω πράξεις, αφού δεν έχει παρέλθει ο απαιτούμενος χρόνος για την παραγραφή τους".
Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη ως άνω απόφασή του, όσον αφορά την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί παραγραφής της αποδιδομένης στον αναιρεσείοντα πράξεως της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση, την απαιτουμένη ειδική αιτιολογία ενόψει του ότι δέχεται ότι από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία κατ' είδος αναφέρει μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα υπό τον αριθμ. 14 ότι ο χρόνος που τελέσθηκε η παραπάνω πράξη είναι η 7-1-2001 και ότι από του χρόνου αυτού μέχρι της εκδικάσεώς της δεν παρήλθε συμπεριλαμβανομένης και της αναστολής ο απαιτούμενος χρόνος (20 έτη) για την παραγραφή της. Η αιτίαση ότι δεν αξιολογήθηκαν τα υπό τον αριθμ. 14 αναγνωστέα έγγραφα είναι αβάσιμη δεδομένου ότι στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται ότι έλαβε υπόψη της τα αναγνωσθέντα έγγραφα στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα ανωτέρω. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από δύο (2) Οκτωβρίου 2008 αίτηση του ....., για αναίρεση της με αριθ. 275/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή