Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1178 / 2010    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ναρκωτικά, Αναιρέσεων συνεκδίκαση.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για παραλαβή ναρκωτικών ουσιών (ο 1ος αναιρεσείων) και ηθική αυτουργία στην πράξη της παραλαβής ναρκωτικών ουσιών από τον αυτουργό (ο 2ος αναιρεσείων). Συνεκδίκαση. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως του 1ου, ως ανυποστήρικτη. Ως προς τον 2° αναιρεσείοντα, οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για υπέρβαση εξουσίας (διότι, κατά τις αιτιάσεις του, καταδικάσθηκε για ηθική αυτουργία στο βασικό έγκλημα της παραλαβής ναρκωτικών ουσιών που δεν προβλέπεται ούτε τιμωρείται από το νόμο περί τα ναρκωτικά) είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Αιτιολογία επί ηθικής αυτουργίας. Απορρίπτει όλους τους λόγους της αίτησης αναίρεσης.




Αριθμός 1178/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση
των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Χ1, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο και 2)Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Χαρίση, περί αναιρέσεως της 82/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Με συγκατηγορούμενο τον Χ3. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος και στην από 15 Δεκεμβρίου αίτηση αναιρέσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 80/2010.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του παραστάντος αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε:α) να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 18 Δεκεμβρίου 2009 αίτηση αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος και β)να απορριφθεί ως αβάσιμη εκείνη του δευτέρου εξ αυτών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες από 18/12/2009 και 15/12/2009 αιτήσεις αναιρέσεως των α) Χ1 και β) Χ2 κατά της υπ' αριθμ. 82/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς.
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 2/3/2010 και 28/1/2010 αποδεικτικά επίδοσης του Επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ιωαννίνων ... προς τον αναιρεσείοντα Χ1 και της Επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., προς τον αντίκλητο δικηγόρο του αναιρεσείοντα ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα( άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
Επειδή με το άρθρο 20 παρ. 1 περίπτωση η του Κ.Ν.Ν. 3549/25/5/2006 τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα(10) ετών και με χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων(2.900) μέχρι διακοσίων ενενήντα χιλιάδων( 290.000) ευρώ, τιμωρείται, όποιος " αποστέλλει ή παραλαμβάνει εν γνώσει του δέματα, δείγματα χωρίς εμπορική αξία ή επιστολές που περιέχουν οποιοδήποτε ναρκωτικό ή δίνει εντολή σε άλλον για όμοια αποστολή ή παραλαβή". Οι πράξεις της αποστολής και της παραλαβής είναι διαφορετικές. Το έγκλημα της αποστολής είναι τετελεσμένο από την παράδοση του δέματος με τα ναρκωτικά στο μεταφορέα, ενώ η παραλαβή ολοκληρώνεται τη στιγμή που ο ίδιος ο παραλήπτης αυτοπροσώπως αποκτήσει κατοχή στο αποσταλέν δέμα και συνακόλουθα στο περιεχόμενο· του ναρκωτικό. Αυτός που έδωσε την εντολή τιμωρείται ακόμη και αν δεν γίνει η μεταφορά.
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά , τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικού συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Επί ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Για τον δόλο δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος στο οποίο παρακινεί ο ηθικός αυτουργός τον φυσικό αυτουργό. Περαιτέρω, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της απόφασης, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν η απόφαση δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε δεν έχει η απόφαση νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 82/2009 απόφαση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, κήρυξε ενόχους τον Χ3( μη ασκήσαντα αναίρεση) για παραλαβή ναρκωτικών ουσιών από τον Φ , με σκοπό την εμπορία, τον απόντα αναιρεσείοντα Χ1 για απλή συνεργεία στην πράξη της παραλαβής ναρκωτικών ουσιών του παραπάνω καταδικασθέντος και τον αναιρεσείοντα Χ2 για ηθική αυτουργία στην πράξη της παραλαβή ναρκωτικών ουσιών του παραπάνω καταδικασθέντος φυσικού αυτουργού και τους επέβαλε ποινή κάθειρξης έξι(6) ετών, φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών και ποινή κάθειρξης έξι(6) ετών, αντίστοιχα. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του , τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις αρχές Οκτωβρίου του 2005 συνοριακοί φύλακες κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους συνέλαβαν στη γέφυρα της ... του Νομού ... τον Αλβανό υπήκοο Φ, ο οποίος μετέφερε ένα σάκο που περιείχε 9,220 gr ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, που ήταν συσκευασμένη σε ένδεκα δέματα. Τον συλληφθέντα παρέδωσαν στο ΤΝΔ Ιωαννίνων, ο οποίος και δέχθηκε να συνεργασθεί με τους αστυνομικούς που επιλήφθηκαν της υποθέσεως και να τους αποκαλύψει τα άτομα που θα παραλάμβαναν τα ναρκωτικά. Πράγματι την επομένη της σύλληψης του παραπάνω δηλαδή την 5.10.2005 αστυνομικοί της προαναφερόμενης υπηρεσίας με τον τελευταίο μετέβησαν στους Ασπραγγέλους όπου θα γινόταν η παράδοση των ναρκωτικών, τόπος που καθορίσθηκε μετά από συχνές επικοινωνίες από το κινητό του ίδιου παραπάνω Αλβανού με άλλους ομοεθνείς του, μεταξύ των οποίων και με τον τρίτο κατηγορούμενο, ο οποίος και ήταν ο τελικός παραλήπτης. Αργά το βράδυ της ίδιας ημέρας και ενώ είχε οργανωθεί επιχείρηση για τη σύλληψη του παραλήπτη, κατέφθασε στο σημείο που είχε καθορισθεί για την παραλαβή ένα αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος και στη θέση του συνοδηγού βρισκόταν ο πρώτος τούτων. Από το αυτοκίνητο αυτό εξήλθε ο πρώτος κατηγορούμενος ενώ ο δεύτερος παρέμεινε στη θέση του και παρέλαβε το σάκο με τα ναρκωτικά, οπότε και συνελήφθησαν οι δυο κατηγορούμενοι (πρώτος και δεύτερος). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατήγορουμενος, που είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών, παρέλαβε το σάκο που του παρέδωσε ο παραπάνω Αλβανός Φ, γνωρίζοντας ότι περιέχει ναρκωτικά, προκειμένου να τα παραδώσει στον τρίτο κατηγορούμενο έναντι αμοιβής για την πράξη του αυτή του ποσού των 1.000 ευρώ. Στην πράξη του αυτή προέβη καθόσον με πειθώ και φορτικότητα τον έπεισε προς τούτο ο τρίτος κατηγορούμενος. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, που είναι τοξικομανής κατά την έννοια του άρθρου 30 παρ.1 ΚΝΝ, όπως δέχθηκε και το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο γνώριζε ότι ο πρώτος τούτων επρόκειτο να παραλάβει ναρκωτικά και προκειμένου να τον συνδράμει στην εκτέλεση του εγκληματικού του σκοπού δέχθηκε να τον μεταφέρει στον τόπο της παραλαβής. Με βάση τα δεδομένα αυτά πρέπει ο πρώτος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της παραλαβής των ναρκωτικών (σχ ΑΠ 626/2006 Ποιν.Λογ.ΣΤ 535), ο δεύτερος κατηγορούμενος κατ'ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό και επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, του εγκλήματος της απλής συνέργειας ως τοξικομανής στην πράξη της παραλαβής των ναρκωτικών που διέπραξε ως αυτουργός ο πρώτος και ο τρίτος κατηγορούμενος της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της παραλαβής των ναρκωτικών που διέπραξε ως αυτουργός ο πρώτος. Από τα ίδια αποδεκικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι ο τρίτος κατηγορούμενος έπεισε με πειθώ και φορτικοτητα τον Αλβανό Φ να διαπράξει την πράξη της εισαγωγής και μεταφοράς των ίδιων ναρκωτικών ουσιών και συνεπώς για την πράξη αυτή (ηθική αυτουργία στην εισαγωγή και μεταφορά των ναρκωτικών), που διέπραξε ο προαναφερόμενος Αλβανός ως αυτουργός, πρέπει να κηρυχθεί αθώος. Περαιτέρω στον πρώτο κατηγορούμενο πρέπει να αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 133 ΠΚ (μετεφηβική ηλικία), όπως δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στον τρίτο το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ, όπως το ίδιο δικαστήριο δέχθηκε. Ο αυτοτελής ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου, τον οποίο για πρώτη φορά προβάλλει ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, περί τοξικομανίας πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμος καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος κατά τον κρίσιμο χρόνο τέλεσης της πράξης για την οποία καταδικάσθηκε ήταν τοξικομανής κατά την έννοια του άρθρου 30 παρ.1 ΚΝΝ. Η εξέταση του από τον ιατροδικαστή πραγματογνώμονα, που έχει συντάξει την από 26.11.08 έκθεση πραγματογνωμοσύνης έγινε μετά πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος από το χρόνο τέλεσης της ίδιας παραπάνω πράξης (η πραγματογνωμοσύνη έγινε το 2008 και η πράξη το 2005). Περαιτέρω ο ίδιος απολογούμένος κατέθεσε αορίστως για χρήση ινδικής κάνναβης, χωρίς να καταθέσει ότι αυτή είναι συνεχής και κατ'επανάληψη με συνέπεια να μην έχει τη δυνατότητα αυτοδύναμης αποβολής της έξης της χρήσης των ναρκωτικών. Εξάλλου ο αυτοτελής ισχυρισμός του ίδιου κατηγορούμενου για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ, την οποία ζήτησε δια του συνηγόρου του ατελώς "την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του 84 παρ.2α ΠΚ" πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, καθόσον δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά συνδρομής των περιπτώσεων αυτών. Με αυτά που δέχθηκε το κατ' έφεση δίκασαν δικαστήριο, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην απόφαση του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων της παραλαβής ναρκωτικών ουσιών από τον μη ασκήσαντα αναίρεση Χ3 και της ηθικής αυτουργίας στην πράξη του αυτή του αναιρεσείοντα Χ2, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά την ανέλεγκτη κρίση του αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1 του ΠΚ και άρθρο 1, 2 Πιν. Α6, 20 παρ. 1 η, 2 του ΚΝΝ. 3459/2006, , τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών, ελλείπων ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Περαιτέρω το δικαστήριο στο σκεπτικό του αλλά και στο διατακτικό της απόφασης του διαλαμβάνει τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία ο αναιρεσείων προκάλεσε στον συγκατηγορούμενό του την απόφαση να εκτελέσει την πράξη της παραλαβής ναρκωτικών ουσιών που εκείνος διέπραξε, δεχόμενο στο σκεπτικό του ότι την απόφαση στον συγκατηγορούμενό του να παραλάβει τα ναρκωτικά την προκάλεσε με πειθώ και φορτικότητα ο αναιρεσείων, και επομένως δεν στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ούτε απαιτείται ειδική αιτιολογία του δόλου του αναιρεσείοντα ηθικού αυτουργού ότι τα παραλάμβανα μένα δέματα περιείχαν ναρκωτικές ουσίες, αφού διαλαμβάνεται περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή του. Όπως δε προαναφέρθηκε, το έγκλημα της παραλαβής ναρκωτικών ουσιών, προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 20 παρ. 1 η του ΚΝΝ. 3459/2006. Επομένως, αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα ανυπόστατο, διότι κατά τους ισχυρισμούς του το βασικό έγκλημα της παραλαβής ναρκωτικών ουσιών δεν προβλέπεται ούτε τιμωρείται από καμία διάταξη νόμου σχετικού με τα ναρκωτικά. Η καταδίκη δε του αναιρεσείοντα για ηθική αυτουργία στην πράξη της παραλαβής ναρκωτικών ουσιών από τον φυσικό αυτουργό με την διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 του ΠΚ σε συνδυασμό με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 η του ΚΝΝ 3459/2006 δεν δημιουργεί καμία ασάφεια μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός λόγος της ορθής ή μη εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και ως εκ τούτου η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης, ούτε και υπερέβη την εξουσία του το δικαστήριο καταδικάζοντας αυτόν για ηθική αυτουργία στην πράξη της παραλαβής ναρκωτικών ουσιών από τον φυσικό αυτουργό.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ) , περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω ποινικών διατάξεων ( άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ), και περί υπέρβασης εξουσίας( άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αναίρεση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 18/12/2009 και 15/12/2009 δύο αιτήσεις αναίρεσης.
Απορρίπτει α) την από 18/12/2009 αίτηση του Χ1, και β) την από 15/12/2009 αίτηση του Χ2, για αναίρεση της υπ' υπ' αριθμ. 82/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι(220) ευρώ τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ