Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 916 / 2010    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αντίσταση κατά της αρχής, Εξύβριση.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για αντίσταση και εξύβριση κατά συρροή. Στοιχεία των εγκλημάτων. Είναι νοητή και συλλογική εξύβριση, αν με ομαδικό χαρακτηρισμό προσβάλλονται τα κατ' ιδίαν μέλη ολότητας και ο κύκλος των προσώπων, κατά τις περιστάσεις, οριοθετείται σαφώς και η ένταξή τους είναι αναμφίβολη. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νόμιμης βάσης.




ΑΡΙΘΜΟΣ 916/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση

του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Αργυρόπουλο περί αναιρέσεως της 2399/2009 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Ζ1 και 2) Ζ2.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1306/09.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 167 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της αντίστασης, στην περίπτωση που η ενέργεια του δράστη τείνει στην παράλειψη νόμιμης πράξης της αρχής ή του υπαλλήλου, απαιτείται η πράξη, σε παράλειψη της οποίας τείνει ο εξαναγκασμός, να είναι νόμιμη, δηλαδή να βρίσκεται μέσα στον κύκλο της κατά νόμο αρμοδιότητας της αρχής ή του υπαλλήλου και να συντρέχουν οι ουσιώδεις τύποι που τάσσονται γι' αυτήν. Προσαπαιτείται η χρήση βίας ή απειλή βίας ή βιαιοπραγία κατά του υπαλλήλου, στην έννοια δε της βίας περιλαμβάνεται τόσον η σωματική όσον και η ψυχολογική, αλλά και κάθε είδους ενέργεια, που να μπορεί να διεγείρει στον υπάλληλο φόβο και να τον παρεμποδίσει στην εκτέλεση της υπηρεσιακής πράξης.
Συνεπώς, εμπίπτει στην έννοια αυτή της βίας και η βίαιη απώθηση του υπαλλήλου, η οποία είναι τρόπος ασκήσεως σωματικής βίας. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 361 Π.Κ., όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφημήσεως (άρθρα 362 και 363 Π.Κ.), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της εξυβρίσεως απαιτείται να διατυπωθούν από το δράστη γραπτώς ή προφορικώς για κάποιον άλλον λέξεις ή φράσεις που, κατά κοινή αντίληψη, περιέχουν είτε αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του, είτε περιφρόνηση γι' αυτόν από το δράστη, ο οποίος γνωρίζει ότι μία τέτοια ενέργεια προσβάλλει την τιμή του άλλου. Δηλαδή στην εξύβριση, ο όρος τιμή λαμβάνεται με ευρεία έννοια και σημαίνει την αξίωση το άτομο να μη τυγχάνει από κάποιον άλλο αρνητικής αξιολογικής κρίσεως ή μεταχειρίσεως τέτοιας που να δηλώνει έλλειψη εκτίμησης του δράστη προς τον παθόντα σχετικά με τη συνολική αξία του, δηλαδή και την ηθική και την κοινωνική. Είναι νοητή και η συλλογική εξύβριση, αν με ομαδικό χαρακτηρισμό προσβάλλονται τα κατ` ιδίαν μέλη ολότητας και ο κύκλος των προσώπων, κατά τις περιστάσεις, οριοθετείται σαφώς και η ένταξή τους είναι αναμφίβολη, πράγμα που συμβαίνει, π.χ., όταν μπορεί να αναγνωρισθεί ότι η εξύβριση κατά αστυνομικών αναφέρεται μόνο στους μετέχοντες σε ορισμένη αστυνομική επιχείρηση.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ.2399/2009 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα αντιστάσεως και εξυβρίσεως κατά συρροή κατά των αστυνομικών Ρ, Κ και Δ, πράξεις που τέλεσε με την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 4 μηνών και 10 ημερών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκαν τα εξής: οι κατηγορούμενοι (εννοεί τον αναιρεσείοντα και τους συγκατηγορουμένους του Ζ1 και Ζ2) παρακολουθούσαν ως φίλαθλοι τον αγώνα ποδοσφαίρου μεταξύ των ομάδων "ΠΑΕ ..." - "ΠΑΕ ..." που διεξαγόταν στη ... στις 20.2.2006. Κατά τη διάρκεια του αγώνα δημιουργήθηκαν επεισόδια και όταν επενέβησαν οι αστυνομικοί προς αντιμετώπιση της καταστάσεως, οι κατηγορούμενοι, μαζί με άλλους φιλάθλους, εξύβριζαν αυτούς (μεταξύ των οποίων και τους κατωτέρω αναφερομένους) "κωλόμπατσοι, μπάτσοι, γουρούνια - δολοφόνοι, της μάνας σας το μουνί, γαμώ τη μάνα σας, γαμώ το παιδί σας", προσβάλλοντας έτσι την τιμή και την υπόληψή τους. Όταν, μετά το τέλος του αγώνα αυτοί είχαν εξέλθει του γηπέδου και βάδιζαν πεζοί, εντοπίστηκαν από τους αστυνομικούς Ρ, Κ και Δ, οι οποίοι αναγνωρίσαντες ότι αυτοί (κατηγορούμενοι) ήσαν μεταξύ των ως άνω υβριζόντων, επιχείρησαν - αφού δήλωσαν την ιδιότητά τους - να τους συλλάβουν για την παραπάνω αξιόποινη συμπεριφορά τους. Τότε οι κατηγορούμενοι, προκειμένου να τους εξαναγκάσουν σε παράλειψη της ως άνω νόμιμης ενέργειάς τους, μεταχειρίσθηκαν βία, απωθώντας τους βιαίως και κτυπώντας τους με λακτίσματα στα πόδια και τα χέρια, προκειμένου να διαφύγουν αποφεύγοντας τη σύλληψή τους. Επομένως αυτοί πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων της εξύβρισης και της αντίστασης κατά της αρχής...".
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της αντιστάσεως και της εξυβρίσεως κατά συρροή, για τα οποία πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα: α) Ως προς την αντίσταση, παρατίθεται στην απόφαση η αξιόποινη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, για την οποία οι αστυνομικοί προέβησαν στη νόμιμη ενέργεια της συλλήψεώς του, καθώς και ο τρόπος, με τον οποίο άσκησε αυτός κατ` αυτών βία, για να τους εξαναγκάσει να παραλείψουν τη νόμιμη αυτή ενέργειά τους. Και β) ως προς την εξύβριση, παρατίθενται οι εξυβριστικές φράσεις, καθώς και ότι αυτές απευθύνονταν κατά των ειρημένων και άλλων αστυνομικών που εκτελούσαν στο γήπεδο διατεταγμένη υπηρεσία. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως (πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς αμφότερα τα εγκλήματα και για έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς την πράξη της εξυβρίσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ειδικότερα: Η αιτίαση ότι δεν αναφέρεται αν η σύλληψη έγινε εντός των χρονικών ορίων του αυτοφώρου ή μετά την παρέλευσή του (αφού, στην τελευταία περίπτωση, η ενέργεια των αστυνομικών θα ήταν παράνομη και δεν θα στοιχειοθετείτο η πράξη της αντιστάσεως) είναι αβάσιμη, γιατί στην παραδοχή ότι η σύλληψη έγινε μετά το τέλος του αγώνα, όταν οι κατηγορούμενοι είχαν εξέλθει από το γήπεδο, περιλαμβάνεται η παραδοχή ότι αυτή έγινε μέσα στα χρονικά όρια του αυτοφώρου, όπως αυτά ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 242§1 του ΚΠΔ. Από την παραδοχή στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι η σύλληψη επιχειρήθηκε "για την παραπάνω αξιόποινη συμπεριφορά" και την αναφορά στο διατακτικό ότι αυτή επιχειρήθηκε "για τα επεισόδια που δημιούργησαν κατά τη διάρκεια του ποδοσφαιρικού αγώνα" δεν δημιουργείται καμιά αντίφαση ως προς τη θεμελίωση του στοιχείου της νομιμότητας της συλλήψεως, αφού και στο σκεπτικό γίνεται αναφορά στα επεισόδια που έγιναν κατά τη διάρκεια του αγώνα, στα οποία, βεβαίως, περιλαμβάνονται και οι φραστικές επιθέσεις κατά των αστυνομικών, και η αιτίαση περί του αντιθέτου είναι αβάσιμη. Η αιτίαση ότι δεν εκτίθεται το είδος της συμμετοχής κάθε καταδικασθέντος στην εξύβριση και ποιες φράσεις απηύθυνε ο αναιρεσείων και εναντίον ποίου συγκεκριμένως προσώπου είναι αβάσιμη, καθόσον, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της αποφάσεως, το Δικαστήριο της ουσίας καταδίκασε τους κατηγορουμένους όχι ως συμμετόχους (ότι, δηλαδή, τέλεσαν την πράξη της εξυβρίσεως "από κοινού"), αλλά γιατί και οι τρεις απηύθυναν, αυτοτελώς, τις ίδιες φράσεις κατά όλων των αστυνομικών και, επομένως, δεν νοείται περαιτέρω εξειδίκευση. Τέλος, η αιτίαση ότι οι εξυβριστικές φράσεις αναφέρονταν σε ομαδικό χαρακτηρισμό αστυνομικών και όχι σε συγκεκριμένα άτομα, οπότε δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 361 ΠΚ και η πράξη των κατηγορουμένων δεν ήταν αξιόποινη, είναι αβάσιμη, γιατί, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, οι ανωτέρω εξυβριστικές φράσεις κατά των αστυνομικών αναφέρονταν μόνο στους έχοντες διατεταγμένη υπηρεσία μέτρων τάξης στον συγκεκριμένο ποδοσφαιρικό αγώνα και όχι γενικά σε ολόκληρη την Αστυνομία και, επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ορθά εφαρμόσθηκε η ως άνω διάταξη.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 53/11.9.2009 αίτηση Χ, για αναίρεση της υπ` αριθ. 2399/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή