Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1629 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Συναυτουργία, Ληστεία, Οπλοφορία, Οπλοχρησία, Συρροή εγκλημάτων.




Περίληψη:
Βούλευμα απορριπτικής έφεσης κατά βουλεύματος παραπεμπτικού για ανθρωποκτονία με πρόθεση, ληστεία από κοινού, παράνομη οπλοφορία, οπλοχρησία κατά συρροή. 1) Απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για υπέρβαση εξουσίας, ως αβάσιμων κατ' ουσίαν. 2) Ο από τα άρθρα 484 παρ.1 εδαφ. α΄ και 171 παρ. 1 περ. δ΄ ΚΠΔ τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί, παρά το νόμο, παρέμειναν στη δικογραφία και συνεκτιμήθηκαν σε βάρος της οι δοθείσες ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις της, πριν αποκτήσει την ιδιότητα της κατηγορουμένης και έτσι παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά της δικαιώματα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί ρητά αναφέρεται στο αιτιολογικό του βουλεύματος, ότι δεν συνεκτιμήθηκαν οι άνω μαρτυρικές καταθέσεις της αναιρεσείουσας. Απορρίπτει αίτηση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1629/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Eμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 23/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 258/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 120/3.4.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω κατ' άρθρ 485 &1 ΚΠΔ την με αριθμ. 15/30-1-2009 αίτηση της Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση του με αριθμ. 23/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε στην ουσία της η με αριθμ. 507/2008 έφεση της κατά του με αριθμ. 2447/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών που την παραπέμπει στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών για να δικαστεί για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση από κοινού, της ληστείας από κοινού, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας κατά συρροή και εκθέτω τα ακόλουθα. Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον κατηγορούμενο και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματικές πράξεις και περιέχει συγκεκριμένους λόγους, της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας, της υπέρβασης εξουσίας και της απόλυτης ακυρότητας (άρθρ. 484 & 1δ, στ και α , ΚΠΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι οι οποίοι συνίστανται στο ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία λόγω του ότι δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά προς υποστήριξη της υποκειμενικής υπόστασης των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται, ότι δεν εκτιμήθηκαν τα πραγματικά περιστατικά στο σύνολο τους αλλά επιλεκτικά, ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν εκτίθενται σαφή και συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να θεμελιώνονται οι ενδείξεις ενοχής της ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα γίνεται δεκτό κατά τρόπο αυθαίρετο και αντιφατικό ότι προκύψανε κατά της αναιρεσείουσας επαρκείς ενδείξεις κατά συμπερασματική κρίση, ότι αναφέρονται κατά τρόπο αόριστο αντιφατικές παραδοχές σχετικά με τον τρόπο κατά κίνητρα των πράξεων τόσο της ανθρωποκτονίας όσο και της ληστείας για τα οποία δεν ασχολείται και τα οποία εκθέτει διαφορετικές ψυχικές και συναισθηματικές καταστάσεις όπως επίσης δεν αναφέρεται ποιός από τους κατηγορουμένους είχαν τα διάφορα βίαια συναισθήματα για τα οποία γίνεται ειδική αναφορά σχετικά με τον τρόπο τέλεσης της πράξης της ανθρωποκτονίας όπως επίσης αναφέρονται αντιφατικές παραδοχές σχετικά με τα μέσα με τα οποία τελέστηκε η πράξη της ανθρωποκτονίας αναφέροντας ότι το θύμα επλήγη κατ'επανάληψη στον τράχηλο, το θώρακα και την κοιλία από νήσσον άμα και τέμνο όργανο χωρίς να προσδιορίζεται ποιός από τους κατηγορουμένους επέφερε τα πλήγματα με αυτό και σε άλλο σημείο ότι και οι δυό μαζί επιτέθηκαν στο θύμα και τον έπληξαν με μαχαίρια που κρατούσαν υπονοώντας ότι και οι δύο κατηγορούμενοι κρατούσαν μαχαίρια με τα οποία έπληξαν το θύμα και εν τέλει το προσβαλλόμενο βούλευμα καταλήγει σε παραπεμπτική κρίση αντίθετη με την Εισαγγελική πρόταση αναιτιολόγητα και αυθαίρετα και με υπερβατικούς και ασύνδετους συλλογισμούς και ο δεύτερος λόγος ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα παρά το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα έδωσε αίμα για την εξέταση για DNA και το οποίο δεν ταυτίστηκε με το ανευρεθέν στον τόπο του εγκλήματος αίμα και παρά το γεγονός ότι το προσβαλλόμενο δέχεται την ύπαρξη αμοιβαίων με το θύμα φιλικών σχέσεων που δεν δικαιολογούν την ιδιαίτερη βαναυσότητα και σκληρότητα με την οποία τελέστηκε η πράξη της ανθρωποκτονίας, περιορίστηκε στον έλεγχο και την αξιολόγηση επιλεκτικά μόνο των στοιχείων που ενισχύουν τις ενδείξεις και δεν ασχολήθηκε παντελώς με τον έλεγχο και την αξιολόγηση το στοιχείων που αποδυναμώνουν την κατηγορία. 'Ελλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατ' ά. 93 παρ. 3 Συντ/τος και 139 ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τ'αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, (ΑΠ Ολ. 19/2001, ΑΠ 1151/2006). Υπέρβαση εξουσίας όταν το συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδιαίτερα όταν αποφάνθηκε για υπόθεση που δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία του ή έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα που με ρητή διάταξη του νόμου υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων ή αποφάνθηκε πέρα από την εξουσία του κατά τα άρθρα 307, 309 και 318 ή, τέλος, παρέπεμψε σε δίκη τον κατηγορούμενο για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε νόμιμα η απαιτούμενη για την ποινική δίωξη έγκληση ή αίτηση (άρθρα 41 και 50) ή για το οποίο δεν δόθηκε η άδεια δίωξης (άρθρο 54) ή για το οποίο δεν έχει επιτραπεί ρητά η έκδοση (άρθρο 438). Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση παραλείπει να αποφασίσει κάτι το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. (ΑΠ Ολ. 9/2001, ΑΠ 347/2007) Και Απόλυτη ακυρότητα όταν κατά την προδικασία ή την κύρια διαδικασία λάβει χώρα παραβίαση δικαιώματος του κατηγορουμένου για το οποίο προνοεί ρητή διάταξη νόμου και τέτοια μπορεί να λάβει χώρα και όταν το δικαστικό συμβούλιο έλαβε υπ'όψη του και αξιολόγησε ένορκες καταθέσεις του υπόπτου κατά την αστυνομική προανάκριση και οι οποίες παρέμειναν στην δικογραφία παρά την ρητή περί της απομάκρυνσης τους πρόβλεψη του άρθρου 31 ΚΠΔ (ΑΠ Ολ. 2/199, ΑΠ 1333/2006). Μόνη όμως η παραμονή των καταθέσεων μέσα στη δικογραφία χωρίς αυτές να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπ'όψη και αξιολογήθηκαν δεν συνιστά ακυρότητα, πολύ δε περισσότερο όταν στο ίδιο το βούλευμα η την απόφαση αναφέρεται ότι αυτές οι καταθέσεις δεν λήφθηκαν υπ'όψη (ΑΠ 599 /2003, ΑΠ 622/2003 ,ΑΠ 610/2004 ,ΑΠ 1333/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δέχθηκε ανέλεγκτα ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία λεπτομερώς αναφέρει, προέκυψαν τα παρακάτω: Στις 26-1-2004 και περί ώρα 12.00 βρέθηκε νεκρός γυμνός μέσα στο μπάνιο του ηλεκτρολογείου το οποίο χρησιμοποιούσε και σαν κατοικία του ο ΑΑ. Ο θάνατος του προήλθε από 15 περίπου τραύματα τα οποία είχε δεχθεί σε διάφορα μέρη του σώματος του από μαχαίρι και είχε συμβεί μεταξύ της 23.00 ώρα της 25-1-2004 έως 03.00 ώρα της 26-1-2004. Η είσοδος των δραστών στο ηλεκτρολογείο έγινε χωρίς να σημειώνεται διάρρηξη, και από αυτό προκύπτει ότι οι δράστες ήταν γνωστοί στο θύμα και ανήκαν στο φιλικό περιβάλλον του αφού το θύμα παρά το προχωρημένο της ώρας τους άνοιξε . Η ανθρωποκτονία έλαβε χώρα στο χώρο που το θύμα χρησιμοποιούσε σαν γραφείο και είχε συρθεί στη συνέχεια μέσα στο μπάνιο όπου και ανευρέθη. Κατά την έρευνα αποδεικτικών στοιχείων και την ιχνηλάτηση του χώρου βρέθηκαν σε διάφορα σημεία του γραφείου του διαδρόμου και του μπάνιου δακτυλικά αποτυπώματα του Χ2 και το αποτύπωμα της αριστερής παλάμης της αναιρεσείουσας σε πλακάκι του τοίχου του διαδρόμου των μπάνιων. Από την περαιτέρω έρευνα προέκυψε ότι έλειπε το μπουφάν του θύματος στις τσέπες του οποίου το θύμα φέρεται να είχε αρκετά χρήματα, περί τα 1000 ευρώ για τις ανάγκες του ηλεκτρολογείου του όπως έλειπε και ο Η/Υ (λάπτοπ) που μόλις είχε αγοραστεί από το θύμα και ένα ηλεκτρικό καλοριφέρ. Από την έρευνα που έγινε προέκυψε η αναιρεσείουσα κατά την προτεραία είχε δεχθεί τηλεφωνικές κλήσεις από το θύμα με το οποίο είχε στενή φιλική σχέση και περί την 15.00 ώρα της 25-1-2004 πήγε στο ηλεκτρολογείο με τον Χ2. Το βράδυ πριν από την ανθρωποκτονία η αναιρεσείουσα με τον Χ2 είχε πάει σε γάμο και από τον γάμο έφυγαν γύρω στις 23 .00 με 23.00 και κάτι μαζί με τον ΒΒ και αφού τον άφησαν στο κέντρο ''...'' πήγαν σπίτι της και μετά πήγαν για το ξενοδοχείο ''...'' περί την 24.30 πρωϊνή. Η απόσταση από τον χώρο που γινόταν ο γάμος που πήγαν μέχρι το σπίτι της και στο ξενοδοχείο είναι πάρα πολύ κοντά και η απόσταση καλύπτεται μόλις σε διάστημα όχι περισσότερο του ενός τετάρτου όπως προέκυψε από την χρονομέτρηση αστυνομικού. Η αναιρεσείουσα ανέφερε κατά την απολογία της στον ανακριτή ότι είχε πάει στο σπίτι της για να κάνει μπάνιο και είχε αφήσει και ρούχα του Χ2 για πλύσιμο γεγονός το οποίο η μητέρα της η οποία ξέρει, μιλάει και αντιλαμβάνεται πολύ καλά την Ελληνική δεν το επιβεβαιώνει, αντίθετα μάλιστα ανέφερε ότι δεν είχε πάει ποτέ ρούχα ξένου ατόμου όπως επίσης δεν επιβεβαιώνει και την ώρα την οποία ανέφερε η αναιρεσείουσα ότι πήγε και έφυγε και από το σπίτι της.
Περαιτέρω στο προσβαλλόμενο γίνεται λόγος στον τρόπο που ενήργησαν οι δράστες, και τα κίνητρα τους όπως επίσης αναφέρει ότι οι δράστες οπωσδήποτε ήταν γνωστοί και ότι για τον λόγο αυτό το θύμα άνοιξε παρά το προχωρημένο της ώρας. Η αναιρεσείουσα κατά την ανάκριση προσπάθησε ν' αποκλείσει την συμμετοχή της κατονομάζοντας σαν δράστη της ανθρωποκτονίας τον Χ2 λέγοντας ότι ο Χ2 κατά την ώρα που αυτή ήταν στο σπίτι πήγε στο ηλεκτρολογείο και σκότωσε τον ΑΑ και επέστρεψε, για να πάνε εν συνεχεία στο ξενοδοχείο, χωρίς να δίδεται όμως από αυτήν απάντηση για το πώς ο ΑΑ άνοιξε στον Χ2 αφού ο ΑΑ δεν θα άνοιγε παρά σε πάρα πολύ γνωστό του άνθρωπο που θα ήταν μαζί με τον Χ2 και αυτός ο πολύ γνωστός άνθρωπος που για χάρη του ο ΑΑ άνοιξε ήταν η αναιρεσείουσα. όπως επίσης η απάντηση της σχετικά με την δικαιολόγηση της ώρας που έφυγαν από τον γάμο, πήγαν σπίτι της και στην συνέχεια πήγα στο ξενοδοχείο ''...'' και η οποία ήταν πάνω από μιάμιση ώρα δεν κρίθηκε πειστική από το προσβαλλόμενο λαμβανομένου ότι για την δικαιολόγηση αυτή η αναιρεσείουσα ανέφερε ότι καθυστέρησαν να πάνε στο ξενοδοχείο λόγω του ότι πήγαιναν σιγά κουβεντιάζοντας με τον Χ2 για τον οποίο είχε αναφέρει ότι αυτός ήταν δράστης της ανθρωποκτονίας την οποία διέπραξε όταν αυτή έκανε μπάνιο.
Το προσβαλλόμενο περαιτέρω περιγράφει τις κινήσεις τόσο του Χ2 όσο και της αναιρεσείουσας για το μετά την ανθρωποκτονία διάστημα μέχρι την εξαφάνιση του Χ2 και καταλήγει ότι την ανθρωποκτονία την σχεδίασαν και την εκτέλεσαν μαζί και ότι κίνητρο τους ήταν η ληστεία. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία στηρίζουν την κρίση του για την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων προς παραπομπή της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε στην παραπεμπτική του κρίση του απορριπτομένων των περί του αναιτιολογήτου και περί των αυθαίρετων, υπερβατικών και ασύνδετων συλλογισμών που αναφέρει η αναιρεσείουσα δεδομένου ότι οι σκέψεις του Συμβουλίου, και αιτιολογημένες είναι και σε πλήρη αρμονία με τα περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την διαδικασία είναι, δοθέντος μάλιστα ότι κατά την παρούσα φάση της διαδικασίας είναι απαραίτητες οι επαρκείς ενδείξεις και όχι αποδείξεις . Επίσης απορριπτέοι είναι και οι ισχυρισμοί περί του ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα έκανε χρήση των καταθέσεων της κατά την αστυνομική προανάκριση γιατί κάτι τέτοιο δεν προέκυψε άλλα και πέρα τούτου το προσβαλλόμενο βούλευμα ρητά αναφερόμενο σ'αυτές αναφέρει ότι παρά την ύπαρξη τους μέσα στη δικογραφία δεν έκανε χρήση, ούτε και τις έλαβε υπ'όψη. Κατ'ακολουθία των παραπάνω η υπό κρίση αναίρεση πρέπει ν'απορριφθεί.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
Να απορριφθεί η με αριθμ. 15/30-1-2009 αίτηση της Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση του με αριθμ. 23/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε στην ουσία της η με αριθμ. 507/2008 έφεση της κατά του με αριθμ. 2447/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών.
Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος της αναιρεσείουσας.
Αθήνα την 27-3-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ιωάννης Χρυσός"

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη με αριθ. εκθ. 15/30-1-2009 αίτηση αναιρέσεως, στρεφόμενη κατά του με αριθ. 23/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση της αναιρεσείουσας, κατά του με αριθ. 2447/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτή, στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών, για να δικασθεί για ανθρωποκτονία με πρόθεση και ληστεία από κοινού με άλλον και για παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία κατά συρροή, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι'αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ.1 του ΠΚ, ορίζεται ότι, " όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη", κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου, "αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου . Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του πιο πάνω άρθρου 299 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση κατά τη έννοια της διατάξεως, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως. Ενώ, στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της πράξεως, γιατί αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ.2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή, για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας καθείρξεως.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 380 παρ. 1 του ΠΚ, τιμωρείται με κάθειρξη όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν από την πράξη προήλθε ο θάνατος κάποιου προσώπου ή βαριά σωματική βλάβη (άρθρο 310) ή αν η πράξη εκτελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα εναντίον προσώπου, επιβάλλεται ισόβια κάθειρξη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, όταν με σκοπό τη ληστεία, κάμπτεται βιαίως η βούληση του θύματος με την άσκηση σωματικής εναντίον του βίας, που εξικνείται στον έσχατο βαθμό της με την από πρόθεση θανάτωσή του και επακολουθεί η σε άμεσο σύνδεσμο με τη θανάτωση αφαίρεση των πραγμάτων, υπάρχει αληθινή συρροή των εγκλημάτων ληστείας και ανθρωποκτονίας με πρόθεση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του σύνθετου εγκλήματος της ληστείας , με το οποίο προσβάλλεται τόσο η προσωπική ελευθερία, όσο και η ατομική ιδιοκτησία, εμπεριέχοντας στην αντικειμενική υπόστασή του στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως των εγκλημάτων της παράνομης βίας και της κλοπής, απαιτείται είτε άσκηση σωματικής βίας, με φυσική δύναμη και ενέργεια ή με μέσα υπνωτικά ή ναρκωτικά ή άλλα ανάλογα περιαγωγή του θύματος σε κατάσταση αναισθησίας ή ανικανότητας προς αντίσταση, χωρίς να είναι απαραίτητη η συνείδηση του θύματος για την ασκούμενη βία, είτε απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο του σώματος ή της ζωής, δηλαδή ψυχολογική βία, που επιδιώκει την κάμψη της προσωπικής αυτενέργειας για να καταστεί δυνατή η αφαίρεση του ξένου κινητού πράγματος. Αν με την παράνομη βία εξουδετερώνεται πλήρως κάθε προβαλλόμενη ή αναφερόμενη αντίσταση του θύματος, τότε με την αφαίρεση (κλοπή) του κινητού πράγματος, συντελείται η αντικειμενική υπόσταση της κυρίως ληστείας( παρ. 1 περ. α άρθρου 380), ενώ αυθύπαρκτη αντικειμενική υπόσταση της ληστείας (ληστρική εκβίαση της παρ.1 περ. β του άρθρου 380), υφίσταται, όταν με παράνομη βία το θύμα εξαναγκάζεται στην παράδοση του κινητού πράγματος. Το έγκλημα της παράνομης βίας είναι υπαλλακτικώς μικτό και επομένως, είτε ως παράνομη βία, είτε ως απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο του σώματος ή της ζωής, εφόσον συνδυάζεται με κλοπή, πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση ενός και του αυτού εγκλήματος της ληστείας, του οποίου η παράνομη βία αποτελεί το ένα συνθετικό στοιχείο. Είναι αδιάφορο δε για την πλήρωση της αντικειμενικής υποστάσεως της ληστείας, το αν εκδηλώθηκε αντίσταση του θύματος ή απλώς με το ενδεχόμενο εκδηλώσεώς της ασκήθηκε εναντίον του παράνομη βία, ούτε αν αυτή ήταν πρόσφορη, αρκεί ότι κατά την αντίληψη του δράστη, ήταν κατάλληλη για την επιτυχία της κλοπής.
Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν, από την ανάκριση ή προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα.
Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο 23/2009 βούλευμά του, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση του συλλεγέντος από τη διενεργηθείσα προανάκριση και την ακολουθήσασα κυρία ανάκριση αποδεικτικού υλικού (όπως καταθέσεων μαρτύρων, εγγράφων και απολογίας κατηγορουμένων), δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Ο ΑΑ διατηρούσε ηλεκτρολογείο αυτοκινήτων στη Λεωφ. ... αρ. ..., στον ... όπου και υπήρχε βοηθητικός χώρος τον οποίο χρησιμοποιούσε ως κουζίνα και δωμάτιο για να μένει. Στις 26.1.04 και ώρα 12.00 βρέθηκε νεκρός, γυμνός μέσα στο μπάνιο του ηλεκτρολογείου, μέσα σε λίμνη αίματος, ο δε θάνατος του σύμφωνα με την υπ' αρ. 217/04 ιατροδικαστική έκθεση του Ιατροδικαστή Αθηνών ..., προκλήθηκε από 15 περίπου τραύματα στον θώρακα, την κοιλιά, τράχηλο, το από νύσσον άμα και τέμνον όργανο (μαχαίρι), υπελογίσθη δε ότι επήλθε πριν 12-16 ώρες από την ώρα της αυτοψίας. Το στομάχι του θύματος βρέθηκε υπερπλήρες τροφών (πατάτες ταλιατέλες κέτσαπ σε αρχόμενη πέψη), το δε σώμα του βρέθηκε στο δάπεδο του ενός από τα δύο WC που υπήρχαν στο ηλεκτρολογείο. Σε όλο το μήκος του διαδρόμου εντός του νιπτήρα στην εξωτερική κάτω επιφάνεια καθώς και σε πλακάκια του τοίχου κάτω και δεξιά από το νιπτήρα στα πλακάκια δαπέδου αριστερά της εισόδου του πρώτου WC στην εξωτερική πλευρά της πόρτας του υπήρχαν ίχνη αίματος. Η πόρτα του ηλεκτρολογείου ήταν ανοικτή κατά την άφιξη της αστυνομίας ενώ δεν διαπιστώθηκαν ίχνη παραβίασης. Από το χώρο του γραφείου του θύματος είχε αφαιρεθεί ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής, το καλώδιο του οποίου ήταν κομμένο με αιχμηρό αντικείμενο. Προέκυψε περαιτέρω ότι ο ΑΑ, άγαμος ζούσε μόνος του, ήταν φιλήσυχο άτομο, εργατικός, θρήσκος και δεν είχε δημιουργήσει προβλήματα στο χώρο διαμονής του. Είχε πολύ καλές σχέσεις με τους γείτονες επαγγελματίες και με κατοίκους της περιοχής ενώ συχνά πήγαινε στην εκκλησία (των παλαιοημερολογητών), (βλ. ιδία από 26.1.04 ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ΣΤ, ιερέα και ΖΖ, γαμβρό του θύματος) και είχε πολύ καλές σχέσεις με τους Ελληνοπόντιους που διέμεναν στην περιοχή, είχε δε προσλάβει στην επιχείρηση του τέτοιους, όπως τον ..., ΗΗ, ΕΕ. Στο παρελθόν είχε συνάψει ερωτική σχέση με την ... με την οποία όμως το θύμα χώρισε, χωρίς προβλήματα, μάλιστα δε είχε προσλάβει τον αδελφό της ... ως βοηθό στο συνεργείο του αν και αργότερα τον απέλυσε διότι "δεν έκανε καλά τη δουλειά του". Μεταξύ των πελατών του θύματος ήταν και η κατηγορουμένη - εκκαλούσα, γεννημένη το έτος 1975 στην ... του ..., κάτοικος τότε ..., η οποία πήγαινε συχνά το αυτοκίνητο της, ένα CITROEN ΖΧ, στο συνεργείο του για επισκευή. Η σχέση του θύματος με την εν λόγω κατηγορουμένη εξελίχθηκε σε πολύ περισσότερο από φιλική, υπήρχε μεταξύ τους ιδιαίτερη οικειότητα και από πλευράς θύματος επιθυμία για δημιουργία ερωτικής σχέσης μαζί της. Ενισχυτικό τούτου είναι και το γεγονός ότι η κατηγορουμένη επισκεύαζε το αυτοκίνητο της στο ηλεκτρολογείο του χωρίς να πληρώνει και επί πλέον έμπαινε και εκινείτο στο χώρο που χρησιμοποιούσε το θύμα εντός του συνεργείου ως κατοικία του αντίθετα από κάθε συνηθισμένο πελάτη και έφτιαχνε καφέδες. Το ίδιο το θύμα δε είχε υποδείξει στον συνάδελφο του ΓΓ την κατηγορουμένη σαν την κοπέλα με την οποία ήθελε να δημιουργήσει ερωτική σχέση ενώ στον αδελφό του ΔΔ ανέφερε και ότι διατηρούσε σχέση με μία ... που καταγόταν από χώρες του ανατολικού μπλοκ (βλ. ιδία από 2.2.04 ένορκη κατάθεση του ΓΓ αλλά και από 29.1.04 και 2.2.04 ένορκες καταθέσεις των ΕΕ και ΔΔ, βοηθού και αδελφού αντίστοιχα του θύματος). Πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι όπως προκύπτει από τα με αρ. πρωτ. ... και ... έγγραφα της COSMOTE υπήρχε κυρίως από την πλευρά του θύματος συχνή, σχεδόν καθημερινή τηλεφωνική επικοινωνία με την κατηγορουμένη, είτε με συνομιλίες τους, είτε με μηνύματα.
Στις 25.1.04, ημέρα Κυριακή ο άνω θανατωθείς ΑΑ επισκέφθηκε την Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου, που λειτουργεί ο άνω Ιερέας ΣΤ και περί ώρα 13.00 μ.μ. έφαγαν μαζί μπριζόλες και ψάρια που το θύμα είχε φέρει (βλ. ιδία από 22.9.04 ένορκη κατάθεση του ΣΤ). Από τα προαναφερόμενα έγγραφα της COSΜΟΤΕ προκύπτει ότι την ίδια ημέρα (25.1.04) είχαν γίνει τηλεφωνικές κλήσεις προς το κινητό του θύματος (με αρ. ...) με αποστολή μηνυμάτων προς αυτό από το κινητό τηλέφωνο της κατηγορουμένης (με αρ. ...) και ανταπόκριση σ' αυτά από το θύμα με συνομιλία και μηνύματα προς αυτή με τελευταίο εκείνο στις 15.43:46 ώρα και με σταθμό βάσης καλούντος κατά την πραγματοποίηση της εκείνη του ... . Δηλαδή το θύμα ώρα 15.43:46 της 25.1.04 βρισκόταν εκτός ηλεκτρολογείου. Η κατηγορουμένη το απόγευμα της ίδιας ημέρας (25.1.04) δέχθηκε τηλεφώνημα από το φίλο της ΒΒ, με το οποίο της ζήτησε να τον μεταφέρει στο γάμο ενός ξάδελφου του που γινόταν στα ... και αυτή του απάντησε ότι έτρωγε και θα μπορούσε μετά να τον πάει με το αυτοκίνητο της στο γάμο. Σε νέα τηλεφωνική κλήση του ιδίου αργότερα αυτός της είπε να περάσει από την καφετέρια "..." όπου βρισκόταν να τον πάρει, όπως και πράγματι έπραξε, αφού περί ώρα 20.30 μ.μ. συνοδευόμενη από τον συγκατηγορούμενό της Χ2, με τον οποίο είχε γνωριστεί τέλος καλοκαιριού 2004 και είχε συνάψει ερωτική σχέση μαζί του, παρέλαβαν τον ανωτέρω ΒΒ από την προαναφερόμενη καφετέρια και στη συνέχεια πήγαν στο τραπέζι του γάμου που γινόταν στην ταβέρνα ..., απ' όπου έφυγαν και οι τρεις τους περί ώρα 22.30' με 23.00 μ.μ., άφησαν τον ΒΒ στην καφετέρια "..." περίπου στις 23.00 ώρα και έφυγαν με το αυτοκίνητο οι δυο τους (κατηγορουμένη και Χ2), χωρίς να του πουν που πηγαίνουν (βλ. ιδία από 30.1.04 και 17.3.08 ένορκες καταθέσεις του ΒΒ). Η κατηγορουμένη συνοδευόμενη από τον ως άνω συγκατηγορούμενό της το ίδιο βράδυ μετέβη στην οικία της η οποία απέχει από το ηλεκτρολογείο του ΑΑ περί τα δύο χιλιόμετρα (βλ. ιδία από 20.12.05 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ...), στην οποία και εισήλθε χωρίς να προκύπτει πότε ακριβώς πήγε και πόσο έμεινε σ' αυτή (βλ. ιδία από 30.1.04 ένορκη κατάθεση της μητέρας της κατηγορουμένης σύμφωνα με την οποία την Κυριακή 25.1.04 το βράδυ ήλθε στο σπίτι η κόρη της δεν ξέρει την ώρα). Η κατηγορουμένη με τον συγκατηγορούμενό της Χ2 περί ώρα 1.30 π.μ. της 26.1.04 αφίχθησαν στο ξενοδοχείο "..." που βρίσκεται στο 50° χιλιόμετρο της Π.Ε.Ο ...-..., όπου και διανυκτέρευσαν αναχώρησαν δε από αυτό το πρωί, περί ώρα 10 π.μ. της 26.1.04 (βλ. ίδια από 30.1.04 ένορκη κατάθεση του ρεσεψιονίστ στο εν λόγω ξενοδοχείο). Από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό προέκυψε ότι ο ΑΑ δολοφονήθηκε άγρια μέσα στο χώρο του ηλεκτρολογείου του στη διάρκεια των ωρών 23.00 μ.μ. της 25.1.04 μέχρι 03.00 π.μ. της 26.1.04 χωρίς να διαπιστωθεί διάρρηξη όπως προαναφέρθηκε, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι δράστες της δολοφονίας ήταν γνωστοί του θύματος γι' αυτό τους άνοιξε την πόρτα ο ίδιος τη νύχτα (βλ. ιδία από 12.12.05 ένορκη κατάθεση του ΖΖ, σύμφωνα με την οποία το θύμα δεν είχε δώσει ποτέ σε κανένα κλειδιά από το μαγαζί του, ούτε είχε χάσει τα κλειδιά του, ότι όταν ήταν το βράδυ στο μαγαζί πάντα κλείδωνε και δεν άνοιγε την πόρτα σε κανέναν, και ότι αν πήγαινε κάποιος γνωστός του το βράδυ και του χτύπαγε την πόρτα θα άνοιγε, ξένος εάν ήταν δεν θα άνοιγε ποτέ), ίχνη πάλης δεν υπήρχαν εκτός από τα τραύματα που έφερε στα χέρια του το θύμα στην προσπάθειά του ν' αμυνθεί, στα κτυπήματα που δέχθηκε στον τράχηλο, θώρακα, κοιλιά, δεξιά ζυγωματική χώρα, αυχένα, συνεπεία των οποίων επήλθε ο θάνατος του. Το όπλο του εγκλήματος δεν βρέθηκε στον τόπο της δολοφονίας αφού οι δράστες φρόντισαν να το πάρουν μαζί τους μετά από αυτή. Το θύμα βρέθηκε όπως αναφέρθηκε παραπάνω γυμνό πίσω από την πόρτα του δεύτερου WC, ενώ σε όλο το μήκος τού διαδρόμου που οδηγεί στα δύο WC υπήρχαν ίχνη αίματος, γεγονός που συνηγορεί μεταφέρθηκε στο χώρο του WC από τους δράστες. Στη δακτυλοσκοπική έρευνα που έλαβε χώρα στον τόπο της δολοφονίας διαπιστώθηκε η ύπαρξη αποτυπωμάτων του αριστερού αντίχειρα μεσαίου και δεξιού δείκτη του Χ2 σε γυάλινο ποτήρι που βρισκόταν πάνω στο ψυγείο της κουζίνας εξωτερικά πόρτας πρώτης τουαλέτας σε πλαστικό μπουκάλι Coca Cola, στον δεξιό ρουμπινέ (στρόφιγγα) μπαταρίας του νιπτήρα στο τέρμα του διαδρόμου που έχουν είσοδο οι δύο τουαλέτες αλλά και αποτύπωμα της αριστερής παλάμης της κατηγορουμένης-εκκαλούσας σε πλακάκι τοίχου του διαδρόμου μπάνιων (βλ. από 19.5.06 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης του Τμήματος Εξερευνήσεων της Διεύθυνσης Εγκλημ/κών Ερευνών), χωρίς να ταυτοποιηθούν ίχνη αίματος που βρέθηκαν στο χώρο (στο δάπεδο της αποθήκης περίπου 70 εκ. μέσα και αριστερά από την είσοδο) με αυτό της κατηγορουμένης (βλ. από 19.5.06 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης του Τμήματος Αν. Βιολ. Υλικού της Δ/νσης Εγκλημ. Ερευνών). Το θύμα είχε συνεχώς δουλειά στο ηλεκτρολογείο του, δεν αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, αντίθετα είχε πάντα μαζί του χρήματα, όπως ιδία κατατίθεται από την υπάλληλο του ΗΗ αλλά και από τον ιερέα ΣΤ, ο οποίος και αναφέρει μεγάλο αριθμό χαρτονομισμάτων (πακέτο) που είχε επάνω του το πρωΐ της 25.1.04 και οπωσδήποτε είχε μαζί του 1000 € για να πληρώσει το ενοίκιο του συνεργείου την επόμενη ημέρα, ποσό όμως που δεν βρέθηκε μετά τη δολοφονία του, αφού από το χώρο του συνεργείου αφαιρέθηκε εκτός από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή που είχε αγοράσει το θύμα λίγες μέρες πριν με σ' αυτό ενσωματωμένη μικροκάμερα το ηλεκτρικό σώμα καλοριφέρ και το μπουφάν τούτο στο οποίο και συνήθιζε να φυλάει τα χρήματατου, στοιχεία που συνηγορούν ως κίνητρο της δολοφονίας τη ληστεία. Η κατηγορουμένη με τον φίλο της Χ2 τις επόμενες της δολοφονίας ημέρες και μέχρι 29.1.04 φέρονται να κινούνται εκτός της πόλεως του ... σύμφωνα με τις κλήσεις που πραγματοποίησαν από το κινητό της τηλέφωνο που καταγράφονται στα προαναφερόμενα έγγραφα της COSΜΟΤΕ, όπως σε διάφορες περιοχές της ..., του ... κ.α. Ειδικότερα στις 27.1.04 ημέρα Τρίτη πήγαν στην οικία του φίλου τους ... και στο ... όπου φιλοξενήθηκαν από την οποία και αναχώρησαν το πρωί περί ώρα 11.00 π.μ. της 29/1/04. Στη διάρκεια δε της παραμονής τους εκεί η κατηγορουμένη αρνείτο να δώσει το αυτοκίνητο της στην συγκατηγορούμενο φίλο της παρά το γεγονός ότι συνήθιζε να το οδηγεί αυτός και έδειχνε να φοβάται να φύγει από κοντά της ο Χ2 και ήθελε να πάει και αυτή μαζί, σύμφωνα με την από 30.10.04 ένορκη κατάθεση της ... . Στις 29.1.04 o X2 εξαφανίστηκε αδικαιολόγητα ενώ άφησε πίσω του το διαβατήριο του και άλλα προσωπικά έγγραφα στρατολογίας δίπλωμα οδήγησης κ.α.), γεγονός που φανερώνει την εξαιρετικά επείγουσα κατάσταση στην οποία βρισκόταν και την απόφαση του ν' απομακρυνθεί από τον τόπο της δολοφονίας για ν' αποφύγει την εξέταση του από τις αρχές, ενώ άλλος πειστικός λόγος για την αιφνίδια αυτή εξαφάνιση του δεν προέκυψε. Η κατηγορουμένη εκκαλούσα απολογούμενη ισχυρίζεται ότι γνώρισε τον ΑΑ, την ’νοιξη του 2003, ότι η σχέση τους εξελίχθηκε σε φιλική, δεν υπήρχε μεταξύ τους σχέση ερωτική αν και έβλεπε σημάδια εκδηλώσεως ιδιαίτερου ερωτικού ενδιαφέροντος εκ μέρους του ότι στις 25.1.04 επικοινώνησε με τον ΑΑ, το πρωί γιατί είχε πρόβλημα με το αυτοκίνητο της και ήθελε να το φτιάξει ότι έδωσαν ραντεβού στο ηλεκτρολογείο του γύρω στις 15.00 το μεσημέρι ότι πράγματι περίπου στις 15.00 πήγε στο συνεργείο μαζί με τον Χ2 και έφαγαν με το θύμα σουβλάκια (σημειωτέον, όπως προαναφέρθηκε, το θύμα ώρα 15.43:46 φέρεται να καλεί στο κινητό της κατηγορουμένης να συνομιλεί με αυτή με σταθμό βάσης καλούντος τον ..., ενώ ο ίδιος είχε ήδη γευματίσει με τον ιερέα ΣΤ 13.00 μ.μ. της ίδιας ημέρας), ότι από το τραπέζι του γάμου έφυγαν γύρω στις 23.00 με 23.00 και κάτι, ότι αφού άφησαν τον ΒΒ στο "..." πήγαν στο σπίτι της ανέβηκε επάνω, άνοιξε το θερμοσίφωνα, έκανε καφέ, διάλεξε τα ρούχα που θα φορούσε και τα ρούχα του Χ2 τα καθαρά έκανε "ντουζ" και όταν κατέβηκε το μοτέρ του αυτοκινήτου δούλευε ότι για όλα αυτά χρειάστηκε μισή ώρα με 40 λεπτά (σημειωτέον, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω δεν επιβεβαιώνεται από τη μητέρα της η ακριβής ώρα που η κατηγορουμένη εισήλθε και παρέμεινε στην οικία τους), ότι έφτασαν στο ξενοδοχείο τους που βρίσκεται στο 50° χιλιόμετρο της παλαιάς Εθνικής Οδού ...-... σε περίπου 40 λεπτά γιατί πήγαιναν πολύ σιγά συζητώντας για το μέλλον της σχέσης τους. Σε σχετικές ερωτήσεις του ανακριτή γιατί, ενώ σύμφωνα με την κατάθεση του ΒΒ από το γάμο έφυγαν το αργότερο στις 23.00' έφθασαν στο ξενοδοχείο περί τις 1.30' πρωινή, σύμφωνα με την κατάθεση του ..., ενώ αυτή αρχικά είχε καταθέσει ότι έφυγαν κατά τις 24.00 από το γάμο, η κατηγορουμένη απάντησε ότι για μεν τον ΒΒ είναι συνεχώς μεθυσμένος αλκοολικός και είναι αδύνατον να είχε κρατήσει την ακριβή ώρα, για δε τον ... διότι είναι πληροφορία που λέει ότι του έδωσε ο άλλος ρεσεψιονίστ (σημειωτέον ότι ο μάρτυρας ΒΒ στην από 17.3.08 ένορκη κατάθεση του ρητά αναφέρει ότι είναι απόλυτα βέβαιος ότι από το κέντρο δεν έφυγαν αργότερα από τις 23.00) και ότι έφθασαν στο ξενοδοχείο όχι 1.30 π.μ. αλλά 24.30' με 1.00 πρωινή περίπου διότι έβρεχε, ο Χ2 είχε πιεί και σ' όλη τη διάρκεια μιλούσαν για τη σχέση τους. Η κατηγορουμένη απαντώντας σε ερώτηση του ανακριτή γιατί η μητέρα της στην κατάθεση της αναφέρει ότι δεν πήγε ρούχα ξένου ατόμου για πλύσιμο και πως εξηγεί το γεγονός ότι ο συγκατηγορούμενός της εξαφανίστηκε ενώ φέρει ότι τον αναζητεί η αστυνομία αφήνοντας διαβατήριο και όλα τα χαρτιά του, αναφέρει ότι η μητέρα της δεν ξέρει Ελληνικά παρά ελάχιστα και τρομοκρατήθηκε επειδή ήταν ουσιαστικά κρατούμενη και γι' αυτό είπε ότι δεν τα είδε τα ρούχα που πήγε στο σπίτι και τα πήρε ο συγκατηγορούμενός της όταν τσακώθηκαν (όμως στην από 30.1.2004 κατάθεσή της η μητέρα της, δηλώνει ότι καταλαβαίνει καλά και μιλάει Ελληνικά), και ότι ο συγκατηγορούμενός της προφανώς φοβήθηκε ότι αν εμφανιστεί θα τον συλλάβουν. Καταλήγει δε αναφέροντας ότι από την όλη συμπεριφορά του έχει υποψίες ότι αυτός μπορεί να έχει σχέση με το έγκλημα αλλά δεν έχει τα στοιχεία για να έχει βεβαιότητα.
Από το παραπάνω αποδεικτικό υλικό προκύπτει ότι η κατηγορουμένη, δρώντας από κοινού με τον συγκατηγορούμενό της Χ2, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση επιδιώκοντας να σκοτώσουν, τον ΑΑ και να τον ληστέψουν, επιτέθηκαν σ' αυτόν και τον έπληξαν με μαχαίρια που κρατούσαν σε διάφορα σημεία του σώματος του τουλάχιστον δέκα πέντε φορές στην κοιλιακή θωρακική και αυχενική χώρα προκαλώντας του τραύματα που επέφεραν ως μόνη ενεργός αιτία το θάνατό του. Η συμμετοχή της κατηγορουμένης πιθανολογείται βάσιμα, καθόσον, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο ανωτέρω συγκατηγορούμενός της Χ2 είναι μόνο ο δράστης των εγκλημάτων αυτών δεδομένου ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο κατά τον οποίο φέρεται να δολοφονήθηκε ο ως άνω ΑΑ αλλά και όλο το βράδυ της Κυριακής της 25.1.04 και τις πρωινές ώρες της 26.1.04 ήταν μαζί, ενώ ο χρόνος των 30-40 λεπτών που η κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι παρέμεινε στην οικία της και ο συγκατηγορούμενός της Χ2 έμεινε μόνος του δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ήταν ικανός ώστε να μεταβεί μόνος του στο συνεργείο του θύματος να τον σκοτώσει κατά τον άγριο τρόπο των πολλαπλών τραυμάτων ν' αφαιρέσει τα κινητά πράγματα αυτού (ηλεκτρονικό υπολογιστή, σώμα καλοριφέρ, 1000 ευρώ τουλάχιστον), ν' απομακρύνει αυτά σε άγνωστο μέρος και στη συνέχεια να επιστρέψει το αυτοκίνητο στην κατηγορουμένη, χωρίς ίχνη αίματος στα ρούχα του (τέτοιο δεν αναφέρθηκε από την τελευταία), εφόσον είναι αμφίβολο αν το θύμα του άνοιγε αν δεν συνοδευόταν από την κατηγορουμένη με την οποία και συνδεόταν στενά (βλ. ιδία από 12.12.05 ένορκη κατάθεση της ..., σύμφωνα με την οποία ο αδελφός της δεν θ' άνοιγε την πόρτα σε κάποιον που δεν ήξερε, μόνο αν ήταν γνωστός του και τον ήξερε θα άνοιγε την πόρτα και θα έκανε μπάνιο). Ο τρόπος που έγινε η ανθρωποκτονία του ΑΑ μαρτυρεί ιδιαίτερη σκληρότητα και βίαια συναισθήματα, αφού έπληξαν το θύμα σε πολλά καίρια σημεία του σώματος του επιδιώκοντας το θάνατο του, τον οποίο και συναποφάσισαν και συνεκτελεσαν, όπως και την ληστεία, δεδομένου ότι το θύμα κέρδιζε αρκετά χρήματα από την εργασία του, και επεδίωκαν να βρουν τα χρήματα αυτά με κάθε τρόπο και να τα ιδιοποιηθούν, ενόψει και της οικονομικής τους κατάστασης, καθόσον ο μεν Χ2 δεν προέκυψε ότι εργαζόταν, η δε κατηγορουμένη προσπαθούσε να επιβιώσει κάνοντας διάφορες δουλειές. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε τμήμα παλαμικού αποτυπώματος βρέθηκε σε πλακάκι τοίχου διαδρόμου μπάνιων του ηλεκτρολογείου του θύματος που ταυτίζεται με το αποτύπωμα της αριστερής παλάμης της εκκαλούσας κατηγορουμένης, σε σημείο στο οποίο δεν δικαιολογείται η ύπαρξη δακτυλικού αποτυπώματος της από μόνο το γεγονός ότι είχε εισέλθει στο παρελθόν στο χώρο όπου διέμενε το θύμα, υποδηλώνοντας, επομενως αναμφισβήτητα την παρουσία της στο χώρο του εγκλήματος, ενώ οι εξηγήσεις που δίνει αναφορικά με τις κινήσεις τους κατά το χρονικό διάστημα από την αναχώρησή τους από το τραπέζι του γάμου και την αποβίβαση του ΒΒ στην καφετέρια "..." και μέχρι την άφιξη τους στο ξενοδοχείο δεν είναι πειστικές ούτε υποστηρίζονται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Εξετέρου, όπως προαναφέρθηκε σε όλο το μήκος του διαδρόμου που οδηγεί στα δύο WC υπήρχαν ίχνη αίματος του θύματος γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το τελευταίο μεταφέρθηκε από τους δράστες στο σημείο που βρέθηκε.
Κατόπιν όλων των παραπάνω, την κρίση του Συμβουλίου τούτου ενδείξεις ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο σε βάρος της εκκαλούσας κατηγορουμένης Χ1 κατηγορία για τις αποδιδόμενες σ' αυτήν πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση από κοινού, της ληστείας από κοινού, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας κατά συρροή (αρθρ. 1, 14, 26§1α', 27§ 1, 45, 94§1, 299§1, 380§1 ΠΚ, 1§2β', 10§1, 13β', 14 Ν. 2168/93)".
Με αυτά που δέχθηκε, ως άνω, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, ότι υπάρχουν επαρκείς και αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών, για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και της ληστείας, από κοινού με το συμπαραπεμπόμενο κατηγορούμενο Χ2 και για παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία κατά συρροή, και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, (το Συμβούλιο) διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα προανάκριση και κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα προκύψαντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, ήτοι εκείνες των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 45, 94 παρ.1, 299 παρ.1 και 380 παρ. 1 του ΠΚ, 10 παρ.1, 13 β, 14 του ν. 2168/1993, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Εξάλλου δεν στερείται το βούλευμα νόμιμης βάσεως, αφού με αυτά που δέχθηκε δεν αποβαίνει ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων τούτων, αλλά και για τη συνδρομή συναυτουργίας, με συναπόφαση και πλήξη του θύματος με μαχαίρια εκ μέρους και των δύο συγκατηγορουμένων, με κίνητρο και σκοπό την ανθρωποκτονία και τη ληστεία του θύματος. Επομένως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 484 παρ.1 εδαφ. β και δ του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, (πρώτος στο δικόγραφο), για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επίσης προκύπτει από τα παραπάνω, ότι το Συμβούλιο προέβη σε αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων της δικογραφίας και όχι μόνον των επιβαρυντικών για την αναιρεσείουσα, χωρίς να είναι αναγκαία η αναφορά σε κάθε ένα από αυτά. Επομένως το Συμβούλιο δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και ο σχετικός από το άρθρο 484 παρ. 1 εδαφ. στ του ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 105 του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ.2 του ν. 2408/1996, "Όταν ενεργείται προανάκριση, σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ.2 του παρόντος, η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 και 274 και εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 103 και 104. Η κατά παράβαση του παρόντος εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31". Κατά το δεύτερο αυτό εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31 ΚΠοινΔ (όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3160/2003 και στη συνέχεια με το άρθρο 5 του ν.3346/2005), ορίζεται ότι "αν έγινε έγγραφη εξέταση του υπόπτου, η εξέταση αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της εισαγγελίας". Έτσι, με τη διάταξη της πρώτης παραγράφου του άρθρου αυτού, καθίσταται πλέον υποχρεωτικό εκείνος που έχει συλληφθεί ως δράστης ή σε βάρος του οποίου υπάρχουν υπόνοιες ότι ενέχεται στην πράξη για την οποία διεξάγεται προανάκριση, χωρίς προηγούμενη εισαγγελική παραγγελία, να εξετάζεται σύμφωνα με ό,τι ισχύει για την εξέταση κάθε κατηγορουμένου, ώστε να αποκλείεται "η μαρτυροποίησή" του και να διασφαλίζεται το υπερασπιστικό του δικαίωμα, ενώ, με τη διάταξη της δεύτερης παραγράφου του ίδιου άρθρου ορίζεται ρητά ότι η κατά παράβαση του πρώτου εδαφίου εξέταση του δράστη, που έχει συλληφθεί ή του υπαιτίου, είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη, εφαρμοζομένης κατά τα λοιπά της παραπάνω διατάξεως του δευτέρου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 31 ΚΠοινΔ. Και ναι μεν, η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 31 παρ.2 εδ. δεύτερο του ΚΠοινΔ, δεν απαγγέλλει ακυρότητα της κατά παράβαση αυτής αναγνώσεως και αξιολογήσεως της καταθέσεως του υπόπτου, όμως η διάταξη αυτή έχει θεσπισθεί προς υπεράσπιση του κατηγορουμένου ο οποίος έχει δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεώς του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίωξη", που του διασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), καθώς και του δικαιώματός του από το άρθρο 223 παρ.4 ΚΠοινΔ να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Επομένως, βάσει της διατάξεως αυτής, δεν είναι επιτρεπτό να αξιολογηθούν σε βάρος του όσα τυχόν επιβαρυντικά στοιχεία έχει καταθέσει γι' αυτόν κατά την εξέτασή του κατά την διάρκεια της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως. Συνακόλουθα, μόνον η κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 31 παρ.2 εδ. β' και 105 παρ.2 εδάφ. β' του ΚΠοινΔ, ανάγνωση και αποδεικτική αξιολόγηση σε βάρος του κατηγορουμένου της καταθέσεως του, που δόθηκε κατά το στάδιο της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως ή και ανακρίσεως, εφόσον έγινε κατά τη διαδικασία μετά τις 4-6-1996, επάγεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' ΚΠοινΔ και θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 παρ.1 εδαφ. α' του ΚΠοινΔ (ΟλΑΠ 2/1999, ΟλΑΠ 1/2004,), όχι δε και η ύπαρξη αυτής στη σχηματισθείσα δικογραφία και η μη παραμονή της στο αρχείο της εισαγγελίας, εφόσον αυτή, όταν δεν αναγιγνώσκεται ή δεν αξιολογείται από το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, δεν επηρεάζει καθ'οιονδήποτε τρόπο την άσκηση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου (ΑΠ 800/2008). Στην προκείμενη περίπτωση από το άνω προσβαλλόμενο Βούλευμα προκύπτει ρητή αναφορά στο αιτιολογικό του (φύλλο 5ο), ότι το Συμβούλιο δε λαμβάνει υπόψη του, τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις της εκκαλούσας και νυν αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, τόσον ενώπιον των αρμοδίων αστυνομικών οργάνων, όσον και ενώπιον του Ανακριτή, πριν αυτή αποκτήσει την ιδιότητα της κατηγορουμένης. Επομένως, ο από τα άρθρα 484 παρ.1 εδαφ. α' και 171 παρ.1 περ. δ' ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί, παρά το νόμο, παρέμειναν στη δικογραφία και συνεκτιμήθηκαν σε βάρος της οι δοθείσες ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις της, πριν αποκτήσει την ιδιότητα της κατηγορουμένης και έτσι παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά της δικαιώματα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 15/30-1-2009 αίτηση της Χ1 για αναίρεση του με αριθ. 23/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή