Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2473 / 2008    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Δικαστηρίου σύνθεση.




Περίληψη:
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Σε δικαστήρια στα οποία για τη συγκρότηση της σύνθεσης του δικαστηρίου διενεργείται κλήρωση, δεν αναφέρεται στα πρακτικά ότι ο δικαστής που προεδρεύει μετέχει στη σύνθεση επειδή κωλύεται ο Πρόεδρος ούτε αναφέρεται ότι είναι αρχαιότερος των δικαστών. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης του δικαστηρίου. Όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διατάσσει την αφαίρεση της αδείας ικανότητας οδηγού την οποία από παραδρομή παρέλειψε να διατάξει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν χειροτερεύει τη θέση του εκκαλούντος κατηγορουμένου και δεν υπερβαίνει την εξουσία του. Απόρριψη σχετικού λόγου αναιρέσεως.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2473/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ντιζέ, περί αναιρέσεως της 393/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 992/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ.1 εδάφιο α' του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται, ότι όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 3 ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δε θα επερχόταν, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια (μη συνειδητή), απαιτείται, αντικειμενικά μεν να προκληθεί σωματική βλάβη σε άλλον, υποκειμενικά δε να διαπιστωθεί αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ιδιαίτερες περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα και τη λογική, αφετέρου να διαπιστωθεί ότι είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί αντικειμενικά σε αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψή του. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στην προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 393/2008 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα κατ' είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Ο κατηγορού΅ενος στις 22-8-2003 και περί ώρα 10.20 οδηγώντας το ΅ε αριθ΅ό κυκλοφοράς ..... ΙΧΦ αυτοκίνητό του εκινείτο επί της επαρχιακής οδού ....., διπλής κατεύθυνσης με διαχωριστική γρα΅΅ή, ΅ε κατεύθυνση προς τα ....., έχων πρόθεση να εισέλθει αριστερά σε αγροτικό δρό΅ο για να κατευθυνθεί σε αγρόκτη΅ά του που είχε στην περιοχή αυτή. Από έλλειψη ό΅ως της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και ΅πορούσε να καταβάλλει δεν κατέστησε εγκαίρως γνωστή την πρόθεσή του αυτή στα οχή΅ατα που ακολουθούσαν ΅ε άνα΅΅α του δεξιού δείκτη πορείας του οχή΅ατός του (φλας) αλλά ΅ε ελιγ΅ό κινήθηκε ανεπίτρεπτα προς τον άξονα της οδού, χωρίς προηγου΅ένως να ελέγξει, όπως έπρεπε, την πορεία των οχη΅άτων που εκινούντο πίσω από το δικό του, οι οδηγοί των οποίων ήταν ενδεχό΅ενο να νο΅ίσουν, αφού ΅άλιστα δεν είχε ανάψει τον αριστερό δείκτη πορείας, ότι αυτός θα συνέχιζε την πορεία του και έτσι αυτοί να επιχειρήσουν υπέρβαση του οχή΅ατός του, πράγ΅α το οποίο και συνέβη, διότι ο Ψ που εκείνη τη στιγ΅ή οδηγούσε το υπ' αριθ. κυκλ. ..... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο σε ικανή απόσταση πίσω από το αυτοκίνητό του κατηγορου΅ένου επιχείρησε επιτρεπτή υπέρβαση του προπορευό΅ενου αυτοκινήτου του από αριστερά, ο κατηγορού΅ενος ΅ε αιφνίδιο ελιγ΅ό αριστερά απέκλεισε την ολοκλήρωση της υπέρβασης της πορείας του αυτοκινήτου του Ψ, ο οποίος αναγκάσθηκε προκει΅ένου να τον αποφύγει να επιπέσει επ' αυτού, να κινηθεί αριστερά, να απωλέσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, να εκτραπεί της πορείας του και να ανατραπεί. Αποτέλεσ΅α της ανατροπής αυτής του αυτοκινήτου ήταν να τραυ΅ατισθεί ο οδηγός του Ψ που υπέστη ΅η κινητικότητα και αισθητικότητα στα κάτω άκρα. Ο κατηγορού΅ενος ΅ετά το ατύχη΅α, αν και υποχρεω΅ένος να σταθ΅εύσει στον τόπο του ατυχή΅ατος, δεν στάθ΅ευσε, ούτε έλαβε ΅έτρα ασφάλειας για την κυκλοφορία, ούτε έδωσε τα στοιχεία της ταυτότητάς του και δεν ειδοποίησε την πλησιέστερη αστυνο΅ική αρχή παρα΅ένοντας στον τόπο του ατυχή΅ατος ΅έχρι την άφιξή της αλλά τράπηκε σε φυγή. Η ΅άρτυρας υπεράσπισης του κατηγορου΅ένου (ο ίδιος εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο) κατέθεσε ότι ο παθών "εκινείτο στο αντίθετο ρεύ΅α και ντεραπάρισε και έπεσε στα χωράφια και ότι ο πατέρας της του έδωσε νερό, κινητό ό΅ως δεν είχε ... ", γεγονότα που δεν επαληθεύονται ούτε από την κατ' αντιπαράσταση εξέταση ΅ε τον παθόντα, ούτε από άλλο πειστικό στοιχείο (΅άρτυρα ή έγγραφο). Συνακόλουθα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων που του αποδίδονται... " Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, όπως και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 314 παρ.1α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ώστε να στερήσει την απόφασή του νομίμου βάσεως Ειδικότερα προσδιορίζονται με επάρκεια οι συνθήκες επέλευσης του ένδικου ατυχήματος, ακόμη, με τις εκ του πράγματος παραδοχές, προσδιορίζεται το είδος της αμέλειας του κατηγορουμένου (άνευ συνειδήσεως αμέλεια) και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και του επελθόντος αποτελέσματος της σωματικής βλάβης του παθόντος. Περαιτέρω, ουδεμία αντίφαση δημιουργείται εκ του ότι στο μεν σκεπτικό διαλαμβάνεται ότι ο παθών επιχείρησε να πραγματοποιήσει επιτρεπτή υπέρβαση του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου, ενώ στο διατακτικό αναφέρεται απλώς ότι ο παθών ενεργούσε προσπέραση. Εξάλλου, το δικαστήριο συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεώς του δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρει και τι προέκυψε ειδικώς από καθένα από αυτά, η αιτίαση δε ότι δεν εκτιμήθηκε το περιεχόμενο της εκθέσεως αυτοψίας είναι απαράδεκτη διότι βάλλει κατά της ανέλεγκτης ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου το οποίο και το έγγραφο αυτό εξετίμησε. Επομένως πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, οι αντίθετοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται η απόφαση για ελλειπή αιτιολογία και για έλλειψη νομίμου βάσεως.
ΙΙ.- Από τις διατάξεις των παραγράφων 1, 3 και 4 του άρθρου 17 στοιχ. Β' του ν. 1756/1988 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών", προκύπτει ότι, προκειμένου για το Εφετείο Λάρισας, όπου προβλέπεται οργανικός αριθμός, μεγαλύτερος των δεκαπέντε, εφετών και εισαγγελέων, το Τριμελές Ποινικό Εφετείο συγκροτείται νομίμως υπό την προεδρία του εφέτη που κληρώθηκε και με τη συμμετοχή του κληρωθέντος επίσης εισαγγελέα ή αντεισαγγελέα εφετών, χωρίς μάλιστα να είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην εκδιδόμενη απόφαση, ότι εκείνοι που μετέχουν στη σύνθεση του δικαστηρίου είναι αυτοί που κληρώθηκαν, ούτε, σε σχέση με τον προεδρεύοντα εφέτη, ότι κωλύεται ο πρόεδρος εφετών και οι αρχαιότεροι εφέτες.
Συνεπώς, ο από τα άρθρα 171 παρ. 1α' και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο, η σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις του πιο πάνω ν. 1754/1988, διότι προήδρευσε η εφέτης Βασ. Κωστοπούλου, χωρίς να αναφέρεται σ' αυτήν ότι δεν υπήρχαν, ή απουσίαζαν ή κωλύονταν οι πρόεδροι εφετών οι ή εφέτες που ήταν αρχαιότεροι του προεδρεύσαντος, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 470 του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Δεν εμποδίζεται όμως η επιβολή παρεπόμενης ποινής, που από παραδρομή δεν επιβλήθηκε, αν και σύμφωνα με το νόμο έπρεπε υποχρεωτικά να επιβληθεί ή η επιβολή μέτρου ασφαλείας προβλεπομένου από τον ποινικό κώδικα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 43 του Ν.2696/1999 (Κ.Ο.Κ), προκύπτει, εκτός άλλων, ότι, σε περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος καταδικάζεται για παράβαση του άνω άρθρου 43 του Κ.Ο.Κ το δικαστήριο που τον καταδίκασε οφείλει να διατάξει και την αφαίρεση της αδείας ικανότητος οδήγησης του κατηγορουμένου, εάν δε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που καταδίκασε αυτόν, παρέλειψε, από προφανή παραδρομή, να διατάξει την αφαίρεση της αδείας, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που εκδικάζει το ένδικο μέσο της έφεσης του κατηγορούμενου κατά της παραπάνω καταδικαστικής αποφάσεως, δεν εμποδίζεται να διατάξει αυτό την αφαίρεση, χωρίς να καθιστά χειρότερη τη θέση αυτού και αναιρετέα την απόφασή του για υπέρβαση εξουσίας. Επομένως, εφόσον στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε, εκτός άλλων και για την παράβαση του άρθρου 43 του Κ.Ο.Κ και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παρέλειψε, από προφανή παραδρομή του, με την εκκληθείσα από τον ως άνω κατηγορούμενο απόφασή του, να διατάξει, όπως όφειλε, την αφαίρεση της αδείας ικανότητος οδήγησης, το Εφετείο Λάρισας , που δίκασε την έφεση αυτού και διέταξε αυτό την ως άνω αφαίρεση της αδείας, δεν κατέστησε χειρότερη τη θέση αυτού, ούτε υπερέβη την εξουσία του, γι' αυτό και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η' Κ.Π.Δ δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 18/22-4-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ.393/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ