Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 879 / 2013    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ανθρωποκτονία από αμέλεια.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Τροχαίο ατύχημα. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Δεν επέρχεται ακυρότητα της διαδικασίας για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας σε σχέση με άλλες προεκδοθείσες αποφάσεις Ποινικών Τμημάτων του Αρείου Πάγου, που έκριναν παρόμοιες κατά τον αναιρεσείοντα περιπτώσεις "ασαφούς ταυτότητας αναγνωσθέντων εγγράφων", ενόψει του ότι κάθε περίπτωση είναι μοναδική και κρίνεται καθεαυτή, ενώ από καμία διάταξη νόμου ή αρχή του δικαίου δεν επιβάλλεται στα δικαστήρια να ερμηνεύουν το νόμο σύμφωνα με την ερμηνεία στην οποία προέβησαν με προηγούμενες αποφάσεις τους.




Αριθμός 879/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Κ. του Α., κατοίκου ... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ταγκλή, για αναίρεση της υπ'αριθ.3491/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Θ. Γ. του Μ.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 19 Μαρτίου 2013, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1245/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 3491/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κηρύχθηκε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων ένοχος ανθρωποκτονίας από αμέλεια και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ μηνών, η οποία ποινή και ανεστάλη επί τριετία. Στο αιτιολογικό περί ενοχής του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, διαλαμβάνονται, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στην …στις 2-5-2006 ενεργώντας από αμέλεια ήτοι από έλλειψη της επιβαλλόμενης προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλλει, προκάλεσε τον θάνατο άλλου χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που επέφερε η πράξη του. Ειδικότερα ως προϊστάμενος του συνεργείου συντήρησης οχημάτων της ΕΥΔΑΠ έθεσε σε κυκλοφορία το υπ'αρ.κυκλ.... ΙΧΦ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της ΕΥΔΑΠ αν και του ελαστικού αυτού είχαν αντικατασταθεί και στη θέση τους είχαν τοποθετηθεί ελαστικά με αναγομωμένη επιφάνεια πέλματος, γεγονός που είχε επιφέρει μεταβολή των τεχνικών χαρακτηριστικών μεταβάλλοντας το δείχτη ταχύτητας και την ικανότητα φόρτισης ανά τροχό, με αποτέλεσμα που από έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις περιστάσεις προσοχής δεν προέβλεψε καθόν χρόνον ο οδηγός του εν λόγω οχήματος έβαινε με αυτό στη μεσαία λωρίδα της ... με κατεύθυνση προς …να αποκολληθεί αιφνίδια το πρόσθετο αναγόμωμενο πλέγμα του εμπρόσθιου αριστερού ελαστικού και εκ της ακαριαίας απώλειας του αέρα να απωλέσει τον έλεγχο του οχήματος, τούτο δε να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και να συγκρουσθεί με το προς την ίδια κατεύθυνση κινούμενο υπ'αρ.κυκλ.... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Γ. Κ., εκ της σφοδρής δε συγκρούσεως να υποστεί ο τελευταίος βαρειές κακώσεις κεφαλής θώρακος, κοιλίας και άνω άκρων, οι οποίες ως μόνης ενεργής αιτίας επέφεραν το θάνατό του. Ο διορισθείς από το τμήμα τροχαίας Αιγάλεω για την διερεύνηση των αιτιών του ένδικου ατυχήματος πραγματογνώμονας Γ.Μ. (τεχνολόγος - μηχανολόγος - μηχανικός) ο οποίος κατέγραψε τις προκληθείσες από τη σύγκρουση βλάβες των οχημάτων, διαπίστωσε ότι όλα τα συστήματα όργανα και εξαρτήματα των οχημάτων λειτουργούσαν κανονικά μετά το ατύχημα και επομένως και πριν από αυτό, ότι τα ελαστικά και των δύο οχημάτων ήταν ικανά και αξιόπιστα για την οδική ασφάλεια εκτός από το εμπρόσθιο αριστερό ελαστικό του φορτηγού το οποίο ήταν αναγομωμένο και έτσι εξηγείται και η πλήρης αποκόλληση του πρόσθετου πέλματος. Μετά δε από εμπεριστατωμένη ανάλυση των αντικειμενικών στοιχείων ο ανωτέρω πραγματογνώμονας καταλήγει ότι η α)συμπεριφορά το0υ εμπρόσθιου αριστερού ελαστικού που ήταν αναγομωμένο ήταν καθοριστική για το ατύχημα, διότι ο οδηγός δεν είχε δυνατότητα ελέγχου ή διόρθωσης της πορείας του οχήματος, εξαιτίας της πλήρους αποκόλλησης της επιφάνειας του πέλματος β)ότι η αποκόλληση πρέπει να έγινε πριν το ατύχημα και οδήγησε σε εκτροπή το όχημα, και τούτο διότι το αποκολλημένο τμήμα του οχήματος βρέθηκε στην αρχή της εμπλοκής των δύο οχημάτων, σφηνωμένο στις προστατευτικές μπάρες γ)από τις διαστάσεις της διάρρηξης του πέλματος συνάγεται ότι υπήρξε και ακαριαίο σχεδόν χάσιμο του αέρα, καθόσον εάν υπήρχε ρήξη του ελαστικού πριν την εμπλοκή των οχημάτων, κάτω από αυτές τις συνθήκες, το ελαστικό θα έπρεπε να είχε σταθερή συμπεριφορά και καλή μηχανική αντοχή, χωρίς να αποκολλώνται κομμάτια του, βοηθώντας έτσι τον οδηγό στην ασφαλή ακινητοποίηση του οχήματος. Αναφέρει επίσης ότι η θέση που ήταν τοποθετημένο το αναγομωμένο ελαστικό (μπροστινός αριστερός διευθυντήριος τροχός) ενδέχεται να απαγορεύεται από τη Νομοθεσία του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών και ότι στα εν λόγω ελαστικά έχουν αλλάξει και τα τεχνικά τους χαρακτηριστικά λόγω της αντικατάστασης της επιφάνειας του πέλματος, το οποίο γίνεται σύμφωνα με κάποιες προϋποθέσεις και έτσι στην καλύτερη περίπτωση αναγόμωσης ο δείκτης ταχύτητας και η ικανότητα φόρτισης σε βάρος ανά τροχό, μετά την αναγόμωση έχει αλλάξει περίπου στο μισό. Μνημονεύει επίσης ότι οι ζημιές σε όλη την αριστερή πλευρά του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου έγιναν από την πλευρική του κυρίως σύγκρουση με το τσιμεντένιο προστατευτικό στηθαίο που οδηγήθηκε αναγκαστικά το όχημα και συνεθλίβη μεταξύ του φορτηγού και του στηθαίου (βλ.και υπ'αρ.962/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και υπ'αρ.3983/23-3-2012 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Αθηνών). Ως εκ τούτου αποδεικνύεται πλήρως η υπαιτιότητα του κατηγορουμένου ο οποίος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος όπως κατηγορείται απορριπτομένων των αντίθετων ισχυρισμών του κατηγορουμένου ως αβασίμων. Πρέπει επίσης να απορριφθεί το αίτημα περί ελαφρυντικών καθότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του κατηγορουμένου οι προϋποθέσεις εφαρμογής του αρθρ.84 Π.Κ.". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη με αριθμό 3491/2012 απόφασή του την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος που καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις οι οποίες το θεμελίωσαν και τις σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26, 28 και 302 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται νόμιμης βάσης. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) στο αιτιολογικό, αναφέρονται εμπεριστατωμένα και επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και στα οποία στηρίχθηκε το δικαστήριο για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, που υπέπεσε ο κατηγορούμενος, υπό την ιδιότητά του, ως προϊστάμενος συνεργείου συντήρησης οχημάτων της κοινωφελούς εταιρείας ΕΥΔΑΠ, που έθεσε σε κυκλοφορία ΙΧΦ αυτοκίνητο της ΕΥΔΑΠ, έχοντας τοποθετήσει σε αυτό ελαστικά με αναγομωμένη επιφάνεια πέλματος, με συνέπεια, να επέλθει μεταβολή των τεχνικών χαρακτηριστικών, στο δείκτη ταχύτητας και στην ικανότητα φόρτισης και να αποκολληθεί αιφνίδια το πρόσθετο αυτό αναγομωμένο πλέγμα του εμπρόσθιου αριστερού τροχού, να απωλέσει ακαριαία τον αέρα του και ο οδηγός του αυτοκινήτου αυτού Θ. Γ. να απωλέσει τον έλεγχο του οχήματος, να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, να συγκρουσθεί με σφοδρότητα με το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο και να τραυματισθεί θανάσιμα ο οδηγός του τελευταίου Γ. Κ., β) το αιτιολογικό δεν συνιστά ακριβή αντιγραφή του διατακτικού, περιέχονται πλήρη τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αναφέρονται με σαφήνεια και χωρίς ενδοιαστικές παραδοχές και αντιφάσεις οι περιστάσεις που συνέβη το εν λόγω τροχαίο ατύχημα, στηρίζεται δε λεπτομερώς και στις διαπιστώσεις του ορισθέντος προανακριτικά από την Τροχαία Τεχνολόγου- Μηχανολόγου - Μηχανικού Γ. Μ., που αναφέρεται ως αίτιο, στο βλαβέν αριστερό εμπρόσθιο ελαστικό του αυτοκινήτου της ΕΥΔΑΠ, το οποίο ήταν αναγομωμένο και εκ του λόγου αυτού έγινε, πλήρης αποκόλληση της επιφάνειας του πέλματος του ελαστικού, ακαριαία απώλεια αέρα, εκτροπή του αυτοκινήτου αριστερά και επισυνέβη το εν λόγω θανατηφόρο ατύχημα, γ) δεν υπάρχει αντίφαση στο αιτιολογικό, από την αναφορά στην αρχή και την παραδοχή ότι όλα και τα τέσσερα ελαστικά του ζημιογόνου αυτοκινήτου της ΕΥΔΑΠ είχαν αναγομωμένη επιφάνεια πέλματος και από τη στη συνέχεια αναφορά ότι αναγομωμένο ελαστικό ήταν μόνο το εμπρόσθιο αριστερό, το οποίο επέφερε και το ατύχημα, αφού η αναφορά αυτή γίνεται στην επικληθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Μ., στην οποία αναφέρεται και το δικαστήριο διηγηματικά και έννομη σημασία έχει αν το συγκεκριμένο ελαστικό που εβλάβη επέφερε την εκτροπή του αυτοκινήτου και τη σύγκρουση και το θάνατο του άλλου οδηγού, πράγμα που το δικαστήριο τελικά αποδέχθηκε πλήρως αιτιολογημένα και όχι αν αναγομωμένα ήταν και τα τέσσερα ελαστικά ή μόνο το βλαβέν εμπρόσθιο αριστερό και δ) αιτιολογείται επαρκώς ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος υπευθύνου προϊσταμένου συνεργείου συντήρησης οχημάτων της ΕΥΔΑΠ να θέσει σε κυκλοφορία αυτοκίνητο της ΕΥΔΑΠ με αναγομωμένο ελαστικό, γεγονός που επιφέρει μεταβολή των τεχνικών χαρακτηριστικών, μεταβάλλοντας το δείκτη ταχύτητας και την ικανότητα φόρτισης σε βάρος στο μισό και του επελθόντος εν λόγω τροχαίου ατυχήματος και του θανάτου του οδηγού του ετέρου αυτοκινήτου. Επομένως, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για εκ πλαγίου παράβαση και στέρηση νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Από τη διάταξη του άρθρου 365 του ΚΠΔ συνάγεται ότι ακυρότητα της διαδικασίας, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, προκαλείται όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί ληφθείσα κατά την προδικασία ένορκη κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη για τους λόγους που ενδεικτικά αναφέρονται σ' αυτή τη διάταξη. Όμως, δεν δημιουργείται καμία ακυρότητα όταν το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση αναγνώσει κατάθεση μάρτυρα της προδικασίας στο ακροατήριο και αν ακόμη δεν βεβαίωσε ότι η εμφάνιση του στο ακροατήριο ήταν αδύνατη, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν αντέλεξε. Εξάλλου, η λήψη υπόψη από το Δικαστήριο αναγνωσθείσας κατάθεσης μάρτυρα, που έχει ληφθεί στην προδικασία, παραβιάζει δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο από το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. ε' της ΕΣΔΑ να θέσει ερωτήματα στους μάρτυρες, μόνο εφόσον έγινε παρά την εναντίωση τούτου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά επισκοπούνται, (σελ. 10) αναγνώσθηκε και η έκθεση ένορκη εξέταση μάρτυρα, που δόθηκε στην προδικασία, χωρίς να είναι αβέβαιη η ταυτότητά του και χωρίς να προβληθεί αντίρρηση από τον κατηγορούμενο, όπως ρητά σημειώνεται στα πρακτικά αυτά. Επομένως, από την ανάγνωση της καταθέσεως του απόντος ως άνω μάρτυρος δε δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αφού δεν υπήρξε σχετική εναντίωση του παρόντος κατηγορουμένου, και κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, σχετικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, για παραβίαση των αρχών της προφορικότητας και δημοσιότητας της διαδικασίας, της αμεσότητας και της κατ'αντιδικία διεξαγωγής της δίκης και ότι δεν έτυχε δίκαιης δίκης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, δεν επέρχεται ακυρότητα της διαδικασίας, για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας σε σχέση ΅ε άλλες προεκδοθείσες αναιρετικές αποφάσεις Ποινικών Τμημάτων του Αρείου Πάγου, που έκριναν παρόμοιες κατά τον αναιρεσείοντα περιπτώσεις "ασαφούς ταυτότητας αναγνωσθέντων εγγράφων", ενόψει του ότι κάθε περίπτωση είναι ΅οναδική και κρίνεται καθεαυτή, ενώ από καμιά διάταξη νό΅ου ή αρχή του δικαίου δεν επιβάλλεται στα δικαστήρια να ερ΅ηνεύουν το νό΅ο σύ΅φωνα ΅ε την ερ΅ηνεία στην οποία προέβησαν ΅ε προηγού΅ενες αποφάσεις τους.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 ΚΠΔ, η ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται επίσης και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά του παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση, οπότε και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1Β ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 3491/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε μετά από έφεση του αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι μετά την έναρξη της διαδικασίας και την εκφώνηση των ονομάτων των μαρτύρων, ο κατηγορούμενος, δια του συνηγόρου του, μέσω των κατατεθέντων αυτοτελών ισχυρισμών του, ζήτησε την ανάγνωση της προσκομισθείσας υπ'αυτού εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του τεχνολόγου οχημάτων Γ. Κ., πλην το δικαστήριο, χωρίς να δώσει το λόγο στον εισαγγελέα της έδρας επί του αιτήματος αυτού, δεν απάντησε καθόλου και έτσι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας για παραβίαση υπερασπιστικού δικαιώματος του κατηγορουμένου, αλλά και για έλλειψη ακροάσεως του εισαγγελέα, ενώ με το να μην απαντήσει το δικαστήριο επί του εν λόγω αιτήματός του, υπερέβη σχετικώς την εξουσία του και παραβιάστηκε η αρχή της δίκαιης δίκης και της ισότητας των δικονομικών όπλων.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατέθεσε και ανέπτυξε προφορικά αυτοτελείς ισχυρισμούς, από έξι σελίδες, στους οποίους αναφέρεται εξ ολοκλήρου σε επιχειρηματολογία και σχολιασμό των αποδεικτικών στοιχείων και καταλήγει σε αίτημα απαλλαγής από την κατηγορία, ενώ αντικρούοντας το σε βάρος του κατηγορουμένου πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης επί του οχήματος της ΕΥΔΑΠ που συνέταξε ο πραγματογνώμονας που ορίστηκε από την τροχαία Γ. Μ., επικαλέστηκε μία χωρίς αριθμό και ημερομηνία έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τεχνολόγου οχημάτων Γ. Κ., αναφέροντας απλώς και διηγηματικά ότι "προσκομίζεται προς ανάγνωση η από...έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τεχνολόγου οχημάτων Γ. Κ..." (σελ. 16 πρακτικών), χωρίς από τα πρακτικά αυτά να προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου, μαζί με την κατάθεση του σημειώματος των αυτοτελών αυτών ισχυρισμών του, όπως τους ονόμασε ο ίδιος, κατέθεσε και την ανωτέρω έγγραφη έκθεση πραγματογνωμοσύνης για ανάγνωση, ούτε στο τέλος των ισχυρισμών προκύπτει ότι υποβάλει τέτοιο αίτημα ανάγνωσης της πραγματογνωμοσύνης του Γ. Κ., παρά μόνον αναφέρεται στην ουσία εκθέτοντας υπερασπιστικά επιχειρήματα, αιτείται δε στο τέλος την απαλλαγή του, χωρίς να μορφοποιείται στο κατατεθέν και παρατιθέμενο στα πρακτικά κείμενο κάποιος συγκεκριμένος νόμιμος αυτοτελής ισχυρισμός ή κάποιο συγκεκριμένο αίτημα. Στη συνέχεια από τα πρακτικά αυτά του Εφετείου προκύπτει ότι δεν αναγνώσθηκε η παραπάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Κ. και ότι ο εισαγγελέας της έδρας πρότεινε "την απόρριψη των ισχυρισμών του κατηγορουμένου και την ενοχή αυτού", ενώ ο συνήγορος του κατηγορουμένου που στη συνέχεια έλαβε το λόγο, αγόρευσε και ζήτησε, όπως ζητούσε και με τους ονομαζόμενους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς του, "την απαλλαγή του κατηγορουμένου και σε περίπτωση καταδίκης, την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 α' και ε' του ΠΚ", χωρίς να αναφερθεί σε αίτημα ανάγνωσης της πραγματογνωμοσύνης αυτής του Γ. Κ. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι δεν υποβλήθηκε στο δικαστήριο σαφές και ορισμένο αίτημα ανάγνωσης της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του Γ. Κ., ούτε προσκομίστηκε στο δικαστήριο επί της έδρας και παραδόθηκε στη διευθύνουσα τη δίκη δικαστή τέτοια έκθεση για να αναγνωσθεί και αυτή αρνήθηκε, ούτε μετά ταύτα ο συνήγορος του κατηγορουμένου, κατά της αρνήσεως αυτής, προσέφυγε για μη ανάγνωση σε ολόκληρο στο δικαστήριο, όπως εδικαιούτο, κατά το άρθρο 335 παρ.2 του ΚΠΔ, ώστε να επέλθει από τη μη ανάγνωση ακυρότητα της διαδικασίας, ενώ σημειώνεται ότι από τα ίδια τα πρακτικά συνεδριάσεως προκύπτει ότι ο πραγματογνώμονας αυτός εξετάστηκε στο ακροατήριο του Εφετείου ως μάρτυρας υπερασπίσεως του κατηγορουμένου και αναφέρθηκε στην υπ'αυτού συνταχθείσα πραγματογνωμοσύνη, όπως και στην πραγματογνωμοσύνη του Γ. Μ. Επομένως, δε συντρέχει έλλειψη ακροάσεως του εισαγγελέα, ούτε επήλθε καμία ακυρότητα της διαδικασίας και παραβίαση υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και των αρχών της δίκαιης δίκης από τη μη ανάγνωση της παραπάνω εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης και ο συναφής πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Β, Η και 170 παρ.2, 171 παρ.1 στοιχ. δ'του ΚΠΔ και 6 της ΕΣΔΑ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών του Εφετείου, ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μετά των από 19-3-2013 προσθέτων λόγων αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-10-2012 αίτηση του Ι. Κ. του Α., μετά των από 19-3-2013 προσθέτων λόγων αυτής, περί αναιρέσεως της με αρ. 3491/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή