Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 595 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.




Περίληψη:
Ανεπάρκεια αιτιολογίας που απέρριψε την έφεση ως εκπρόθεσμη. Αναιρεί και παραπέμπει.




ΑΡΙΘΜΟΣ 595/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιάκωβο Απέργη, περί αναιρέσεως της 72157/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1497/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επίδικο έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του και στην περίπτωση αυτή η επίδοση γίνεται, ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. α' προσώπων, προς το δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η ως άνω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Τέλος, κατά τις διατάξεις, του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής απόφασης επιτρέπεται αναίρεση (παρ. 2). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της έφεσης ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης της προσβαλλομένης απόφασης και εκείνον της άσκησης του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση (Ολ. ΑΠ 6/1994 και 4/1995). Αν όμως με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, όπως και η εντεύθεν αδυναμία γνώσης της επίδοσης, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, άλλως ιδρύεται ο κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 72157/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 124876/1999 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων είχε καταδικασθεί ερήμην σε συνολική ποινή φυλάκισης εννέα (9) μηνών η οποία μετετράπη προς 1500 δρχ την ημέρα και χρηματική ποινή 150.000 δρχ. για την πράξη της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ (Άρθρ.1 παρ.1-2 Α.Ν. 86/67 σε συνδ.με το άρθρ.375 παρ. 1 Π.Κ.). Με την έφεσή του η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Αρειο Πάγο, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος δεν επικαλέσθηκε λόγο που να δικαιολογεί το εκπρόθεσμο της ασκήσεώς της. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση που εκδόθηκε παρόντος δια πληρεξουσίου του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ως αιτιολογία για την απόρριψη της έφεσης αυτής δέχθηκε τα ακόλουθα: " Από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας ήτοι 1) την κατάθεση του μάρτυρος και τα έγγραφα ήτοι την υπ' αριθμ. Πρωτ. ..... αναφορά του υποκαταστήματος ΙΚΑ Αιγάλεω προς τον Εισαγγελέα Πλημ/κων Αθηνών προς άσκηση ποινικής διώξεως εις βάρος του νύν εκκαλούντος 2) το από 2-9-1999 αποδεικτικό επίδοσης κλητηρίου θεσπίσματος στον τότε κατηγορούμενο Χ που έγινε στην οδό ..... αριθμ. ... όπου και ευρέθη άγνωστος και 3) το από 23-2-2001 αποδεικτικό επιδόσεως προς τον ίδιο, της καθής η έφεση αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών στην ίδια διεύθυνση που από το έτος 1997 ήδη είχε δηλώσει ο εκκαλών στο ΙΚΑ ως μόνιμη κατοικία του, ενώ στη συνέχεια ουδεμία αλλαγή αυτής εδήλωσε προκύπτει ότι ορθώς και νομοτύπως επεδόθη η καθής η έφεση απόφαση 124876/1999 του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών στον εκκαλούντα στις 23-2-2001 οπότε η κρινομένη έφεση ασκηθείσα στις 10-5-2007 πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως ως εκπροθέσμου και απαραδέκτου απόφασης του δικαστηρίου, δεν είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού δεν διαλαμβάνονται σ' αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της. Ειδικότερα δεν αναφέρονται στο αιτιολογικό της απόφασης τα στοιχεία που προσδιορίζουν το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, δηλαδή το ονοματεπώνυμο και την ιδιότητα εκείνου που είχε ενεργήσει αυτήν. Και αναφέρεται μεν στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκε το από 22/11/2000 αποδεικτικό επίδοσης της εκκαλουμένης αποφάσεως του αστυφύλακα ..... προς τον κατηγορούμενο, πλην όμως δεν προσδιορίζεται περαιτέρω αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του αυτό το αποδεικτικό, δεδομένου ότι στο πιο πάνω σκεπτικό γίνεται λόγος για "το από 23-2-2001 αποδεικτικό επίδοσης" και όχι για αποδεικτικό που αναγνώσθηκε που είναι το από 22-11-2000, ώστε η μνεία του απαραίτητου κατά τα προεκτεθέντα, αυτού στοιχείου (δηλαδή η αναφορά του επαρκώς προσδιορισμένου αποδεικτικού επιδόσεως της εκκαλουμένης) να αποτελέσει παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Συνεπώς είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ σχετικός λόγος της κρινομένης αιτήσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Το δικαστήριο αυτό, αφού κρίνει επί του παραδεκτού της εφέσεως, θα ελέγξει και αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παύσεως οριστικώς της ποινικής διώξεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 72157/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή