Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 637 / 2015    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Νομίμου βάσεως έλλειψη, Αναλογικότητας αρχή.




Περίληψη:
Ορθή και αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία δεν υπερέβαιναν το ποσό των 120.000 ευρώ (άρθρ. 25 παρ. Ιπερ. β ν. 1882/1990, όπως ίσχυε μετά την αντικ. του με το άρθρ. 34 παρ. 1 ν. 3220/2014). Η μη διαγραφή από το έντυπο τμήμα του διατακτικού της φράσεως «υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ» οφείλεται σε παραδρομή. Επαρκής αιτιολογία και ως προς την επιμέτρηση της ποινής (άρθρ. 79 ΠΚ). Η ποινή που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα δεν αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας, που αναγνωρίζεται από την ΕΣΔΑ και το Σύνταγμα. Απόρριψη αιτήσεως.




Αριθμός 637/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Θ. Τ. του Ε., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζαχαρία Κεσσέ, για αναίρεση της υπ'αριθ. 29212/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Σεπτεμβρίου 2014 αίτησή του αναιρέσεως, το οποίο καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 901/2014.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της ένδικης αξιόποινης πράξεως, ήτοι μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 και, στη συνέχεια, με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/1.1.2004, και πριν από την αντικατάστασή του από τις (δυσμενέστερες στη συγκεκριμένη περίπτωση) διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 3943/2011 και του άρθρου 20 του ν. 4321/2015, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα Τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 εδ. β του άρθρου 25 παρ. l του Ν. 1882/1990, "στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται, προκειμένου για περιορισμένης ευθύνης εταιρίες, στους διαχειριστές αυτών και όταν ελλείπουν, αδιάφορα από το λόγο ελλείψεώς τους ή όταν απουσιάζουν αυτοί από την έδρα της εταιρίας χωρίς να είναι γνωστό στη δημόσια οικονομική υπηρεσία ή στο τελωνείο όπου είναι βεβαιωμένα το χρέη πού ευρίσκονται, σε κάθε εταίρο, σωρευτικά ή μη".
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 29212/2014 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο με τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου και των μη ταπεινών αιτίων, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από 29-8-2006 έως 1-3-2008 ως διαχειριστής της εταιρίας "Τ. Χ. - Θ. ΕΠΕ" δεν κατέβαλε τα ακόλουθα χρέη εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών από τότε που όφειλε να τα καταβάλει και δη: [Ακολουθεί πίνακας χρεών με αύξ. αριθ. αυτών 1 - 18 και 24 - 25 και με συνολικό ποσό 118.963, 84 ευρώ, μετά την αφαίρεση 6.967,70 ευρώ, στο οποίο ποσό ανέρχονται τα υπ` αριθ. 19 - 23 χρέη, για τα οποία τον κήρυξε αθώο]". Κατά δε το διατακτικό της αποφάσεως, η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, συνίστατο στο ότι, αυτός: "Στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 29.8.2006 έως 1.3.2008, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του ν. 3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρίας με την επωνυμία "Τ. Χ. - Θ. ΕΠΕ", που εδρεύει στην Αθήνα, της οποίας ο εν λόγω κατηγορούμενος τυγχάνει διαχειριστής, διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη ΔΟΥ Δ' Αθηνών, όπως ακριβώς αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω ΔΟΥ (αρ. ειδ. βιβλίου 14/2009) με αύξοντα αριθμό από 1 έως 18 και από 24 έως 25 και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής τη μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω ΔΟΥ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ 118.963,84 που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο, τα οποία έχουν ως ακολούθως: [ακολουθεί ο πίνακας των χρεών]". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 περ. β του ν. 1882/1990, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/1.1.2004, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: Σαφώς το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, μετά την αθώωση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για ορισμένα χρέη, το συνολικό χρέος, για το οποίο τον καταδίκασε, δεν υπερέβαινε τα 120.000 ευρώ, ανερχόμενο σε 118.963,84 ευρώ. Το ποσό αυτό αναγράφεται, αριθμητικώς, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό, η μη διαγραφή δε από τους συνημμένους πίνακες στο σκεπτικό (ενώ στο διατακτικό έχει διαγραφεί) του ολογράφως αναγραφομένου "σύνολο: εκατόν είκοσι πέντε χιλιάδες εννιακόσια τριάντα ένα ευρώ και πενήντα τέσσερα λεπτά" και στο έντυπο τμήμα του διατακτικού της φράσεως "υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ" και η μη αντικατάσταση αυτής με τη φράση "υπερβαίνει τα 50.000 ευρώ", καθώς και η μη αντικατάσταση, στο σκεπτικό επί της επιβλητέας ποινής, της περ. γ της παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 με την περ. β οφείλεται σε φανερή παραδρομή και δεν ασκεί έννομη επιρροή. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως και για εσφαλμένη εφαρμογή της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 79 του ΠΚ, "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη: α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεστεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του για τα στοιχεία αυτά ειδικότερη αιτιολογία. Εξάλλου με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη. Τέλος, η αρχή της αναλογικότητας αναγνωρίζεται ήδη με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος (όπως το άρθρο αυτό ισχύει από 18.4.2001, μετά την αναθεώρηση από τη Ζ' Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων), κατά το οποίο οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν, κατά το Σύνταγμα, να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Η παραβίαση της αρχής αυτής πρέπει να ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ενόψει και του ύψους της ποινής, που έχει επιβληθεί ή τη μικρή ή μεγάλη απαξία της αξιόποινης πράξεως, εφόσον και αυτή αποτελεί ένα από τα κριτήρια των οποίων η συνεκτίμηση διαμορφώνει τη κρίση του δικαστηρίου για την υπέρβαση ή μη της ως άνω αναλογικότητας (ΟλΑΠ 14/2001). Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, έλαβε υπόψη τη βαρύτητα του εγκλήματος που διέπραξε και την προσωπικότητά του, για την εκτίμηση δε των στοιχείων τούτων χρησιμοποίησε και τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ, που ειδικώς μνημονεύει στην απόφαση. Συγκεκριμένα, έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, τα αίτια που τον ώθησαν να τελέσει την πράξη, το χαρακτήρα του και το βαθμό της αναπτύξεώς του, τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και τον πρότερο βίο του. Έλαβε, δηλαδή, υπόψη όχι μόνο ότι η ένδικη πράξη δεν τελέστηκε κατ` εξακολούθηση, όπως είχε εισαχθεί, αλλά και το ότι αναγνωρίστηκαν στον κατηγορούμενο τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2 α (πρότερος έντιμος βίος) και β (όχι ταπεινά αίτια). Επιπλέον αιτιολογία και αναφορά περιστατικών δεν ήταν αναγκαία. Ακόμη, η ποινή φυλακίσεως των οκτώ (8) μηνών που επιβλήθηκε, έστω και με την αναγνώριση των ελαφρυντικών, δεν αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας, που καθιερώνεται, κατά τα ανωτέρω, από την ΕΣΔΑ και το Σύνταγμα, δεν είναι, δηλαδή, δυσανάλογη με την πράξη, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, ενόψει του ότι το πλαίσιο ποινής φυλακίσεως για την περ. β της παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, είναι από έξι (6) μήνες μέχρι πέντε (5) έτη, ενώ, με την πρωτόδικη 64936/2013 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών του είχε επιβληθεί για παράβαση της περ. γ (για χρέη ποσού 125.931,54 ευρώ) ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μείωσε, ενόψει της απαλλαγής για μέρος του χρέους και της εντεύθεν υπαγωγής στην περ. β, καθώς και της αναγνωρίσεως ελαφρυντικών, κατά τέσσερις (4) μήνες. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 79 του ΠΚ, καθώς και για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας όσον αφορά την επιμέτρηση της ποινής που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15 Σεπτεμβρίου 2014 (με αριθ. πρωτ. 5893/2014) αίτηση (δήλωση) του Τ. Θ. του Ε., για αναίρεση της 29212/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ