Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1009 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Υπέρβαση εξουσίας, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση.




Περίληψη:
Καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Απορρίφθηκε ο ισχυρισμός της περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως που ασκήθηκε εναντίον της, για το λόγο ότι ο εγκαλών Μ.Λ. δεν ήταν ο κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο εμφανίσεώς της προς πληρωμής, αλλ' εξ αναγωγής υπόχρεος. Λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ και Η΄ ΚΠΔ. Απορριπτέοι, αφού από τις αναφερόμενες διατάξεις των 5960/33 συνάγεται ότι πριν ρυθμιστεί νομοθετικά το σχετικό ζήτημα με το άρθρο 15 παρ. 3 ν. 3472/06, δικαιούχος της εγκλήσεως είναι κάθε υπογραφέας της επιταγής που την πλήρωσε ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής αυτής. Απορρίπτει.




Αριθμός 1009/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Καρανάκη, περί αναιρέσεως της ΒΤ 7058/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14.3.2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 618/2007.

Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, μετά και την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ.1 περ. α' του ν. 2408/1996, εκείνος, ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνον ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έγκλημα της ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται αντικειμενικά μεν 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, αδιάφορο αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρίας, που εκπροσωπείται απ' αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, οπωσδήποτε κατά το χρόνο εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμής, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της εκδόσεως επιταγής που είναι ακάλυπτη, χωρίς να εξετάζεται το έγκυρο ή άκυρο ή υποστατό της υποκείμενης σχέσεως. Ειδικότερα, αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, μετά την αντικατάσταση της διατάξεως της παρ. 1 του άνω άρθρου 79 με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, εξέλιπε από αυτό η παλαιότερη πρόβλεψη, η οποία, ενόψει του ότι έκανε λόγο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής "εν γνώσει" του δράστη, άφηνε έξω από την περιγραφή της αναγκαίας για την κατάφαση του εγκλήματος υπαιτιότητας του εκδότη τον ενδεχόμενο δόλο. Έτσι, για την πλήρωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού δεν απαιτείται ο εκδότης να τελεί "εν γνώσει" της ανυπαρξίας διαθέσιμων κεφαλαίων, αλλά αρκεί προς τούτο ότι αυτός θεωρεί την έλλειψη πιθανή και την αποδέχεται. Το αξιόποινο δε του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από την έλλειψη κάθε αιτίας ή οφειλής του εκδότη, γιατί το έγκλημα αυτό, ενόψει της φύσεως της επιταγής ως χρηματικού μέσου πληρωμής και της ανάγκης προστασίας των συναλλαγών, πραγματώνεται με μόνη την έκδοση ή μη πληρωμή της ακάλυπτης επιταγής, χωρίς να ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση μεταξύ εκδότη και λήπτη της επιταγής, δεδομένου ότι στο πεδίο του ποινικού δικαίου δεν ερευνάται η αιτία εκδόσεως. Ούτε αίρεται το άδικο της πράξεως αν η ενσωματωμένη στην επιταγή απαίτηση είναι μη αγώγιμη ή δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του εκδότη, λόγω του ανύπαρκτου ή παράνομου της αιτίας. Αρκεί η επιταγή ως αξιόγραφο να έχει τα τυπικά στοιχεία της εγκυρότητας. Περαιτέρω, από τις άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 40-47 του ν. 5960/1933, συνάγεται ότι (και πριν ρυθμιστεί νομοθετικά το σχετικό ζήτημα με το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006 ΦΕΚ Α' 135/4-7-2006) δικαιούχος της εγκλήσεως δεν είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίστηκε η επιταγή στον πληρωτή, αλλά και κάθε άλλος υπογραφέας αυτής που πλήρωσε την επιταγή, ως εξ αναγωγής υπόχρεος, και έγινε κομιστής αυτής, αφού αυτός τελικά υφίσταται τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία του είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή. Τούτο δε, διότι το δικαίωμα αυτό του δικαιουμένου σε έγκληση προηγουμένου κομιστή δεν αποκρούεται από τις ανωτέρω διατάξεις, αφού σε αυτές δεν γίνεται αναφορά στο πρόσωπο του τελευταίου κομιστή της επιταγής ως δικαιουμένου αποκλειστικά σε υποβολή της, ούτε προκύπτει περαιτέρω από κανένα στοιχείο ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής στη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 5 του ν. 5960/1933, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2408/1996, χρησιμοποιείται μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή (ΟλΑΠ 23 και 24/2007). Συνακόλουθα, κατά τις σαφείς πιο πάνω διατάξεις, η ποινική δίωξη κατά του εκδότη ακάλυπτης επιταγής ασκείται ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε και είναι αδιάφορο, αν αυτός ήταν ο τελευταίος εξ οπισθογραφήσεως κομιστής που εμφάνισε την επιταγή προς πληρωμή, ή αν αυτός έγινε κομιστής αυτής, αφού πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' και Η' περ. δ' του Κ.Ποιν.Δ, λόγους αναιρέσεως συνιστούν α) η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη, και β) η υπέρβαση εξουσίας η οποία υπάρχει, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο για έγκλημα, για το οποίο δεν υποβλήθηκε απαιτούμενη έγκληση (άρθρο 46 ΚΠοινΔ). Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το Δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Ειδικότερα, η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τέτοια πρόσθετα στοιχεία δεν αξιώνονται πλέον από το νόμο στην περίπτωση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής. Η επιβαλλόμενη δε από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, η κατηγορουμένη, και ήδη αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. ΒΤ 7058/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που δίκασε ως Εφετείο, προέβαλε κατ' εκτίμηση, τον ισχυρισμό ότι την εναντίον της έγκληση για την έκδοση της αναφερόμενης ακάλυπτης επιταγής δεν υπέβαλε ο κατά τον χρόνο της εμφανίσεώς της στην πληρώτρια Τράπεζα προς πληρωμή νόμιμος κομιστής της και συνεπώς άμεσα παθών, ο οποίος και μόνο δικαιούτο να υποβάλλει εις βάρος της τη σχετική έγκληση, αλλά ο Ψ1 ο οποίος δεν ήταν νόμιμος κομιστής της άνω επιταγής κατά τον πιο πάνω χρόνο, όπως τούτο προκύπτει από το σώμα της, αλλά εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος δεν εξόφλησε και έγινε κομιστής της, ζήτησε δε η κατηγορουμένη την οριστική παύση της ποινικής διώξεως, επειδή αυτή ασκήθηκε, ενόψει των ανωτέρω, απαραδέκτως και ήδη παρήλθε η τρίμηνη προθεσμία για τη νομότυπη υποβολή της εγκλήσεως. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε με παρεμπίπτουσα απόφασή του τον πιο πάνω ισχυρισμό της κατηγορουμένης με την ακόλουθη αιτιολογία: "Κατά το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 3472/2006 η παράγραφος 5 του άρθρου 79 του ν. 5960/1933, όπως προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1α του ν. 2408/1996 και αντικαταστάθηκε από το άρθρο 22 του ν. 2721/1999, αντικαθίσταται ως εξής: "Η ποινική δίωξη ασκείται με έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε ή του εξ αναγωγής υποχρέου, ο οποίος την εξόφλησε και έγινε κομιστής της. Ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος εξόφλησε την επιταγή, δικαιούται να λάβει αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τις αδικοπραξίες (άρθρο 914 επ.)". Επομένως, ο κομιστής εξ αναγωγής της επιταγής δικαιούται να υποβάλλει έγκληση για το αδίκημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, γι' αυτό δε ο σχετικός ισχυρισμός της κατηγορουμένης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος".
Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο της ουσίας εξέδωσε, μετά την κήρυξη του πέρατος της συζητήσεως, την κύρια (υπ' αριθ. ΒΤ 7058/2006) απόφασή του, από το σκεπτικό της οποίας, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, προκύπτει ότι αυτό δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη στον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, με πρόθεση, εξέδωσε την ... επιταγή για να πληρωθεί από την Τράπεζα Εργασίας, ποσού 1.200.000 δρχ., σε διαταγή του Ψ1, η οποία, αφού εμφανίσθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα την ... στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκε, γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί η κατηγορουμένη ένοχη". Ακολούθως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη, και ήδη αναιρεσείουσα,Χ1 του ότι "στο ..., την ..., εξέδωσε, με πρόθεση, επιταγή, που δεν πληρώθηκε, στον Ψ1, γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και πιο συγκεκριμένα την επιταγή με αριθμό ..., για να πληρωθεί από την Τράπεζα Εργασίας, για δραχμές 1.200.000, σε διαταγή του Ψ1. Και αφού παρουσιάστηκε την ... στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκε γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα". Στη συνέχεια δε, το άνω Δικαστήριο επέβαλε στην κατηγορουμένη ποινή φυλακίσεως ενός έτους, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως, και χρηματική ποινή "το ισόποσο σε ευρώ των 800.000 δρχ.".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 ΠΚ και άρθρου79 του ν. 5960/1933, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσεις ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία, και χωρίς έτσι να στερήσει την απόφαση από νόμιμη βάση. Επίσης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε με την προαναφερθείσα ειδική αιτιολογία της άνω παρεμπίπτουσας αποφάσεώς του τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης περί απαραδέκτου της ασκηθείσας κατ' αυτής ποινικής διώξεως για την άνω αξιόποινη πράξη, για τον λόγο ότι ο εγκαλών Ψ1 δεν ήταν ο νόμιμος κομιστής της επίμαχης επιταγής κατά τον χρόνο της εμφανίσεώς της στην πληρώτρια Τράπεζα προς πληρωμή, και ορθά (αναφορικά και με την απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού της) ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 5960/1933, αφού από αυτές, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 40-47 του ίδιου νόμου, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, συνάγεται ότι (και πριν ρυθμιστεί νομοθετικά το σχετικό ζήτημα με το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 3472/2006 και κατά συνέπεια εκ περισσού αναφέρεται το Δικαστήριο της ουσίας στον εν λόγω νόμο) δικαιούχος της εγκλήσεως δεν είναι μόνον ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίσθηκε αυτή στον πληρωτή, αλλά και κάθε άλλος υπογραφέας αυτής που πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής αυτής, όπως εν προκειμένω ο εγκαλών (Ψ1), σε διαταγή του οποίου εκδόθηκε η επίμαχη επιταγή και ο οποίος στη συνέχεια την είχε μεταβιβάσει με οπισθογράφηση σε τρίτον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τον αναιρετικό έλεγχο επισκόπηση της επιταγής αυτής, αφού αυτός (εγκαλών) υπέστη τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της.
Συνεπώς, είχε ο ανωτέρω εγκαλών δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως κατά της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης για έκδοση ακάλυπτης επιταγής και ως εκ τούτου η βάσει της εγκλήσεως αυτής ασκηθείσα εις βάρος της τελευταίας ποινική δίωξη ήταν παραδεκτή, εντεύθεν δε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του με το να μην κηρύξει την με βάση την ειρημένη έγκληση ασκηθείσα εναντίον της κατηγορουμένης ποινική δίωξη απαράδεκτη. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' του ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι απορριπτέοι. Ύστερα απ' αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παράγραφος 1 ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Μαρτίου 2007 (υπ' αριθ. πρωτ. 619/14.3.2007) αίτηση της Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθ. ΒΤ 7058/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ