Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1365 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Συναυτουργία.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από πρόθεση κατά συναυτουργία. Λόγοι αναίρεσης. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τη συναυτουργία. Κατ' αντιπαράσταση εξέταση του μάρτυρα με τον κατηγορούμενο ή άλλον μάρτυρα. Κρίνει ανελέγκτως, ότι αυτό είναι αναγκαίο το Δικαστήριο. Σχετικό αίτημα πρέπει να είναι ορισμένο. Διακοπή δίκης στο ΜΟΕ, μέχρι 30 ημέρες (402, 375 παρ. 2 ΚΠΔ). Απόρριψη όλων των λόγων. Απορρίπτει αναίρεση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1365/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Τζούλη, περί αναιρέσεως της 51, 52, 243, 244, 245, 246/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1. Ψ1, κάτοικο ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βουλγαράκη και 2. Ψ2, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 398/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 299 παρ.1 του ΠΚ, όπως αυτό ισχύει μετά την κατάργηση της θανατικής ποινής με το άρθρο 33 του Ν.2172/1993, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ζωής με θετική ενέργεια ή παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο, υποκειμενικώς δε προμελετημένος δόλος (έστω και ενδεχόμενος) που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και τη θέληση καταστροφής της ζωής άλλου ανθρώπου με τον οποίο (προμελετημένο δόλο) απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη, είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως. Το έγκλημα αυτό μπορεί να τελεσθεί και από περισσότερους του ενός δράστες, κατά συναυτουργία, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, κατά το οποίο, αν δυο ή περισσότερες τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη αυτή πράξη, καθένας τους τιμωρείται, ως συναυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενική σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Εξ άλλου, έλλειψη της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, από τα οποία το δικαστήριο που την έχει εκδώσει συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος ή δεν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά ή δεν περιέχονται οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ'αυτήν από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση εκείνη λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, έκρινε, κατά πλειοψηφία (6-1) ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως από κοινού με άγνωστο δράστη, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2ε του ΠΚ, δεχόμενο ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του και του επέβαλε ποινή καθείρξεως δεκαοκτώ ετών. Ειδικότερα κήρυξε αυτόν ένοχο του ότι: "Από κοινού με άγνωστο δράστη με πρόθεση σκότωσαν τρίτον και συγκεκριμένα στη θέση "..." ..., την 2.9.1999 και σε ώρα πρωινή μετά τις 06:30, από κοινού με άγνωστο δράστη, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, σκότωσαν, πυροβολώντας δύο φορές με κυνηγετικό όπλο (και ειδικότερα την μια στην οσφυϊκή χώρα και την άλλη στην δεξιά ωμοπλάτη) τον ΑΑ". Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, προκειμένου να αιτιολογήσει την κατά συναυτουργία από τον κατηγορούμενο τέλεση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της σε συνδυασμό με το διατακτικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκε, πλην άλλων, ότι ο κατηγορούμενος "μαζί με άλλον άγνωστο δράστη, από πρόθεση αφού οδήγησαν το θύμα στην περιοχή που βρέθηκε το πτώμα, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με κυνηγετικό όπλο που έφεραν μαζί τους, πυροβόλησαν δύο φορές από μικρή απόσταση μία στην οσφυϊκή χώρα και μία στη δεξιά ωμοπλάτη, προκαλώντας τον άμεσο θάνατο του ...". Ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, προσβάλλει την καταδικαστική απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου, για έλλειψη εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, μόνο για την πιο άνω παραδοχή της, ως προς την κατά συναυτουργία τέλεση του εγκλήματος. Ειδικότερα προβάλλει ότι "από τα άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά δεν καθίσταται διαγνωστή η από κοινού πράξη συναυτουργίας μου στην ανθρωποκτονία", καθόσον, όπως αναφέρει, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται "ότι από κοινού πυροβόλησαν δύο άτομα από κυνηγετικό όπλο ήτοι από ένα όπλο" και ότι αυτό δεν εξηγείται πως είναι δυνατόν να γίνει. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, με τις πιο πάνω παραδοχές του, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τ' ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, της κατά συναυτουργία τέλεσης του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45 και 299 παρ. 1 ΠΚ τις οποίες εφήρμοσε ορθά χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, διαλαμβάνουν αυτές τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το έγκλημα για το οποίο καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, καθώς και τις ενέργειες τους που συνιστούν την συμμετοχή τους υπό την μορφή της συναυτουργίας, δηλαδή την με κοινό δόλο άμεση και αυτοπρόσωπη σύμπραξή τους στην διάπραξη του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως. Από το συνδυασμό δε του αιτιολογικού και διατακτικού προκύπτει με σαφήνεια ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καθώς και ο άγνωστος δράστης πυροβόλησαν δύο φορές συνολικά, δηλαδή μία φορά ο καθένας, με κυνηγετικό όπλο που έφεραν μαζί τους και ουδόλως δημιουργείται αντίφαση ή ασάφεια, ως προς την κατά συναυτουργία τέλεση του ειρημένου εγκλήματος κατά τον τρόπο αυτόν. Η παραδοχή, άλλωστε, ότι και ο κατηγορούμενος με πρόθεση πυροβόλησε κατά του θύματος (άσχετα αν πυροβόλησε μαζί με τον άγνωστο τρίτο δύο φορές με το ίδιο όπλο ή μία φορά ο καθένας) με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατος αυτού, με πληρότητα εκθέτει τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η αντικειμενική σύμπραξη αυτού στην κατά συναυτουργία τέλεση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, συνιστάμενη στο ότι αυτός (όπως και ο άγνωστος δράστης) πραγμάτωσε την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού. Επομένως ο πρώτος, από το άρθρο 510 παρ. 1πε'ρ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που διαλαμβάνονται στον αυτό λόγο αναίρεσης, ότι "δεν νοείται λογικά" ο τρόπος αυτός τελέσεως από κοινού της πράξεως της ανθρωποκτονίας (κατά τα υποστηριζόμενα στο υπόμνημα του αναιρεσείοντος δεν είναι λογικό οι δράστες ούτε να πυροβόλησαν διαδοχικά με το ίδιο όπλο), απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων 225 παρ.1 και 357 παρ.4 του ΚΠΔ προκύπτει ότι για η κατ' αντιπαράσταση εξέταση του μάρτυρα με τον κατηγορούμενο ή άλλον μάρτυρα είναι επιτρεπτή, όταν το δικαστήριο κρίνει, ανελέγκτως, ότι αυτό είναι αναγκαίο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠΔ, "Η ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται επίσης και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο, και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση". Αν δεν απαντήσει το δικαστήριο επί ενός τέτοιου αιτήματος του κατηγορουμένου, υφίσταται έλλειψη ακροάσεως αυτού, κατά το προαναφερόμενο άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου κώδικα λόγος αναιρέσεως. Προϋπόθεση όμως, για να απαντήσει το δικαστήριο και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι το αίτημα του κατηγορουμένου να προβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του. Διαφορετικά, αν δηλαδή το υποβαλλόμενο αίτημα είναι αόριστο, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση, όχι μόνο να αιτιολογήσει ειδικά την απόφασή του ως προς αυτό, αλλά και να απαντήσει στο εν λόγω αίτημα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (βλ σελίδα 132 των πρακτικών), ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, υπέβαλε αίτημα, όπως κατά λέξη αναφέρεται στα πρακτικά, "για κατ' αναπαράσταση εξέταση του παραπάνω μάρτυρα (ΒΒ) με τις μάρτυρες κατηγορίας ΓΓ και Ψ2". Ετσι, όμως, όπως διατυπώθηκε το αίτημα αυτό, είναι αόριστο, αφού δεν εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους ήταν αναγκαία η κατ' αντιπαράσταση εξέταση των πιο πάνω μαρτύρων (τυχόν αντιφάσεις σε κρίσιμα και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά κλπ) και συνεπώς το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει. Κατ' ακολουθία ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν απάντησε στο αίτημα του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος, για κατ'αντιπαράσταση εξέταση των πιο πάνω μαρτύρων, δικαίωμα που, όπως ισχυρίζεται, του παρέχεται από το νόμο, ανεξάρτητα του ότι η κατ' αντιπαράσταση εξέταση των μαρτύρων δε αποτελεί δικαίωμα που ρητά παρέχεται στον κατηγορούμενο από το νόμο, είναι απορριπτέο, ως αβάσιμο.
ΙΙΙ. Kατά το άρθρο 339 παρ. 2γ του ΚΠΔ "εκείνος που διευθύνει δεν μπορεί να διακόψει τη συζήτηση παρά μόνο κατά τα αναγκαία διαλείμματα για αναψυχή των δικαστών ... και σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει αυτός ο κώδικας". Τέτοια περίπτωση, που ορίζεται στον ΚΠΔ, είναι και η προβλεπόμενη από το άρθρο 375 παρ. 3 του αυτού Κώδικα, (όπως η αρχική παρ.2 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 1 του Ν.1952/1991 και αναριθμήθηκε σε παρ. 3 με την παρ.3 του άρθρου 3 Ν.2145/1991, η οποία εφαρμόζεται κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 402 και στα Μικτά Δικαστήρια (Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο και Μικτό Ορκωτό Εφετείο), κατά το οποίο σε δίκες που διαρκούν περισσότερο από ένα μήνα ή αφορούν κακούργημα, το κάθε δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη διακοπή της δίκης μέχρι 30 ημέρες κάθε φορά. Η ρύθμιση δε αυτή υπερισχύει, ως μεταγενέστερη, εκείνης του άρθρου 402 του ΚΠΔ, που προέβλεπε διακοπή της δίκης μέχρι τρεις ημέρες. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης προκύπτει ότι η δίκη, (που αφορούσε κακούργημα), επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διακόπηκε στις α) 4/3/2008 (βλ. σελ 111 των πρακτικών) για 11/03/2008, β) από 11/03/2008 (βλ σελ 129 των πρακτικών) για 18/03/2008, γ) από 18/03/2008 (βλ. σελ. 130 των πρακτικών) για 26/03/2008, δ) από 01/04/2008 (βλ σελ 147 των πρακτικών) για 07/04/2008.
Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν υπερέβη την εξουσία του, αφού δεν υπέπεσε σε καμία από τις πλημμέλειες που αναφέρονται στο άρ. 510 παρ. 1Η' του ΚΠΔ, ούτε εμφιλοχώρησε ακυρότητα. Επομένως, ελέγχεται αβάσιμος ο από το άρ. 510 παρ. 1 και 1Θ' ΚΠΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Δικαστήριο υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, διότι οι πιο πάνω διακοπές έγιναν κατά παράβαση των προαναφερόμενων διατάξεων. IV. Με βάση τα προαναφερθέντα, όλοι οι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι καθώς και η αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα και στην δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠΔ, 186, 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-2-2009 αίτηση (δήλωση με αρ. πρωτ. 1840/27-2-2009) του Χ, κατοίκου ... και τώρα κρατούμενου στις φυλακές ..., για αναίρεση της με αριθμούς 51, 52, 243, 244, 245, 246/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων εκ 500 ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή