Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2138 / 2007    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Απόπειρα, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Οπλοφορία, Οπλοχρησία, Σωματική βλάβη επικίνδυνη.




Περίληψη:
Απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση με ενδεχόμενο δόλο, από κοινού επικίνδυνη σωματική βλάβη, κατά συρροή και παράνομη οπλοχρησία και οπλοφορία. Απορρίπτει ως ανυποστήρικτη αναίρεση 2ου, που εκδικάζεται μετά από αναβολή. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή νόμου και διότι δεν απάντησε το Δικαστήριο στον περί ελαφρυντικών ισχυρισμό. Απορρίπτει αναίρεση




Αριθμός 2138/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και ήδη κρατουμένου στις Φυλακές Κομοτηνής, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κουρτίδη και 2) Χ2 και ήδη κρατουμένου στις Φυλακές Κομοτηνής, που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της 7/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαρτίου 2006 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 721/2006.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του 1ου αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, για τον Χ1 και να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης για τον Χ2.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 515 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν το δικαστήριο του Αρείου Πάγου αναβάλλει τη συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, αποδεχόμενο σχετικό αίτημα ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν χωρίς νέα κλήτευση ακόμη και αν δεν ήταν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής απόφασης. Αν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση απορρίπτεται (514 εδ. α΄ ΚΠΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη υπόθεση φέρεται προς συζήτηση μετά την έκδοση της 439/2007 αποφάσεως αυτού το Δικαστηρίου, με την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για τη σημερινή δικάσιμο, μετά από αίτηση του αναιρεσείοντος, κατ' άρθρο 515 παρ. 1 ΚΠΔ, πλην όμως ο δεύτερος αναιρεσείων Χ2 κατά της 7/7-2-2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του εν λόγω αναιρεσείοντος, πρέπει, να απορριφθεί και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ. 1 του ΠΚ όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη και, κατά τη διάταξη του άρθρου 27 του ίδιου Κώδικα, με πρόθεση πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης και επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν τα αυτά περιστατικά και τα αποδέχεται. Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση προϋποθέτει, αντικειμενικά μεν την αφαίρεση ζωής άλλου, με θετική ενέργεια ή και ακόμη με την παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο και υποκειμενικά δόλο, άμεσο ή ενδεχόμενο, που συνίσταται, ο μεν άμεσος, στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της θανάτωσης του άλλου, ο δε ενδεχόμενος, στην αποδοχή του ενδεχομένου αποτελέσματος της θανάτωσης του άλλου. Ειδικότερα επί ενδεχομένου δόλου, ο υπαίτιος δεν θέλει μεν ούτε επιδιώκει το εγκληματικό αποτέλεσμα, το προβλέπει όμως ως ενδεχόμενη συνέπεια της ενέργειας ή παραλείψεως του και το αποδέχεται. Απαιτείται δηλαδή πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος και αποδοχή του. Η αποδοχή ειδικότερα του εγκληματικού αποτελέσματος, αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο της έννοιας του ενδεχόμενου δόλου και εννοιολογικά είναι εντελώς διαφορετική από την πεποίθηση (πίστη) ή την ελπίδα ή την ευχή αποφυγής του (μη επελεύσεώς του), η οποία πεποίθηση, ελπίδα ή ευχή, αποτελεί, κατά το άρθρο 28 του ΠΚ, στοιχείο της ενσυνείδητης αμέλειας, αλλά και την ειδοποιό διαφορά μεταξύ του ενδεχόμενου δόλου και ενσυνείδητης αμέλειας, αφού η πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί κοινό και των δύο τούτων στοιχείο. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42 παρ. 1 και 299 του ΠΚ, προκύπτει ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, βρίσκεται σε απόπειρα, όταν εκείνος που το αποφάσισε, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς του, τέτοια δε θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη ή παράλειψη οφειλόμενης ενεργείας αυτού (άρθρο 15 ΠΚ), η οποία σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεώς της οδηγεί στην πραγμάτωση της αντικειμενικής του υποστάσεως, επιφέρει δηλαδή τη θανάτωση του παθόντος, καθώς και εκείνη, η οποία τελεί σε τέτοια συνάφεια ή σε τέτοιο οργανικό σύνδεσμο με την ανωτέρω πράξη (ενέργεια ή παράλειψη), ώστε, κατά τη φυσική αντίληψη των πραγμάτων, μπορεί να θεωρηθεί ως αναπόσπαστο τμήμα και συστατικό μέρος αυτής, ενόψει του όλου σχεδίου του δράστη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 α του ΠΚ, όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, και κατά την όμοια του άρθρου 309 του ίδιου Κώδικα, αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (άρθρ. 310 παρ. 2 ΠΚ) επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης συνίσταται στην πρόκληση της κατά το άρθρο 308 παρ. 1 σωματικής βλάβης κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντα ή βαριά σωματική βλάβη αυτού, όπως αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 310 παρ. 2 του Π.Κ., ενώ για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση της αφηρημένης δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση του υπαιτίου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2168/1993, όπλα θεωρούνται και τα αντικείμενα που είναι πρόσφορα για επίθεση ή άμυνα και ιδιαίτερα τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή, μεταξύ των οποίων και κυνηγετικά (παρ. 1β), κατά δε τα άρθρα 10 παρ. 3, 13, και 14 του Ν. 2168, τιμωρείται με τις στις διατάξεις αυτές προβλεπόμενες ποινές, όποιος, το μεν φέρει όπλα (οπλοφορεί), χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας ή διαμονής του, το δε, με χρήση όπλου, διαπράττει κακούργημα ή πλημμέλημα, από δόλο ή από δόλο ή αμέλεια και καταδικασθεί. Εξάλλου, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο από κοινού νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη του και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτω. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι καταρχήν αναγκαίο να δικαιολογείται, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο δόλο και να αιτιολογείται ιδιαίτερα η ύπαρξή του και ειδικότερα τόσο το στοιχείο της πρόβλεψης του εγκληματικού αποτελέσματος, όσο και το στοιχείο της αποδοχής του, χωρίς εκ του βαθμού της πιθανότητας με την οποία προβλέφθηκε το εγκληματικό αποτέλεσμα, να τεκμαίρεται και η αποδοχή του ή να καθίσταται περιττή η απόδειξη αυτής. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά επίσης και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θράκης, δίκασε τους αναιρεσείoντες 1) Χ1 και 2) Χ2 για απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση με ενδεχόμενο δόλο, από κοινού επικίνδυνη σωματική βλάβη, κατά συρροή και παράνομη οπλοχρησία και οπλοκατοχή και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του. Όπως δε προκύπτει από τα αλληλοσυμπληρούμενα σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, το Δικαστήριο δέχθηκε, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι αποδείχθηκαν, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στις 30-10-01, σε δρόμο των ...., υπήρχε γαμήλια εορταστική εκδήλωση, όπου ο Ψ1 διατηρώντας καντίνα, πουλούσε αναψυκτικά και άλλα είδη σε προσερχόμενους στην τελετή. Σε κάποια στιγμή αντιλήφθηκε τον δεύτερο κατηγορούμενο Χ2 ο οποίος άρχισε να πυροβολεί στον αέρα, οπότε ο Ψ1του έκανε παρατήρηση, γιατί πυροβολούσε ενώ υπήρχε τόσος κόσμος. Τότε ο κατηγορούμενος αυτός, βρισκόμενος σε απόσταση δέκα μέτρων περίπου, έστρεψε το όπλο εναντίον του και τον πυροβόλησε με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει στην κροταφική επιφάνεια εξωτερικά του οφθαλμικού κόγχου στο ύψος του φακού του αριστερού βολβού προκαλώντας του θλαστικά τραύματα σχήματος οπής στο αριστερό άνω βλέφαρο. Το περιστατικό αυτό αντιλήφθηκε ο ξάδελφος του τραυματισθέντος Ψ2 ο οποίος επιτέθηκε στον δεύτερο κατηγορούμενο για να του αφαιρέσει το όπλο και, ενώ είχαν πέσει κάτω, ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 αφού πήγε στο αυτοκίνητό του και πήρε το με αριθμό .... κυνηγετικό όπλο, κατευθύνθηκε προς τους συμπλακέντες δεύτερο κατηγορούμενο Ψ2. Όταν ο τελευταίος είδε τον 1ο κατηγορούμενο να πλησιάζει με το όπλο στο χέρι και κατάλαβε ότι θα τον πυροβολήσει, σηκώθηκε και άρχισε να τρέχει, ο δε 1ος κατηγορούμενος τον πυροβόλησε από μικρή απόσταση και τον τραυμάτισε, προκαλώντας του θλαστικά τραύματα κατά την δεξιά οπίσθια κνημιαία χώρα, γλουτιαία δεξιά και αριστερά ωμοπλατιαία χώρα. Στη συνέχεια δε και ενώ οι παθόντες μαζί με άλλο κόσμο τράπηκαν σε φυγή, οι κατηγορούμενοι συνέχισαν να πυροβολούν εναντίον τους. Από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο πείστηκε ότι οι κατηγορούμενοι χρησιμοποίησαν τα όπλα τους και πυροβόλησαν εναντίον των παραπάνω παθόντων, έχοντας ανθρωποκτόνο ενδεχόμενο δόλο, γιατί τις πράξεις αυτές τέλεσαν οι κατηγορούμενοι ευρισκόμενοι σε θέση διανοητική να γνωρίζουν - προβλέπουν ότι με τα τραύματα που προκάλεσαν στους παθόντες ήταν ενδεχόμενο να προκαλέσουν αιτιώδη ως πιθανό - δυνατό περαιτέρω αποτέλεσμα τον θάνατο των θυμάτων τον οποίο θα είχαν λόγο να πιστεύουν ότι θα αποφύγουν με τις ικανότητες που διέθεταν, αλλά συγκατατέθηκαν σε ένα τέτοιο αποτέλεσμα. Ενισχυτικό της συγκατάθεσης των κατηγορουμένων στο άνω αποτέλεσμα και χρήσιμα για την αξιολόγηση αυτής αντικειμενικά στοιχεία είναι: 1) το μέσον που χρησιμοποίησαν οι κατηγορούμενοι. Από τις καταθέσεις δε των παθόντων αποδεικνύεται ότι αυτοί χρησιμοποίησαν ως όπλο του εγκλήματος τα παραπάνω κυνηγετικά όπλα 2) το μέρος του σώματος των παθόντων που επλήγη και του γεγονότος ότι τους πυροβόλησαν ενώ βρισκόταν σε μικρή απόσταση και έπληξαν σημεία του σώματός τους, στην περιοχή κοντά στο κεφάλι τους, ώστε θα μπορούσε να προκληθεί θανατηφόρο αποτέλεσμα, το οποίο γνώριζαν και αποδέχθησαν και ενώ τους είχαν ήδη τραυματίσει συνέχισαν να πυροβολούν. Το θανατηφόρο δε αποτέλεσμα το οποίο θα μπορούσε να προκληθεί σε βάρος των ανωτέρω παθόντων από την συμπεριφορά των κατηγορουμένων, το οποίο αυτοί αποδέχθησαν, δεν επήλθε, όχι λόγω κάποιας αποτρεπτικής ενέργειας των κατηγορουμένων, αλλά επειδή οι παραπάνω παθόντες, τρέχοντας, κατόρθωσαν να απομακρυνθούν σε τέτοια απόσταση, ώστε να μην είναι δυνατόν να τους πλήξουν και πάλι οι πυροβολισμοί. Σύμφωνα με τα παραπάνω, το δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση ότι οι κατηγορούμενοι διέπραξαν τις πράξεις που τους αποδίδονται και δη ο μεν πρώτος της απόπειρας ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο του Ψ2 και ο δεύτερος της ίδιας πράξης του Ψ1 για τις οποίες και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι. Τις πράξεις τους δε αυτές αποφάσισαν και τέλεσαν οι κατηγορούμενοι ευρισκόμενοι σε ψυχική ηρεμία και όχι σε τέτοια κατάσταση που να αποκλείει την δυνατότητά τους να ελέγξουν και σταθμίσουν τις πράξεις τους, απορριπτόμενου του αυτοτελούς ισχυρισμού τους περί απόπειρας ανθρωποκτονίας σε βρασμό ψυχικής ορμής (αρθρ. 299 § 2 ΠΚ), αφού από κανένα αντικειμενικό στοιχείο προέκυψε ούτε οι κατηγορούμενοι επικαλέσθηκαν τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, ότι διέπραξαν την παραπάνω απόπειρα ανθρωποκτονίας ο καθένας σε βρασμό ψυχικής ορμής, δηλαδή σε αιφνίδια υπερένταση συναισθημάτων ή πάθους. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, λόγω των προαναφερομένων πυροβολισμών, επικράτησε αναστάτωση στο χώρο της γαμήλιας εκδήλωσης με αποτέλεσμα ο κόσμος, μεταξύ των οποίων και οι Μ2, Μ3 και Μ1 να τραπούν σε φυγή. Οι δε κατηγορούμενοι ακολούθησαν και κατεδίωξαν τους ανωτέρω σε απόσταση περίπου πενήντα (50) μέτρων, πυροβολώντας επανειλημμένα εναντίον τους, με αποτέλεσμα να τραυματισθούν και να υποστούν, ο Μ2 πολλαπλά θλαστικά τραύματα κατά την οπίσθια επιφάνεια κνημών αριστερά και δεξιά καθώς και κατά την αριστερή γλουτιαία χώρα, ο Μ3 θλαστικό τραύμα διαστάσεων 0, 5 Χ 0, 5 εκατοστών κατά την αριστερή έσω μηριαία χώρα και θλαστικό τραύμα διαστάσεων 0,4 Χ 0,2 εκατοστών κατά την αριστερή παλάμη του χεριού και ο Μ1 θλαστικό τραύμα διαστάσεων 0, 3 Χ 0, 4 εκατοστών κατά την δεξιά οπίσθια μηριαία χώρα. Οι ως άνω τραυματισμοί δε τελέσθηκαν με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στους παθόντες βαριά σωματική βλάβη και συνεπώς πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι επικίνδυνης σωματικής βλάβης. Τέλος δε, όσον αφορά τις πράξεις της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας που αποδίδονται στους κατηγορουμένους, το δικαστήριο πείσθηκε ότι διαπράχθησαν απ' αυτούς, καθ' όσον με σαφήνεια προέκυψε από τις καταθέσεις των μαρτύρων ότι οι πυροβολισμοί προέρχονταν από δύο όπλα, τα οποία χρησιμοποίησαν οι δύο κατηγορούμενοι κατά την τέλεση των παραπάνω αναφερομένων πράξεων, κατείχαν δε παράνομα τα ως άνω όπλα και τούτο διότι δεν είχαν άδεια κατοχής της αρμόδιας αστυνομικής αρχής.
Συνεπώς πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων αυτών. Με τις σκέψεις αυτές, οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 καταδικάστηκαν για απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση με ενδεχόμενο δόλο, από κοινού επικίνδυνη σωματική βλάβη, κατά συρροή και παράνομη οπλοχρησία και οπλοκατοχή. Για τις πράξεις αυτές, που συνιστούν παραβάσεις, πλην άλλων, των διατάξεων των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 42, 45, 94, 299 παρ. 1, 309 ΠΚ, και 1 παρ. 1β, 10 παρ. 1 και 13α, 14, 16 παρ. 1 και 3 του ν. 2168/1993, επιβλήθηκε στο καθένα από τους κατηγορουμένους συνολική ποινή καθείρξεως δέκα ετών και επτά μηνών και χρηματική ποινή 590 ευρώ. Με τις παραδοχές του αυτές, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θράκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκαν οι πιο πάνω δύο αναιρεσείοντες, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, είναι αβάσιμες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος Χ1 ότι, από την αντιπαραβολή του σκεπτικού και του διατακτικού, προκύπτουν, ασάφειες, κενά και αντιφάσεις. Αντιθέτως σκεπτικό και διατακτικό αλληλοσυμπληρώνονται και ουδεμία ασάφεια δημιουργείται από την παραδοχή στο σκεπτικό ότι ο αναιρεσείων κινήθηκε με σκοπό να πυροβολήσει τον παθόντα, ενώ στο διατακτικό αναφέρεται, ότι ο παθών Ψ2 απέφυγε το (θανατηφόρο προφανώς) αποτέλεσμα του πυροβολισμού, επειδή έτρεξε μακριά από τον αναιρεσείοντα. Επίσης, η αναφορά στο σκεπτικό ότι ο αναιρεσείων "πυροβόλησε" τον παθόντα δεν έχει την έννοια ότι πυροβόλησε μόνο μία φορά. Τούτο δε σαφώς διευκρινίζεται στο διατακτικό, ενώ, η αναφορά στο διατακτικό ότι ο αναιρεσείων πυροβόλησε με κυνηγετικό όπλο τον Ψ2 με ενδεχόμενο δόλο να προκαλέσει το θάνατό του, "όμως το αποτέλεσμα αυτό δεν επήλθε, διότι ο παθών, τρέχοντας, κατόρθωσε να απομακρυνθεί σε απόσταση τέτοια, ώστε να μην είναι δυνατόν να τον πλήξουν οι πυροβολισμοί, εξαιτίας των οποίων υπέστη μόνο σωματικές βλάβες", δεν ενέχει αντίφαση. Η παραδοχή ότι οι πυροβολισμοί δεν ήταν δυνατόν να πλήξουν το θύμα, έχει την έννοια, όπως ανενδοιάστως συνάγεται από τις παραδοχές της αποφάσεως, ότι αυτοί δεν ήταν δυνατόν να τον πλήξουν κατά τρόπο που να επιφέρουν το με ενδεχόμενο δόλο επιδιωκόμενο από τον αναιρεσείοντα θανατηφόρο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, αβάσιμες είναι επίσης οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι κατά τρόπο αντιφατικό καταδικάστηκε για απόπειρα ανθρωποκτονίας επειδή πυροβόλησε το ανωτέρω αναφερόμενο θύμα, ενώ για τον ίδιο ακριβώς λόγο και αιτία καταδικάστηκε για το αδίκημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης επειδή πυροβόλησε από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του κατά των Μ2, Μ3 και Μ1 και ότι ο σωστός χαρακτηρισμός όλων των πράξεων ήταν αυτός της επικίνδυνης σωματικής βλάβης ή σε κάθε περίπτωση βαριάς σωματικής βλάβης ή σκοπούμενης βαριάς σωματικής βλάβης και όχι της απόπειρας ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο, αφού, όπως ισχυρίζεται, "από το σκεπτικό προκύπτει ότι δεν υπήρχε κάποια εξωτερική ενέργεια, εξαιτίας της οποίας δεν προέβη σε ανθρωποκτονία". Οι πιο πάνω αιτιάσεις είναι και αβάσιμες, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει, ως προς μεν τον Ψ2 ο ανθρωποκτόνος σκοπός του αναιρεσείοντος, ως προς δε τους Μ2, Μ3 και Μ1 η επιδιωχθείσα σε βάρος τους επικίνδυνη σωματική βλάβη, η δε αναφορά του χρησιμοποιηθέντος μέσου (πυροβόλο κυνηγετικό όπλο), ως περιστατικό που καταδεικνύει το υποκειμενικό στοιχείο και των δύο πιο πάνω αδικημάτων, δεν ενέχει αντίφαση, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση λεπτομερώς αναφέρονται οι διαφορετικές συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκαν τα πιο πάνω εγκλήματα και έλαβαν χώρα τα προαναφερθέντα περιστατικά, τα οποία και δεν ταυτίζονται. Επίσης πλήρως προσδιορίζεται το ανεξάρτητο από τη βούληση του αναιρεσείοντος εξωτερικό εμπόδιο, εξαιτίας του οποίου δεν ολοκληρώθηκε το έγκλημα της ανθρωποκτονίας, συνιστάμενο στο ότι το θύμα, τρέχοντας, κατόρθωσε να απομακρυνθεί σε ασφαλή απόσταση. Με βάση δε τα περιστατικά, που δέχθηκε το Δικαστήριο ως αποδειχθέντα, ορθώς έκρινε ότι αυτά συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων Χ1. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, μεταξύ των οποίων ότι 1) δεν ήταν πρόσφορο το μέσο, που χρησιμοποιήθηκε για να προκαλέσει ανθρωποκτονία, αφού τα σκάγια ήταν ψιλά και ήταν για κυνήγι μικρών πουλιών, 2) η απόσταση από την οποία έλαβε χώρα ο πυροβολισμός δεν ήταν δυνατόν αν επιφέρει ανθρωποκτόνο αποτέλεσμα, 3) εσφαλμένα έγινε δεκτό, ότι οι κατηγορούμενοι από κοινού προκάλεσαν επικίνδυνη σωματική βλάβη στους Μ2, Μ3 και Μ1 ενώ αυτοί δέχθηκαν ο καθένας μόνο ένα πυροβολισμό και συνεπώς η τέλεση του αδικήματος και από τους δύο από κοινού ήταν αδύνατη, και 4) ότι η πληττόμενη απόφαση στηρίχθηκε ως προς τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά στις καταθέσεις δύο εκ των πέντε παθόντων, από τις καταθέσεις των οποίων δεν προκύπτει η απόπειρα ανθρωποκτονίας από τον αναιρεσείοντα πρώτο κατηγορούμενο, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον ο αναιρεσείων, με την επίκληση του λόγου αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, δεν απαιτούνται για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως, τα αναφερόμενα από τον αναιρεσείοντα επιπλέον στοιχεία, μεταξύ των οποίων η διευκρίνιση αν οι σωματικές βλάβες του παθόντος ήταν ελαφρές ή βαριές και πόση ήταν η ακριβής απόσταση από την οποία έλαβε χώρα ο πυροβολισμός. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης του αναιρεσείοντος, Χ1 για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα., υπό την προϋπόθεση ότι ο ισχυρισμός αυτός έχει προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει με ειδικό λόγο αναίρεσης την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποφάνθηκε καθόλου επί αιτήματός του, που υποβλήθηκε δια του συνηγόρου του, να του αναγνωρισθούν ελαφρυντικά, αφού μάλιστα, όπως υποστηρίζει, "αναφέρθηκε ότι ο πρώτος από εμάς είναι πατέρας πέντε τέκνων". Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν εκτίθεται το περιεχόμενο του περί ελαφρυντικού ισχυρισμού, και ειδικότερα ποιού ελαφρυντικού την αναγνώριση είχε ζητήσει ο αναιρεσείων, είναι απορριπτέος, διότι, από τα πρακτικά της δίκης, δεν προκύπτει ότι αυτός είχε υποβάλει οποιοδήποτε αίτημα για τη χορήγηση ελαφρυντικών, και, συνεπώς, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Μετά την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση του Χ1 να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επίσης, όπως ήδη κρίθηκε, πρέπει να απορριφθεί, ως ανυποστήρικτη, η αίτηση του Χ2 και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (583 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30/3/2006 (αρ. πρωτ. 3648/31-3-07) αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως των 1) Χ1 2) Χ2 κατά της 7/7-2-2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης. Και,
Καταδικάζει τους αμέσως πιο πάνω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει, για τον καθένα, στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2007. Και,
Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 4 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ