Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2039 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική.




Περίληψη:
Ναρκωτικά. Έννοια κατοχής. Κατ' επάγγελμα τέλεση αυτής. Αναίρεση καταδικαστικής απόφασης μόνο ως προς την επιβαρυντική περίσταση λόγω αντίφασης μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού και παραπομπή στο ίδιο Δικαστήριο ως προς το μέρος αυτό.




Αριθμός 2039/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 33, 34/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10.11.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1928/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. ζ του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε στο σύνολό του με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 (βλ. ήδη άρθρο 20 παρ. 1 περ. ζ του α.ν. 3459/2006), τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές, εκτός των άλλων, κατέχει ναρκωτικά. Η κατοχή ναρκωτικής ουσίας πραγματοποιείται με τη φυσική επί της ουσίας αυτής εξουσία του δράστη, ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να την διαθέτει πραγματικά κατά την βούλησή του. Ειδικότερα, υπάρχει κατοχή ναρκωτικών ουσιών και στην περίπτωση που ο δράστης τις έχει επιμελώς αποκρύψει σε διάφορους χώρους εντός ή (και) εκτός της οικίας του, καθόσον μπορεί αφενός ακώλυτα και ανελλιπώς να τις παρακολουθεί και να τις ελέγχει και αφετέρου να αναλάβει εύκολα και οποτεδήποτε ήθελε όλες ή μέρος των ναρκωτικών αυτών ουσιών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 23 του ν. 2349/2006) επιβαρυντική περίσταση του παραβάτη των άρθρων 5, 6 και 7 του ν. 1729/1987) είναι, εκτός των λοιπών περιπτώσεων, όταν ενεργεί κατ' επάγγελμα. Την έννοια της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης την δίδει το άρθρο 13 εδ. στ' ΠΚ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2408/1997. Ειδικότερα, για την στοιχειοθέτηση της κατ' επάγγελμα τέλεσης κάποιου εγκλήματος, απαιτείται η επανειλημμένη τέλεση της πράξης, όπως συμβαίνει στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα (άρθρο 98 ΠΚ), όπου πρόκειται περί μορφής πραγματικής ομοειδούς συρροής ή η διαπίστωση του σκοπού από την ύπαρξη συγκεκριμένης αξιόλογης υποδομής, από την οποία να γίνεται καταφανής ο σκοπός του δράστη για προορισμό εισοδήματος μέσω της επανειλημμένης τέλεσης. Έτσι και μία μεμονωμένη πράξη μπορεί να αξιολογηθεί ως κατ' επάγγελμα τελεσθείσα, εφόσον αποδεικνύεται ότι τελέσθηκε όχι ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου και η ύπαρξη αυτής της ειδικής κατά περίπτωση αξιόλογης υποδομής για την επανειλημμένη τέλεσή της κατά τρόπο που να εξασφαλίζει εισόδημα στον δράστη.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. β του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βεβαία η ανάγνωσή τους επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α του ΚΠΔ, γιατί στερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της απόφασης, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία, για το ποίο έγγραφο της δικογραφίας αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία δε αυτά, δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για την δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει (κατά το άρθρο 358 του ΚΠΔ) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενό του, διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια απόλυτη ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης υπ' αριθ. 33-34/2008 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης στήριξε την κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, και στα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων, προσδιοριζόμενα κατ' αύξ. αριθμό, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα: 1) οι από 19.4.2002 τρεις (3) εκθέσεις ανεύρεσης, παράδοσης και κατάσχεσης ναρκωτικών ουσιών, 2) τα από 19.4.2002 τρία (3) πρακτικά ζυγίσεως, 3) το από 20.4.2002 πρωτόκολλο αποσυσκευασίας ινδικής κάνναβης, 4) οι από 23.4.2002 τρεις (3) εκθέσεις εξέτασης, 5) οι από 19.4.2002 δύο (2) εκθέσεις γνωστοποίησης ναρκωτικών ουσιών, 6) οι από 19.4.2002 δύο (2) εκθέσεις σύλληψης, 7) η βεβαίωση της νομικής κατάστασης σε μετάφραση, 8) η από 2.12.2002 βεβαίωση, σε μετάφραση, 9) η από 2.12.2002 βεβαίωση, σε μετάφραση, 10) η από 30.10.2002 βεβαίωση, σε μετάφραση, 11) το από 30.10.2002 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, σε μετάφραση, 12) η βεβαίωση της Αστυνομικής Διεύθυνσης, σε μετάφραση, 13) η υπ' αριθ. 1268 συμβολαιογραφική δήλωση, σε μετάφραση, 14) το υπ' αριθ. 12864 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών και 15) το από 21.8.1989 πιστοποιητικό. Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών και της αρίθμησής τους δεν προκύπτει ότι στη δικογραφία υπήρχαν και άλλα έγγραφα, φέροντας μάλιστα τον ίδιο τίτλο, αριθμό και ημερομηνία (όσα από αυτά τη φέρουν) με αυτά με διαφορετικό περιεχόμενο, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων για τον προσδιορισμό τους, αφού ειδικότερα με την ανάγνωση του κειμένου τους κατέστησαν γνωστό κατά το περιεχόμενό τους καθενός από τα έγγραφα αυτά (εκτός του ότι από τα έγγραφα αυτά εκείνα που προσκόμισε ο ίδιος ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος γνώριζε το περιεχόμενό τους) στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο καθενός από τα έγγραφα αυτά, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Ως εκ τούτου, το Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του τα ως άνω δέκα πέντε (15) έγγραφα. Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινομένης αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με την αιτίαση ότι το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης προς στήριξη της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω αριθμούμενα 1 έως 15 έγγραφα που αναγνώσθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, με αποτέλεσμα να στερηθεί αυτός της δυνατότητας να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, αναφορικά με περιεχόμενό τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας τού τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 33-34/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το ως άνω Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων (από πρόδηλη παραδρομή αναφέρεται ότι έλαβε υπόψη του και καταθέσεις μαρτύρων υπεράσπισης λόγω μη διαγραφής των λέξεων "και της υπεράσπισης" που υπάρχουν στην τυποποιημένη αρχή του σκεπτικού),ότι αποδείχθηκαν για τον αναιρεσείοντα, κατά πιστή αντιγραφή, από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης: "Στη θέση "..." της αγροτικής περιοχής ... κατείχε ποσότητα 42 χιλιογράμμων και 906 γραμμ. (42,906) ακατέργαστης ινδικής κάνναβης σε τρίμματα και κορυφάδες, που ήταν κατανεμημένη σε 51 συσκευασίες από νάυλον ημιδιαφανείς σακκούλες. Ειδικότερα, τα 414 γραμ. ήταν τοποθετημένα σε βαρέλι, τα 386 γραμ. κρυμμένα σε αποθήκη συνιδιοκτησίας του ... και τα 42 χιλιόγραμμα και 106 γραμμάρια ήταν κρυμμένα σε μεταλλικό ντουλάπι και πλαστικό βαρέλι που ήταν σκεπασμένα με τέντα στα δυτικά όρια του ίδιου αγροκτήματος, όπου βρίσκεται η προαναφερομένη αποθήκη. Το ότι είχε τοποθετήσει τα ναρκωτικά στους χώρους αυτούς ο κατηγορούμενος, προκύπτει από τις σαφείς καταθέσεις των αστυνομικών ... και ..., οι οποίοι παρακολουθούσαν τις κινήσεις του κατηγορουμένου και συνεργού του, που δεν συνελήφθη. Ειδικότερα, αντελήφθησαν τον κατηγορούμενο με τον μη συλληφθέντα συνεργό του να πλησιάζουν τα σημεία όπου τα ναρκωτικά και στη συνέχεια έδωσαν τις πληροφορίες σε άλλη ομάδα αστυνομικών και συνέλαβαν τον κατηγορούμενο, τον οποίο στη συνέχεια αναγνώρισαν ως το άτομο που είχε πλησιάσει τα σημεία, όπου τα ναρκωτικά. Τα κλείθρα της αποθήκης ήταν σπασμένα και ήταν ευχερής η πρόσβαση στην αποθήκη. Άλλωστε, ο κατηγορούμενος με άλλους δύο ομοεθνείς του είχε εργασθεί στο κτήμα συνιδιοκτησίας ... και γνώριζε καλώς την περιοχή και την αποθήκη, που προσφέρεται για την απόκρυψη των ναρκωτικών. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί ένοχος, χωρίς το επιβαρυντικό στοιχείο της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης, του άρθρου 23 του κωδ. νόμου περί ναρκωτικών. Ακόμη, πρέπει να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 εδ. α ΠΚ)". Περαιτέρω, όμως, όπως προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της κατοχής της ως άνω ποσότητας ναρκωτικών ουσιών με την επιβαρυντική περίσταση της τέλεσης της πράξης αυτής κατ' επάγγελμα (άρθρο 8 του ν. 1729/1987 και ήδη 23 του ν. 3459/2006) και του επέβαλε ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών, με την παραδοχή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ. Ειδικότερα, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, κατά πιστή αντιγραφή του διατακτικού της πληττόμενης απόφασής του ότι "Στις 19.4.2002 στη θέση "..." της αγροτικής περιοχής ..., κατείχε ναρκωτικά κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 1, 3 του Ν. 1729/1987, ήτοι φυσικές ουσίες που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου αυτό αυτές και οι οποίες περιλαμβάνονται στον Πίνακα Α' περ. 6, του ως άνω άρθρου, από την υποδομή δε που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της ανωτέρω πράξης προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Ειδικότερα, στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, κατείχε συνολική ποσότητα 42 κιλών και εννιακοσίων έξι γραμμαρίων (42,906) ακατέργαστης κάνναβης σε τρίμματα-κορυφάδες, η οποία ήταν κατανεμημένη σε πενήντα μία συσκευασίες από νάιλον ημιδιαφανείς σακούλες χρώματος ροζ, και ειδικότερα τα 414 γραμμάρια ήταν κρυμμένα εντός βαρελιού, το οποίο είχε εναποθέσει έξω από την αποθήκη ιδιοκτησίας του ... τα 386 γραμμάρια ήταν κρυμμένα εντός της αποθήκης ιδιοκτησίας επίσης του ... και τα 42,106 κιλά ήταν κρυμμένα εντός μεταλλικού αμπαριού και πλαστικού βαρελιού, σκεπασμένα με πλαστική τέντα χρώματος πορτοκαλί με την επιγραφή "ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΕΛΕΤΩΝ ...", τα οποία είχε εναποθέσει στα όρια του αγροκτήματος (στη δυτική πλευρά), εντός του οποίου στεγάζεται η αποθήκη ιδιοκτησίας του ..., από τον τρόπο δε που είχε κατανεμημένη την ως άνω ποσότητα, τα σημεία που είχε επιλέξει προκειμένου να την φυλάσσει, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στο σημείο όπου είχε κρυμμένη την ανευρεθείσα και κατασχεθείσα ποσότητα είχε και ζυγό, προκύπτει πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης της κατοχής, αλλά και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, με απώτερο σκοπό τον πορισμό εισοδήματος.
Δέχεται το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρο 84 § 2α' Π.Κ)". Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε ως προς το έγκλημα της κατοχής την απαιτουμένη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ορθά εφήρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 84 παρ. 2 περ. α ΠΚ, 4 παρ. 1, 3 πιν. 6 και 5 παρ. 1 περ. ζ του ν. 1729/1987. Εντεύθεν, είναι απορριπτέα η αιτίαση του αναιρεσείοντος για μη κατοχή των ναρκωτικών ουσιών λόγω της μη άμεσης φυσικής εξουσίασής τους απ' αυτόν, ως αβάσιμη. Αντίθετα, όμως, με αυτά που δέχθηκε το ίδιο ως άνω Δικαστήριο, με την πληττόμενη απόφασή του ως προς την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης της κατοχής, δηλονότι στο μεν αιτιολογικό να αναφέρει ότι δεν συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος η επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 8 του Ν. 1721/1987, ενώ στο διατακτικό ότι συντρέχει η περίπτωση αυτή, στέρησε αυτήν από την απαιτούμενη και ως προς το κεφάλαιο αυτό ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και νόμιμη βάση, συνεπεία αντιφάσεως μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της και ασάφειας σχετικά με τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της ως άνω επιβαρυντικής περίστασης τέλεσης της πράξης της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης (άρθρου 8 του ν. 1729/1987 και ήδη 23 του ν. 3459/2006). Γι' αυτό, οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ (που εξετάζεται ο δεύτερος τούτων στην προκειμένη περίπτωση και αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 511 ΚΠΔ, λόγω του ότι η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε παραδεκτά και παρέστη κατά τη συζήτησή της ο αναιρεσείων) είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει (ως προς την ενοχή για την επιβαρυντική περίσταση της κατοχής ναρκωτικών ουσιών από τον αναιρεσείοντα κατ' επάγγελμα και την ποινή που του επιβλήθηκε. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αναίρεση και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 33-34/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης μόνον κατά το μέρος που κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ... για την επιβαρυντική περίσταση της τέλεσης της πράξης της κατοχής απ' αυτόν των αναφερομένων στην ως άνω απόφαση ναρκωτικών ουσιών και ως προς την ποινή που επιβλήθηκε σ' αυτόν για την πράξη αυτή.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 10 Νοεμβρίου 2008 αίτηση του ως άνω αναιρεσείοντος, για αναίρεση της αυτής ως άνω απόφασης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Οκτωβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή